H Νιόβη σε μία εξομολογητική κουβέντα για τους προσωπικούς της δαίμονες και τη μουσική λίγο πριν εμφανιστεί στην σκηνή του Plisskën Festival.

 

Σίγουρα δεν είναι ένα πλάσμα που μπορείς να χαρακτηρίσεις συνηθισμένο και συμβατικό, που μπορείς να ταξινομήσεις, που μπορείς να κατανοήσεις τη μουσική της με την πρώτη. Μέσα στην υπόλοιπη ελληνική ποπ η Dednewb μοιάζει να έχει πέσει από άλλο πλανήτη, έχει ένα δικό της στυλ, έχει μια αναμφίβολη λάμψη, κι αν δεις τα βίντεό της δεν υπάρχει μέση κατάσταση: θα την λατρέψεις ή θα την μισήσεις. Κι η αλήθεια είναι ότι έχει «φάει» πολύ μίσος από τότε που άρχισε να κάνει μουσική. Κάποιοι έχουν δημιουργήσει κατά καιρούς ακόμα και hate σελίδες στο Facebook για να σχολιάσουν κυρίως την εμφάνισή της και τα σχόλια που αφήνουν κάτω από τα βίντεο στο YouTube είναι αδιανόητα σεξιστικά. Η Deadnewb φτιάχνει ένα περίεργο μίγμα από χιπ χοπ και witch house που το ονομάζει «dreamdeath witch-hop», κάτι αρκετά προκλητικό για τον ανδροκρατούμενο χώρο του παραδοσιακού χιπ χοπ.

«Θωρώ ότι είμαι ένα τίποτα, δεν θεωρώ ότι είμαι σημαντική» λέει την ώρα που ψάχνει αναπτήρα για το τσιγάρο της. Πίνει τσάι και αγκαλιάζει τον Τσάρλι, το ποπίνι της, ένα πομεράνιαν σκυλάκι που κουβαλάει μαζί της μέσα σε μια τσάντα. «Εγώ το πιστεύω, κάποιος άλλος εκεί έξω δεν το πιστεύει και λέει “όχι, σώνει και καλά είσαι αυτό που θα πω εγώ ότι είσαι”. Βγάζουν έναν οχετό που, να σου πω την αλήθεια, δεν με νοιάζει γιατί έχω φάει τόσα σκατά στη ζωή μου που τον αντέχω, αλλά οι ίδιοι δηλητηριάζουν τον εαυτό τους. Με κράζανε στις σελίδες που έφτιαχναν χωρίς να με ξέρουν καν».

 

 

Τι έλεγαν;

Για τις φακίδες στο πρόσωπό μου, για το πώς βάφομαι, ότι είμαι αδύνατη, σχολίαζαν το πώς είμαι εμφανισιακά. Είναι πολύ φτηνό και ελεεινό, αν θέλουν να κρίνουν, τουλάχιστον ας κρίνουν τις απόψεις μου. Είναι πολύ σεξιστικός ο χώρος, ειδικά αν κάνεις χιπ χοπ.

 

Τι ακούς για τη μουσική σου;

Ότι η φωνή μου είναι πάρα πολύ λεπτή, τσιριχτή, ότι έχει distortion. Κυρίως, όμως, κάνουν κακεντρεχή σχόλια για την εμφάνισή μου. Με εκνευρίζει αυτό, γιατί στα σχόλια δεν ασχολούνται με τη μουσική μου.

 

Σχολιάζουν και ότι μοιάζεις με τη Yolandi (σημ: των Die Antwoord);

Έχω το ίδιο κούρεμα από τα 15 μου. Την εποχή που δεν ήμουν καλά ψυχολογικά είχα μαύρα μαλλιά και όταν κάποια στιγμή βγήκα από όλο αυτό κι ένιωσα καλά με τον εαυτό μου, τα έβαψα ξανθά. Το μαλλί μου το βάφω ανάλογα με τη διάθεσή μου, γενικά. Έλα όμως που της μοιάζω και στο πρόσωπο και άκουσα ότι πάω να την αντιγράψω. Δεν τους άκουγα ποτέ τους Die Antwoord, δεν είναι από τις επιλογές μου ούτε από τις επιρροές μου. Από τις μεγαλύτερες επιρροές μου είναι η ± Gvcci Hvcci, αλλά δεν έγινε ποτέ γνωστή για να την ξέρουν. Δεν γίνεται να σε συγκρίνουν και να σε βάζουν σε κουτί. Το άλλο που έχω ακούσει είναι ότι γουστάρουν τις παραγωγές μου αλλά δεν αντέχουν τη φωνή μου. Κάποιος έγραφε ότι δεν αντέχει τη φωνή μου all the time! Δεν με αντέχει αλλά κάθεται και με ακούει all the time! Το αστείο είναι ότι κάνουν σχόλια του τύπου «λέει στον παραγωγό να της χαμηλώσει τη φωνή επειδή δεν έχει φωνή». Η αλήθεια είναι ότι και τα δύο, το distortion και η χαμηλή φωνή, βγαίνουν από την κακή ποιότητα του μικροφώνου και την άθλια κάρτα ήχου που χρησιμοποιούσα. Δεν μου φτάνουν τα λεφτά να πάω σε στούντιο, δεν είχα ποτέ κάποια κονέ για να μπορώ να τα εκμεταλλευτώ και να κάνω κάτι τέτοιο. Την μίξη κάνω μόνη μου. Τα πάντα. Και ηχογραφώ μόνη μου. Τα πρώτα κομμάτια μου τα έχω ηχογραφήσει στο μπάνιο, το μικρόφωνο στηριζόταν πάνω στην πετσέτα και παράλληλα έκανα και γιόγκα για να ισορροπήσω και να ακούγομαι σωστά στο μικρόφωνο. Έχω ηχογραφήσει και μέσα στην ντουλάπα. Παντού δηλαδή, έχω ηχογραφήσει σε κάθε χώρο που υπάρχει στο σπίτι. Με μια κάρτα ήχου των 35 ευρώ, ό,τι μίξη και να προσπαθούσα να κάνω είχε τόσο θόρυβο που ήταν αδύνατο να τον αποφύγω. Ηχογραφώντας με φίλους μου έχω προσέξει ότι αντρική φωνή που τα «χώνει» ακούγεται πολύ καλά στο μικρόφωνο, έχει ένα μέταλλο ακόμα πιο έντονο, ενώ η δικιά μου φωνή, επειδή είναι λεπτή, δεν ακούγεται. Έτσι πρέπει να προσπαθήσω να τη δυναμώσω κάπως.

 

Από πότε φτιάχνεις μουσική;

Γενικά, είχα πάντα μία τάση να κάνω μουσική, αλλά η μάνα μου ήθελε να κάνω κάτι ακαδημαϊκό, κάτι που να χρησιμοποιώ το μυαλό μου, οπότε θεωρούσε ότι τα καλλιτεχνικά επαγγέλματα πρέπει να τα απαξιώσει και να μου τα σβήσει από το μέλλον. Έτσι κι εγώ έβαλα το κεφάλι μου κάτω και κατέληξα να σπουδάζω ψυχολογία. Και λίγο πριν πάρω πτυχίο, στο τέταρτο έτος, μου βάρεσαν κάτι παράνοιες που τρελάθηκα εντελώς και λέω «ρε φίλε, δεν πάει άλλο να κάνω πράγματα στα οποία ναι μεν είμαι καλή, αλλά δεν με κάνουν ευτυχισμένη». Δηλαδή, ποιο το νόημα να κάνω κάτι που δεν με κάνει να αισθάνομαι πλήρης μέσα μου; Τότε άρχισα να γράφω στίχους και να εκφράζομαι με αυτόν τον τρόπο. Μόλις είχα γνωρίσει και τον FlokosH, οπότε μου έδινε παραγωγές κι έγραφα στίχους, επειδή ένιωθα σκατά και ήθελα να το βγάλω από μέσα μου. Κι έτσι απλά προέκυψε όλο αυτό το θέμα, στα 22 μου. Αρχικά ηχογραφούσα από το κινητό, κι επειδή δεν γινόταν να τα δημοσιεύσω έτσι, πήρα το πιο φτηνό μικρόφωνο που άντεξα να πάρω, όσο πιο καλό και φτηνό μπορούσα, πήρα και την χάλια κάρτα ήχου, κι έβγαινε ο ήχος λες και ήταν απ΄τα βάθη της κόλασης. Εκείνη την στιγμή δεν με ένοιαζε, μου αρκούσε να το βγάλω από μέσα μου.

 

 

Με τι μουσική έχεις μεγαλώσει;

Μεγάλωσα με τη μητέρα μου που είχε πιο grunge ρίζες, άκουγε και λίγο jungle, κυρίως ροκ, όμως. Όταν ήμουν 5 χρονών μου έβαζε να ακούω Prodigy και γούσταρα πάρα πολύ. Μεγάλωσα με την ποπ του ’90 κι ό,τι έπαιζε το MTV και όλα αυτά τα κλασικά τα ωραία. Στα 12 άκουγα πωρωμένα Slipknot, πέρασα πιο μέταλ φάση, black metal, Burzum. Τότε κατάλαβα ότι μου αρέσει περισσότερο η ραπ μουσική από αυτά που άρεσαν στη μάνα μου, ζούσα και την εφηβεία μου, οπότε τα νεύρα ήταν στα κάγκελα, αλλά μετά άρχισα να ψάχνω την ηλεκτρονική, να σκάβω όλο και πιο βαθιά, έμπαινα σε forums με μικρά αγγλικά γκρουπ που δεν τους ήξερε ούτε η μάνα τους, 13 χρονών παιδιά κι αυτοί. Άκουγα και rave πολύ, επειδή έπαιζε πάρα πολύ στη Γερμανία στα ’90s που μεγάλωσα, οπότε είχα κι από εκεί ακούσματα.

 

Πού γεννήθηκες;

Γεννήθηκα στην Κούβα, πήγαμε στη Γερμανία όπου έμεινα μέχρι 9-10 ετών, και μετά ήρθαμε στην Αθήνα. Μικρή μιλούσα ισπανικά, μετά τα ξέχασα και έμαθα γερμανικά επειδή η μητέρα μου δούλευε όλη μέρα, οπότε εγώ ήμουν στον παιδικό σταθμό -και αργότερα στο σχολείο- όλη την ώρα με τα Γερμανάκια.

 

Ελληνικά μιλούσες;

Με τη μαμά μιλούσα ελληνικά, έκανα και μαθήματα για να μπορώ να τα μιλάω, αλλά όταν ήρθαμε εδώ τα ελληνικά μου ήταν χάλια. Τα τελειοποίησα στην τρίτη λυκείου, όταν διάβαζα για τις πανελλήνιες κι έμαθα ένα σωρό καινούργιες λέξεις. Τα ελληνικά είναι μεγάλη κούραση να τα μαθαίνεις αν δεν τα ζεις στην Ελλάδα. Μετά έφυγα πάλι στη Γερμανία όπου φρέσκαρα τα γερμανικά μου και ξαναγύρισα στην Αθήνα. Θα ξαναφύγω όμως για Γερμανία.

 

Πώς την βλέπεις την κατάσταση εδώ;

Ωραία είναι η Ελλάδα για να κάνεις τη φασούλα σου, αλλά θεωρώ ότι ειδικά στη μουσική οι Έλληνες έχουν άλλη νοοτροπία, πολύ διαφορετική από τους Γερμανούς. Βέβαια, κι εδώ εκφράζομαι άνετα, αλλά ξέρω ότι δεν θα έχω την ανταπόκριση που θα έχω στο εξωτερικό, γιατί εκεί έχουν περισσότερα ακούσματα σαν τα δικά μου. Έχουν μεγαλύτερη οικειότητα να πουν «ξέρεις κάτι; Αυτό δεν είναι για τα μπάζα μόνο και μόνο επειδή είναι κάτι καινούργιο και δεν το γνωρίζω». Μου τη σπάει που στην Ελλάδα θα με ρωτήσουν «τι δουλειά κάνεις;» και εγώ θα σκαλώσω και θα το σκεφτώ να πω ότι είμαι μουσικός και κάνω και λίγο μόντελινγκ. Με το που λέω τη λέξη «μουσικός», καταλαβαίνω ότι ο άλλος εκείνη τη στιγμή σκέφτεται «πωπω, τίποτα πραγματικά, ε;». Όταν λες «μουσικός» αντιλαμβάνεται ένα 15χρονο παιδί που πάει να παίξει με την μπάντα του. Κι αυτός μουσικός είναι, οπότε ποια η διαφορά; Αυτό που λένε συνήθως είναι «δεν την ξέρω τη μουσική σου». Γιατί σώνει και καλά πρέπει να ξέρουμε τους ίδιους καλλιτέχνες; Δίνεις μια συνέντευξη και γράφουν από κάτω «και ποια είναι αυτή δηλαδή που της κάνετε συνέντευξη;». Αναρωτιέται λες και ξέρει ποιοι είναι οι μεγάλοι μουσικοί του παρελθόντος, αυτός που δεν ξέρει κανέναν πέρα από τον Παντελίδη. Αν πεις «δεν μου αρέσει αυτή η μουσική» το δέχομαι, αλλά δεν μπορείς να είσαι γνώστης για ένα πράγμα που δεν ξέρεις γι’ αυτό τίποτα. Είναι ελληνική νοοτροπία πλήρως, γιατί ο Γερμανός δεν το ακούει, αλλά δέχεται ότι υπάρχει και δεν το βρίζει. Κι εμένα δεν μου αρέσουν πράγματα, αλλά ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει, δεν το ακούω αλλά κοιτάω αλλού ρε φίλε.

Αν προσέξεις κοινωνικά τι γίνεται, βγάζεις απόλυτο νόημα με τη βλακεία που υπάρχει. Είναι τραγικό. Και δεν μπορείς να τα βάλεις με τον ηλίθιο γιατί δεν έχει λογική. Και να πεις κάτι έξυπνο, να έχεις επιχειρήματα, εκείνη τη στιγμή ο βλάκας συνεχίζει να είναι βλάκας. Είτε μιλήσω είτε όχι, πάντα ξεφεύγει η κατάσταση για μένα. Πρέπει να υφίσταμαι την κριτική άλλων χωρίς να λέω τίποτα, μόνο που υπάρχω. Προσωπικά δεν μου αρέσει η ιδέα της κοινωνίας, γενικά. Δεν θέλω να πω ότι αν ήμουν μόνη μου έξω στους αγρούς θα επιβίωνα σώνει και καλά, αλλά η έννοια της κοινωνίας δεν με ελκύει γιατί συνειδητοποίησα ότι πάντα στην κοινωνία πρέπει να υπάρχει αρχηγός, και πάντα θα εκμεταλλεύονται οι μεγαλύτεροι τους μικρότερους, θα υπάρχουν οφέλη. Άλλος θέλει να πάρει την εξουσία, μετά θέλουμε ως κοινωνία να επιβληθούμε σε άλλες κοινωνίες για να μην μας επιβληθούν αυτές, και πάει λέγοντας με πόλεμο και έχθρα. Πάντα πρέπει να έχουμε κάτι να χωρίσουμε. Δυστυχώς, δεν υπάρχει και άλλος τρόπος για να ζήσεις. Αν μείνεις σε ένα σπιτάκι μικρό ξύλινο, κάπου στη μέση του κυριολεκτικού πουθενά, πάλι θα ενοχλήσεις κάποιον, ο οποίος θα έρθει και θα σου πει «δεν μπορείς να ζήσεις εδώ, δεν μπορείς να τρέφεσαι από τα φυτά και από δικούς σου πόρους, γιατί σώνει και καλά πρέπει να αγοράσεις από μένα».

 

 

Με τον Χάρη (τον FlokosH) πώς γνωριστήκατε;

Είχαμε κοινούς φίλους και κοινούς γνωστούς και κάποια στιγμή κολλήσαμε μέσω Facebook. Ήμουν σε φρικαλέα κατάσταση ψυχικά εκείνη την περίοδο και τα είχα πάρει και δεν ήθελα κανέναν και τίποτα, αλλά με τον Χάρη είχαμε μια ροή τόσο φυσική, ήταν όλα ταιριαστά, όλα ήσυχα, δεν είχα ξαναμιλήσει με άνθρωπο έτσι. Bρεθήκαμε στο Μοναστηράκι και μετά αρχίσαμε τα ραντεβουδάκια γιατί ήταν κατευθείαν έρωτας, αλλά το πιο αστείο είναι ότι με είχε κάνει add άλλες δύο φορές και δεν τον είχα κάνει accept.

 

Είπες ήσουν σε φρικαλέα κατάσταση, τι εννοείς;

Βρισκόμουν σε μανιακό επεισόδιο και όταν ξεψυχούσε αυτό άρχισα να νιώθω να με τραβάνε τα δύο άκρα: απ’ τη μία η τσίτα της μανίας κι απ’ την άλλη η κατάθλιψη. Τελικά, πήγα σε γιατρό και μου είπε ότι ήταν μικτό επεισόδιο, δηλαδή είχα και μανία και κατάθλιψη. Κι ήταν λίγο τραγικό, γιατί η μανία σε κάνει τόσο νευριασμένο που λες «θα μπορούσα και να σκοτώσω άνθρωπο» και η κατάθλιψη σου λέει «ναι, αλλά εσύ δεν θα πεθάνεις; Ψόφα κι εσύ». Κι επειδή δεν θέλεις να πληγώνεις τους άλλους, καταλήγεις να πληγώνεις τον εαυτό σου ακόμα περισσότερο. Το γεγονός ότι γνώρισα τον Χάρη με βοήθησε πάρα πολύ. Τα χάπια που πήρα από τον ψυχίατρο μου έκαναν μεγάλο κακό, γιατί ήταν βαλπροϊκό οξύ, σταθεροποιητής, κι εμένα αυτό με γείωσε από τη μανία αλλά δεν μου έφτιαξε την κατάθλιψη. Ήμουν σε μια κατάσταση που δεν μπορούσα ούτε να σηκωθώ να κάνω γιόγκα, ένιωθα βαριά, μέχρι που στο τέλος κατάλαβα ότι ούτε ο εγκέφαλός μου δεν έιναι στα καλά του, γιατί τον είχα κάψει. Μου έλεγε ο Χάρης κάτι και σε ένα δευτερόλεπτο του έλεγα «τι είπες;».

 

Και έκοψες τα χάπια;  

Ναι. Έχω από τις καλύτερες μνήμες, θυμάμαι απίστευτες λεπτομέρειες, και δεν μπορούσα να θυμηθώ τι μου έλεγε ένα λεπτό πιο πριν. Έτσι, μετά από ενάμιση χρόνο τα έκοψα. Και ξέρεις τι κατακραυγή έχω ακούσει; Με έχουν πει πρεζάκι. Έχεις ιδέα αν αυτός ο άνθρωπος που τον λες «πρεζάκι» θέλει να πεθάνει στην μπανιέρα του; Αν είναι σαν πρεζάκι γιατί ξερνάει όλη την ώρα από την κατάθλιψη; Κάποιοι άνθρωποι δεν έχουμε ανορεξία, δεν θέλουμε ένα αδύνατο σώμα, απλά ξερνάμε επειδή είμαστε δυστυχισμένοι. Ξέρεις τι είναι να ξυπνάς και να νιώθεις σκατά και να λες «θα πιω λίγο νεράκι μπας και ξυπνήσω» και πίνεις το νεράκι και τρέχεις κατευθείαν στην τουαλέτα και κάνεις εμετό; Δεν ξέρεις γιατί. Προσπαθείς να φας και σού έρχεται εμετός. Με άλλαξε πολύ αυτή η κατάσταση. Ως παιδί ήμουν straight edge, δεν έπινα, δεν κάπνιζα, δεν έπινα ούτε καν καφέ. Με τη μανία αισθανόμουν ότι έπρεπε να τα κάνω όλα. Όχι μόνο τσιγάρο, ποτό, ναρκωτικά, αλλά κάθε εμπειρία ανθρώπινη. Μέσα σε χρονικό διάστημα μηνών μπορείς να ζήσεις πράγματα που ένας νορμάλ άνθρωπος θα ζούσε κανονικά σε τρία χρόνια. Κάθεσαι άγρυπνος μέρες σερί, -μία φορά είχα κάτσει τρία 24ωρα με το μάτι γαρίδα- και προσπαθείς να κάνεις όσο πιο πολλά μπορείς. Μόλις έφυγα από τη μανία έφυγαν και όλα αυτά, το μόνο που μου έμεινε είναι το τσιγάρο. Ούτε μπίρα δεν πίνω πια.

 

Κι από όλο αυτό προκύπτει το καλλιτεχνικό σου όνομα;

Ναι. Όπως λέω και στους στίχους του «trvefashionblackmetal» «I had to change the person I used to be», μετά τη μανία ένιωσα ότι σκότωσα κυριολεκτικά έναν εαυτό μου. Και τώρα κάποιες φορές όταν αναφέρομαι στη Νιόβη εκείνης της φάσης, είναι σαν να είμαι άλλος άνθρωπος. Και επειδή ένιωθα ότι εκείνος ο άνθρωπος αργοπέθαινε και πέθαινε μαζί του και η αθωότητα ή αφέλεια που είχα, η πιο παιδική, μόλις άρχισα να γυρνάω στον παλιό μίζερο εαυτό της κατάθλιψης, άρχισα να κλαίω επειδή σκότωσα τον εαυτό μου. Μπορεί να σου φαίνεται αστείο, αλλά το έκανα. Άρχισα να ουρλιάζω ότι πέθανα. Και έτσι, επειδή το newb ήταν λίγο περιπαικτικό της Νιόβης, το dead ήρθε και κόλλησε, γιατί πέθανε η παλιά και ξαναγεννήθηκε μια άλλη Νιόβη. Και από πάρτι monster με ναρκωτικά, αλκοόλ, το χαμό, έγινα άλλος άνθρωπος…

 

Η dednewb θα εμφανιστεί την πρώτη μέρα του Plisskën Festival [Σάββατο, 1.12.17] στην σκηνή του Tunnel στις 20.30. Τα εισιτήρια κοστίζουν 50€ για το διήμερο και 32€ την ημέρα.  

facebook

instagram