Η ιστορία του Έλληνα «πατέρα» του γκραφίτι.

 

 

Μπορεί το όνομα του να το γνώριζε όλη η πόλη, αλλά η ταυτότητα του παρέμεινε για τους περισσότερους άγνωστη. Ήταν αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα. Μέσα στα χρόνια της αστικής παρακμής και της εγκληματικότητας, ένας Έλληνας έφηβος χάραζε τον δικό του θρύλο στα σκοτεινά σοκάκια και τις φωτεινές λεωφόρους της Νέας Υόρκης με τον μαρκαδόρο του. Ο λόγος για τον ΤΑΚΙ 183, κατά κόσμον Δημήτρη Σπυρόπουλο, ο οποίος ενέπνευσε με την υπογραφή του τους απανταχού εφήβους ανά τον πλανήτη και έγινε, χωρίς την θέληση του, ο πατέρας του κινήματος του γκραφίτι. Τα χρόνια πέρασαν, το κίνημα του γιγαντώθηκε, αλλά το όνομα και η ιστορία του Τάκη δεν ξεχάστηκε. Αυτή είναι η ιστορία του πατέρα του γκράφιτι, όπως την αφηγήθηκε ο ίδιος 44 χρόνια μετά στο New Greek TV.

Γιατί αρνείσαι τον χαρακτηρισμό «πατέρας του γκραφίτι;»
Όσον αφορά στο γεγονός ότι είμαι ένας απρόθυμος πατέρας (του γκραφίτι), το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους που μου είπαν ότι τους άλλαξα την ζωή, το οποίο βρίσκω φανταστικό, αλλά νομίζω ότι δεν ξέρω τον λόγο.

Πώς έφτασε σε σημείο το γκραφίτι να γίνει «κίνημα»;
Όλα τα πράγματα συμβαίνουν για έναν λόγο, όταν το επιτρέψει η κατάλληλη συγκυρία. Όταν σταμάτησα να γράφω, το γκραφίτι ιδιαίτερα τσαπατσούλικο. Ο ένας έγραφε πάνω από τον άλλο, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Όταν εγώ είχα ξεκινήσει να ζωγραφίζω, έγραφα με μικρά γράμματα πάνω σε έναν λευκό τοίχο. Μετά ερχόταν ο επόμενος και έγραφε με ακόμα μεγαλύτερα γράμματα και αυτή η δουλειά δεν σταματούσε. Αλλά καθώς γινόταν μεγαλύτερο, ξεκίνησε να γίνεται αισθητικά καλύτερο, και η αφρόκρεμα των καλλιτεχνών το αγκάλιασε.

Πόσο σας βοήθησε το μετρό της Νέας Υόρκης;
Το μετρό έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην εξάπλωση του γκραφίτι, επειδή περνούσε από πολλές διαφορετικές συνοικίες. Και έτσι έγινε πλέον το μέσο για τους έφηβους που ήθελαν να γίνουν δημοφιλείς. Συμβαίνει το ίδιο με τους έφηβους στις κεντρικές πολιτείες. Παιδιά από πολύ μικρές πόλεις γράφουν στα τρένα και αυτά τα τρένα ταξιδεύουν κατά μήκος όλης της χώρας. Είναι πραγματικά ένας μικρός κόσμος.

Γιατί επέλεξες ψευδώνυμο και δεν υπέγραφες, για παράδειγμα, με το όνομά σου;
Όταν ο JULIO 204 έγραφε κανένας άλλος δεν είχε ξεκινήσει να γράφει. Δεν είχαμε καταλάβει ότι είναι το όνομα κάποιου. Νομίζαμε ότι κάτι θα συμβεί στις 20 Ιουλίου στις 4. Αλλά μετά από λίγο καταλάβαμε ότι ήταν ένα όνομα και σκεφτήκαμε όλοι γνωρίζουν το όνομα αλλά κανένας δεν ξέρει ποιος είναι. Θα κάνουμε το ίδιο. Θα είμαστε ανώνυμοι, αλλά όλοι θα μας γνωρίζουν. Αυτό το καθιστούσε πιο ελκυστικό. Να είσαι ένας άγνωστος επώνυμος. Νομίζω ότι ο μοναδικός που το συνεχίζει είναι ο Banksy. Κανένας δεν τον γνωρίζει, αλλά είναι ιδιαίτερα δημοφιλής.

Πώς προέκυψε το ψευδώνυμο «Τάκης»;
Οι Έλληνες γνώριζαν ότι το Τάκης ήταν υποκοριστικό του Δημήτρης. Έτσι με αποκαλούσε η μητέρα μου και οι πάντες. Το μόνο που διάλεξα ήταν το 183. Σαν τον JULIO 204, αποφάσισα να βάλω τον αριθμό της διεύθυνσής μου.

TAKIUntitled3A_alanSHAD_1024x1024

Ήσουν από τους πιο διάσημους «ανώνυμους» της Νέας Υόρκης. Πώς αισθάνεσαι σήμερα, που έχεις αποκαλυφθεί;
Πολλοί με γνωρίζουν ή με βλέπουν μετά από πολλά χρόνια, γιατί το πρόσωπο μου είχε παραμείνει κρυφό για σχεδόν 40 χρόνια. Πηγαίνω σε φεστιβάλ γκραφίτι, και οι άνθρωποι που με γνωρίζουν λένε «αυτός είσαι εσύ»; Δεν ξέρω τι προσδοκίες είχαν. Μερικές φορές αισθάνομαι ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να είχα παραμείνει ανώνυμος. Αλλά έχουν περάσει αρκετά χρόνια και φαντάζομαι θέλω να ικανοποιήσω την περιέργεια του κόσμου. Όταν σταμάτησα να γράφω δεν αισθανόμουν πλέον την ανάγκη να γυρίσω πίσω.

Ποια είναι η άποψή σου για το μοντέρνο γκραφίτι;
Όσον αφορά το μοντέρνο γκραφίτι δεν γνωρίζω αν πλέον μπορούμε να το αποκαλούμε γκραφίτι. Το γκραφίτι είναι κάτι που το κάνεις μυστικά. Τουλάχιστον εγώ το έκανα για την ανωνυμία.

Πώς θα ήθελες να σε θυμάται ο κόσμος;
Θα ήθελα ο κόσμος να θυμάται τον Τάκη σαν κάποιον που έκανε κάτι το οποίο μπορεί να μην ήταν σημαντικό, αλλά στο τέλος κάτι μεγάλο βγήκε μέσα από αυτό. Και πρέπει να σας πω ότι το κίνημα του γκραφίτι έχει διαρκέσει πολύ περισσότερο σε σχέση με άλλα παρόμοια καλλιτεχνικά κινήματα. Αυτό νομίζω ότι μιλάει από μόνο του.

Ποια ήταν η τελευταία φορά που έκανες γκραφίτι;
Η τελευταία φορά που έκανα γκραφίτι ήταν στην Αθήνα, και μάλιστα μέσα σε αυτόν τον χρόνο. Άρα φαντάζομαι πως δεν είναι εύκολο να βγάλεις το γκραφίτι μέσα από κάποιον».

Ολόκληρη η συνέντευξη στον Πέτρο Κασφίκη εδώ.