Μία ιστορία πέρα για πέρα αληθινή.

 

Σηκώθηκε το πρωί και ήπιε καφέ μαζί της, στο πράσινο τραπέζι, είχε σκοπό να της πει να πάνε στο χωριό, να δούνε το παππού του και τη γιαγιά του, στο Αβδού, το χωριό της μάνας του, ήθελε να κάνει προπόνηση Κουνγκ Φου αλλά δεν έκανε γιατί σκέφτηκε πως «δεν ήταν η ώρα τώρα», βγήκε έξω και άρχισε να ποτίζει τα φυτά του, είχε δει στο ίντερνετ τι να κάνει για τις κάμπιες που τρώγανε τα φύλλα στα μπρόκολα και στα λάχανα.

Έφαγε αβοκάντο με ξηρούς καρπούς, εκείνη έφαγε λίγο μπλούμπερυ από το πιάτο του και του χαμογέλασε γλυκά, ο σκύλος της αυλής τον κοιτούσε από το παράθυρο, έξω ο καιρός είχε μία κίτρινη απόχρωση και είχε την αίσθηση πως βρισκόντουσαν σε άλλο πλανήτη, έψαξε με το βλέμμα στην αυλή να δει που είχε παρκάρει το διαστημόπλοιο τους αλλά δεν είδε τίποτα.

Έβαλε το μπλε πουκάμισο, ήθελε να δείχνει σοβαρός, το σακάκι το κοτλέ, τη ρώτησε εάν ήταν ωραίο αυτό που φόρεσε, εκείνη είπε μέσα από το μπάνιο «πολύ ωραία είναι», τον ρώτησε πώς να φτιάξει τα μαλλιά της, εκείνος είπε «όπως θέλεις, είσαι όμορφη όπως και να τα φτιάξεις», η φίλη του έκανε έναν ήχο ευχαρίστησης με το στόμα της, σαν μικρό ζωάκι.

Είπε κάτι στη μητέρα του, μπήκαν στο ασημένιο αυτοκίνητο, ένα Peugeot 207, μοντέλο του 2006, ο σκύλος της αυλής γάβγιζε, δεν ήθελε να φύγουν, πάντα ο σκύλος νόμιζε πως θα έφευγαν και δεν θα ξαναγυρνούσαν, εκείνος έβαλε μουσική, Howlin’ Wolf, λίγο Bill Callahan (πρόσφατα είχε χαλάσει το μηχάνημα που άκουγαν μουσική στο αυτοκίνητο και εκείνος το είχε φτιάξει και υπήρχε στον αέρα το στοιχείο του ενθουσιασμού).

 

Sem título-1m

 

Έφτασαν στο χωριό μετά από ένα σύντομο ταξίδι μισής ώρας. Το Αβδού Πεδιάδος είναι ένα μικρό χωριό κάτω από το Οροπέδιο Λασιθίου, πέρασαν το φράγμα Αποσελέμη, εκείνος έβρισε λίγο μερικές χριστοπαναγίες, δεν του άρεσε που χαλούσαν τη φύση για να φτιάξουν κάτι τεχνητό και άδειο ζωής και πνοής, εκείνη του είπε να μην χαλιέται, του είπε συγκεκριμένα «να μην το σκέφτεται αυτό με τη φύση σήμερα, να περάσουν ωραία, μια μέρα την είχανε που δε δουλεύανε και ήτανε μαζί», δεν ξαναείπε τίποτα για το «φράμα».

Η γιαγιά του τον υποδέχτηκε στη πόρτα του σπιτιού, είχε μπει σχεδόν μέσα στο δρόμο και εκείνος φοβήθηκε να μην τη χτυπήσει κανένα αυτοκίνητο, την αγκάλιασε, μπήκαν μέσα, χαιρέτησε το παππού του που έτρωγε κάτι στο τραπέζι (ο παππούς του έτρωγε πάντα πολύ νωρίς για μεσημέρι), μίλησαν λίγο, έφαγε κάτι κουλουράκια γλυκά, είπε κάτι για τη σόμπα που είχαν βάλει, πως ήτανε ωραία, δίπλα, στο σπίτι του Κουρμούλη κάποιοι έκαναν εργασίες με κομπρεσέρ, μέσα σ’ αυτούς ήταν κι ο πατέρας του ο ίδιος που ήταν ηλεκτρολόγος, η γιαγιά του πήγε να κατεβάσει μερικά πιάτα να φάνε κι άλλα κουλουράκια, έριξε μερικά πιάτα στο νεροχύτη και σπάσανε, ο παππούς του της είπε να μη στεναχωρηθεί που σπάσανε τα πιάτα, «στριμωγμένα τα έχω, τόσα πιάτα» είπε η γιαγιά και γέλασε.

«Θα πάμε;» ρώτησε ο παππούς.

«Ναι, αλλά εσύ θα οδηγάς» είπε εκείνος.

«Γιατί» ρώτησε ο παππούς.

«Ο Στέλιος φοβάται τα ύψη» είπε η φίλη του.

«Σιγά τα ύψη» είπε ο παππούς και γέλασε.

«Ιδρώνουν τα χέρια μου» είπε εκείνος.

«Χίλια μέτρα ύψος, τίποτα δεν είναι, οχτώ χιλιόμετρα δρόμος» είπε πάλι ο παππούς.

Μπήκαν στο αυτοκίνητο του παππού και άρχισαν την ανάβαση στο βουνό, όλο στροφαλάκια ήτανε ο δρόμος, γεμάτο δέντρα ο τόπος, παντού χρώματα κι ομορφιές, ο καιρός ήταν μουντός αλλά φυσούσε ένα γλυκό αεράκι νότιο.

«Θα χαλάσει ο καιρός, τα μυρίζομαι εγώ αυτά» είπε ο παππούς.

«Ναι» είπε εκείνος. Δεν ήξερε τι θα πει στην καλόγρια, δεν είχε σκεφτεί κάτι. Θα μύριζε και θα του ερχόταν η έμπνευση, σε αυτό θύμιζε σκύλο, χαμογέλασε με τη σκέψη να είναι σκύλος.

Τράβηξε το χειρόφρενο ο παππούς και κατεβήκανε, έρημη η Μονή απέξω, άνθρωπος δεν κυκλοφορούσε, νεκρή περίοδος για τουρίστες ήτανε ο Νοέμβρης φαίνεται. Τράβηξε μερικές φωτογραφίες με το κινητό του, ο παππούς κάτι έλεγε από πίσω του αλλά δεν άκουσε καλά.

Υπήρχε μία πέτρινη κολώνα που την είχανε περιφραγμένη με μαύρο κάγκελο, μέσα κάτι όμορφα φυτά φυτρώνανε και αγκαλιάζανε τη πέτρα, δεν ήξερε τι είναι αυτό, αναρωτήθηκε, κάτι θυμήθηκε από την παιδική του ηλικία, κάτι με αλυσίδες και εικόνες που του θυμίζανε Χάρι Πότερ και χαμογέλασε.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε το παππού του. Ο παππούς του ήτανε και ψάλτης και ήξερε απ’ αυτά.

«Την εικόνα είχανε δεμένη εκεί με αλυσίδες, της Παναγίας, να μη τη πάρουνε οι Τούρκοι» είπε ο παππούς.

Μπήκανε μέσα στο εκκλησάκι, κάποιος βγήκε από μία πόρτα και κάτι φώναξε, ένα όνομα γυναικείο, κάποιος άλλος του είπε να μην φωνάζει. Μέσα ήτανε σκοτεινά και μύριζε λιβάνι και υγρασία και μια άλλη μυρωδιά που δεν ήξερε πως τη λέγανε, πλήρης ησυχία επικρατούσε. Μία καλόγρια ντυμένη στα μαύρα ήτανε μέσα και καθότανε σε μία ξύλινη καρέκλα και τους κοιτούσε που μπαίνανε.

«Γεια σας» είπε εκείνος.

«Χαίρετε» είπε η μοναχή.

Κοίταξαν λίγο το ιερό, τις παλιές τοιχογραφίες που με το ζόρι ξεκαθάριζες τι απεικόνιζαν, είδε την αλυσίδα κρεμασμένη στον τοίχο μπροστά από το τέμπλο, ο παππούς του είπε να τη βάλει γύρω από το λαιμό του, έτσι ήταν λέει το έθιμο, εκείνος δεν το έκανε, κοίταξε αλλού, δεν είχε κάνει ούτε το σταυρό του, ο παππούς του είπε ένα προσκυνήσει τις εικόνες αλλά και πάλι δεν το έκανε, δεν αισθανόταν άνετα μέσα στην παλιά εκκλησία, η φίλη του τού έδειξε κάτι τάματα κρεμασμένα πάνω σε μία εικόνα που απεικόνιζαν χέρια και πόδια και μάτια, η εικόνα έδειχνε κάποιον καβάλα σε άλογο να καρφώνει ένα τερατώδες φίδι ή κάτι τέτοιο, μπορεί να ήτανε και ο Άη Γιώργης, μπορεί και όχι σκέφτηκε. Ο παππούς του τυλιγότανε με την αλυσίδα για να δώσει το καλό παράδειγμα αλλά εκείνος χαμπάρι, κοίταζε αλλού.

Εκείνος πήρε θάρρος, γύρισε και είπε στη μοναχή:

«Μπορώ να σας κάνω μερικές ερωτήσεις;».

Αμέσως το μετάνιωσε όμως, δεν του άρεσε ο τόνος της φωνής του που ήταν προσποιητός.

«Τι ερωτήσεις;» είπε ευγενικά η μοναχή. Κάτι είχε μέσα στο στόμα της, πάνω στα δόντια της, δεν ήξερε εάν ήταν σιδεράκια ορθοδοντικής ή κάτι τέτοιο, έμοιαζε να είναι σιδεράκια ορθοδοντικής, στην πάνω σειρά των δοντιών της. Εκείνος σκέφτηκε «ράπερ» και «νίγκα» και χαμογέλασε λίγο. Δεν ήθελε να είναι βλάσφημος, δεν μπορούσε όμως και να κρατηθεί, ήτανε λιγάκι αστείο όλο αυτό που γινόταν.

Η μοναχή τον κοιτούσε, εκείνος είπε κάτι με «περιοδικό, δεν ξέρω, ένα περιοδικό, ναι, απομόνωση». Η μοναχή είπε «ναι», εκείνος έκατσε, η φίλη του ήταν όρθια, ο παππούς το ίδιο.

«Πότε ήρθατε εδώ στη Κερά;» ρώτησε τη μοναχή.

«Εφτά χρόνια είμαι ‘δω» είπε η μοναχή. Τα χέρια της ήταν σαν μικρής κοπέλας, δουλεμένα όμως και δυνατά, το πρόσωπο της ήταν απροσδιορίστου ηλικίας, τυλιγμένη με μαύρα σε όλο το σώμα ρούχα και στο πρόσωπο, κάτι έτριζε όταν κουνιόταν, κάτι σαν ρούχο από δέρμα.

«Τι κάνετε όλη μέρα εδώ;» ρώτησε.

«Κάνουμε διακονίες, δουλειές» είπε η μοναχή.

«Τι είναι διακονίες;».

«Δουλειές, προσευχόμαστε, μαγειρεύουμε για τη Μονή».

Ο Στέλιος έβαλε το πόδι του πάνω στο άλλο και η μοναχή του είπε με αυστηρό τόνο φωνής να το κατεβάσει γιατί βρισκόταν μέσα σε ιερό χώρο, εκείνος το κατέβασε.

«Τι ώρα ξυπνάτε;».

«Πέντε το πρωί».

«Είναι δύσκολος ο χειμώνας εδώ πάνω;» ρώτησε τη μοναχή.

«Εντάξει, έχει χιονίσει μερικές φορές, λίγο όμως, έχουμε καλοριφέρ τώρα και ξυλόσομπες» είπε η μοναχή

«Πώς σας λένε;».

«Τι σημασία έχει;» είπε η μοναχή και χαμογέλασε και φάνηκαν τα σιδεράκια της.

Κάτι είπε ο παππούς του, είχε βαριά φωνή και αντήχησε σε όλο το ιερό.

«Γιατί γίνατε μοναχή;» ρώτησε ο Στέλιος.

«Από αγάπη για το Χριστό» είπε η μοναχή.

Δεν είχε τι άλλο να της πει. Σκέφτηκε όμως κάτι γιατί ντρεπότανε να σταματήσει.

«Είστε απομονωμένες εδώ;».

«Δεν είμαστε, βλέπουμε ανθρώπους, μη νομίζεις πως είμαστε απομονωμένες πολύ» είπε η μοναχή.

«Ναι, αλλά…» πήγε να πει εκείνος.

«Προσευχόμαστε για όλους του ανθρώπους γι’ αυτό δεν είμαστε ποτέ μόνες μας» είπε η μοναχή.

Η φίλη του ρώτησε τη μοναχή ποια ζωή ήταν πιο σημαντική, αυτή ή η άλλη. Η μοναχή είπε «η άλλη» με σιγουριά.

«Εδώ έρχονται άνθρωποι κάθε είκοσι μέρες και μας λένε για θαύματα, πρέπει να είσαι ταπεινωμένος στους άλλους, να ταπεινώνεσαι στους άλλους ανθρώπους, αυτό είναι που κάνουμε, αυτή είναι η απομόνωση μας, δεν είναι όμως και απομόνωση ακριβώς, ζούμε με άλλους ανθρώπους» είπε η μοναχή.

«Έχετε οικογένεια έξω;» ρώτησε ο Στέλιος.

«Δεν έχει σημασία… έχω, ναι… οι γονέοι μου έχουνε πεθάνει..έχω αδέρφια αλλά δεν τα βλέπω, έχω να τα δω πολύ καιρό» είπε η μοναχή και χαμογέλασε, κοίταξε κάτω για μια στιγμή.

«Πόσες είστε εδώ;» ρώτησε εκείνος.

«Εφτά» είπε η μοναχή. Κάτι έτριζε όταν κουνιόταν στην καρέκλα της. Τα μάτια της ήταν παράξενα, μικρά και μαύρα, και σε τρυπούσαν μέσα από όλο αυτό το μαύρο των ενδυμάτων της, όλα ήταν σκοτεινά μέσα στη μικρή εκκλησία.

«Μπορώ να σας τραβήξω μία φωτογραφία;» ρώτησε εκείνος με σιγανή φωνή.

«Όχι παιδί μου» είπε η μοναχή και φάνηκαν πάλι τα σιδεράκια της.

«Τον Άγιο Αντώνιο τον ξέρετε;» ρώτησε ο παππούς του.

«Από το Αβδού είμαστε» είπε εκείνος συγχρονισμένα με το παππού του και μπερδευτήκανε οι φωνές τους και ακούστηκε σαν θόρυβος όλο αυτό μέσα στο σπήλαιο του ιερού.

«Όχι, δεν τον ξέρω» είπε η μοναχή.

Ο παππούς του είπε μία ιστορία για τις τοιχογραφίες του Αγίου Αντωνίου στο Αβδού, μιας πολύ μικρής εκκλησίας στο κάτω χωριό, είπε κάτι για Γάλλους αρχαιολόγους και αρχαίες εικόνες, 700 χρόνια και κάτι άλλα για το Χριστό.

«Έχετε πνευματικό;» ρώτησε η μοναχή το Στέλιο. Εκείνος ήθελε να φύγει. Δεν αισθανόταν άνετα, κοιτούσε έξω το φως της μέρας και το ζήλευε, το ήθελε ξανά πάνω του, το σκοτάδι δεν του άρεσε.

«Όχι» είπε εκείνος απλά.

«Όχι; Να βρείτε, εμάς πνευματικός μας έρχεται από το Σινά, πρέπει να βρείτε πνευματικό να εξομολογιέστε, δεν εξομολογιέται κανείς μπροστά στην εικόνα μόνο μπροστά στο πνευματικό, πρέπει να έχει άδεια από το Μητροπολίτη ο πνευματικός» είπε η μοναχή αυστηρά και μειδίασε κάπως και φάνηκαν τα σιδεράκια της πάλι.

«Αυτή η κολώνα τι είναι έξω;» ρώτησε ο Στέλιος.

«Εκεί δέσανε την εικόνα της Παναγίας, αυτή τη κολώνα δεν μπορεί να τη κουνήσει κανείς κι όποιος πάει να τη κουνήσει κάτι παθαίνει, η εικόνα μόνη της γύρισε από την Κωνσταντινούπολη και ήρθε πάλι εδώ» είπε η μοναχή με περηφάνια λίγο.

Εκείνος σηκώθηκε. Η φίλη του ρώτησε για το σταυρό πίσω τους, πότε είχε φτιαχτεί, η μοναχή είπε μία ημερομηνία, παλιά ημερομηνία, πολύ παλιά.

«Κοινωνάτε;» ρώτησε η μοναχή το Στέλιο.

«Όχι» είπε εκείνος και έκανε ένα βήμα προς τη πόρτα.

«Όχι;» ρώτησε αυστηρά η μοναχή. «Τότε τι κάνουμε εδώ, τι κάνετε εδώ;».

Σκέφτηκε πως ίσως και να τους έδιωχνε η μοναχή.

Έκανε μία γκριμάτσα με το στόμα του, αισθανόταν χάλια, ήθελε να βγει έξω, ήθελε να φύγει.

Η μοναχή άρχισε ένα μεγάλο λόγο για το ότι πρέπει να βρούνε πνευματικό, να εξομολογούνται τι αμαρτίες τους, είπε κάτι για τον Καζαντζάκη που εξαιτίας του αυτοκτόνησαν «κάποιοι νέοι», είπε κάτι για «τον Άλλο» που έρχεται και σε κάνει ν’ αμαρτάνεις και να βλαστημάς, εκείνος χαμογέλασε ανεξέλεγκτα και κοίταξε τη φίλη του, η φίλη του έδειξε τη πόρτα με το βλέμμα της, η μοναχή άρχισε να λέει για όρκο παρθενίας και πως έπρεπε να τον τηρήσουν, εκείνος και η φίλη του, εάν ήθελαν να παντρευτούν και πως τα στέφανα ήτανε η επιβράβευση για τα δεινά που περνάς πριν το γάμο και πως δεν έπρεπε να επαναπαύονται και πως μετά το γάμο άρχιζαν τα ποιο δύσκολα, εκείνος χαιρέτησε σιγανά και βγήκε έξω, η μοναχή είπε έναν χαιρετισμό αλλά δεν τον άκουσε, εκείνος είχε βγει ήδη στο φως της όμορφης μέρας.

Πήρε βαθειά ανάσα από τον αέρα του βουνού, αγκάλιασε τη φίλη του, ο παππούς του ακλουθούσε από πίσω, ένα παιδί μικρό ήτανε στην είσοδο του μοναστηρίου με ένα κόκκινο μπουφάν και τους κοίταξε και χαμογέλασαν, εκείνος είπε στο παιδί να προσέχει να μη πέσει γιατί οι πέτρες ήτανε παράξενες και μπερδεύανε τα πόδια σου.

Μπήκαν στο αυτοκίνητο και εκείνος είπε «πεινάω», η φίλη του είπε «κι εγώ, σα λύκος». Ο παππούς είπε «θα κάνω κεφτεδάκια με πατάτες». Βάλανε μπροστά τη μηχανή και όλοι αισθανθήκανε πιο άνετα, ο δρόμος ήτανε ανοιχτός και ολοδρόσερος. Μια κορφή έμοιαζε με τεράστιο στήθος γυναίκας και ο παππούς είπε πως το λέγανε Καρφί και πως στην κορυφή του υπήρχε νερό, η φίλη του είπε κάτι για το νερό και για το που πήγαινε και ο παππούς του είπε «παντού τρυπώνει αυτό, παντού, πηγάζει και τρέχει και άμα το βρεις είσαι τυχερός και πίνεις και χαίρεσαι». Δεν μιλήσανε άλλο μέχρι το χωριό.

Κείμενο και σκίτσο: Στέλιος Παπαγρηγορίου

http://steliospapagrigoriou.blogspot.gr

Ο Στέλιος Παπαγρηγορίου είναι συγγραφέας και ζει στο Ηράκλειο Κρήτης. Έχει γράψει τα βιβλία «Για την κυρία Σάντμπλουμ» (εκδόσεις Τόπος 2010), «Οι Σημαίες δεν ανεμίζουν τη νύχτα» (εκδόσεις Νεφέλη 2013) και «Γυμνά Τρολ» (εκδόσεις Νεφέλη 2013).