Η ταινία της Ελένης Γιώτη «Αιγαίο ή η κωλοτρυπίδα του θανάτου» –που προβλήθηκε για πρώτη φορά στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας- είναι μία ταινία γροθιά στο στομάχι. Στα 7 περίπου λεπτά που διαρκεί παρακολουθείς έναν άνθρωπο να φοράει ένα πορτοκαλί σωσίβιο-γιλέκο σε διαφορετικούς δρόμους της Αττικής όπου έχουν συμβεί βίαιες ρατσιστικές επιθέσεις και δίνει βουβά οδηγίες σε περίπτωση ναυαγίου. Η ταινία που βασίστηκε σε ένα ποίημα του Ελληνοτσετσένου ποιητή Jaza Khaleed [ο τίτλος της ταινίας είναι ο τίτλος του ποιήματος] διαρκεί όσο και η ανάγνωση του ποιήματος, και οι λέξεις κόβουν σαν λεπίδες. Η ταινία πρόσφατα ταξίδεψε στο έβδομο Φεστιβάλ Κινηματογραφικής Ποίησης «Ζέβρα» του Βερολίνου, ένα από τα πιο μεγάλα φεστιβάλ της Ευρώπης, και κέρδισε ένα από τα τέσσερα βραβεία. Να σημειωθεί ότι φέτος έστειλαν 770 κινηματογραφιστές από 70 χώρες τις μικρού μήκους ταινίες τους και από αυτές επιλέχτηκαν 29 για το διαγωνιστικό τμήμα, ανάμεσά τους και η ταινία της Ελένης. Να σημειωθεί επίσης ότι στο φεστιβάλ Δράμας η ταινία απορρίφθηκε [για τα κριτήρια που επιλέγουν τις ταινίες στα ελληνικά φεστιβάλ αναρωτήθηκαν στη συνέχεια στην Deutsche Welle]. Η Ελένη Γιώτη μας μίλησε για την ταινία.

Πότε διάβασες πρώτη φορά το ποίημα του Jazra Khaleed; Τον γνώριζες από πριν; Τι ήταν αυτό που σε έκανε να θέλεις να κάνεις τους στίχους του ταινία;
Διάβασα πρώτη φορά το ποίημα τον χειμώνα του 2013, όταν πρωτοδημοσιεύτηκε στο 8ο τεύχος του περιοδικού Τεφλόν. Γνώριζα ήδη τον Jazra Khaleed και είχαμε συνεργαστεί σε μεταφράσεις ποίησης για το Τεφλόν, αλλά και για τις εκδόσεις Τοποβόρος. Η ιδέα να κινηματογραφήσουμε το ποίημα ήταν δική του. Αφετηρία δική μου ήταν η πεποίθηση πως η ποίηση δεν εικονογραφείται: καλείσαι να δημιουργήσεις έναν κινηματογραφικό χώρο μέσα στον οποίο οι ποιητικές εικόνες να μπορούν να αντηχήσουν αυθύπαρκτες.

Η ποίηση του Γιάζρα έχει μεταφραστεί σε ένα σωρό γλώσσες, έχει παρουσιαστεί σε μεγάλες διοργανώσεις ποίησης διεθνώς, εκτιμάται πολύ στο εξωτερικό. Γιατί δεν έχει θέση στην Ελλάδα; Μήπως είναι πολύ σκληρή και ειλικρινής για τους νεοέλληνες;
Η ποίηση του Jazra Khaleed έχει το κοινό της στην Ελλάδα, απλά δεν πρόκειται για το κοινό που αντιλαμβάνεται την ποίηση ως αισθητική τελετουργία που παράγεται και καταναλώνεται μέσα στους εβένινους πύργους της υποτιθέμενης υψηλής διανόησης. Η αναγνωρισιμότητα μιας τέχνης ανατρεπτικής από το όποιο εγχώριο ή διεθνές κατεστημένο δεν είναι στέρεο κριτήριο για να την εκτιμήσουμε ή να την απορρίψουμε. Ακόμη κι αν ποίηση του Jazra Khaleed δεν έχαιρε εκτίμησης σε άλλες χώρες, ακόμα κι αν δεν είχε μεταφραστεί σε τόσες γλώσσες, δεν θα έπαυε να είναι μια σημαντική ποίηση που συνδιαλέγεται ουσιαστικά με την εποχή της. Και για να μην το εντοπίζουμε μόνο στη σημερινή Ελλάδα, η πολιτική τέχνη είναι συνήθως περιθωριοποιημένη σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.

THE AEGEAN OR_01

Ακούγοντας κάποιος που έχει μνήμες τη φωνή που ουρλιάζει στο ξεκίνημα της ταινίας μπορεί να τη συσχετίσει με τη φωνή του Παπαδόπουλου ή ακόμα και του τρόπου που μιλούσε ο Χίτλερ. Ισχύει ή μόνο σε μένα φάνηκε; Γιατί, άραγε, όλοι οι φασίστες ουρλιάζουν;
Στην ταινία επιχειρούμε να επανοικειοποιηθούμε το ουρλιαχτό ως τρόπο άρθρωσης ποιητικού, αντιφασιστικού λόγου. Δεν ουρλιάζουν μόνο οι φασίστες, ουρλιάζουν και οι πανταχού απελπισμένοι, οι εξοργισμένοι, οι τρελοί… Η ταινία προτείνει περιπαικτικά την εναλλαγή ανάμεσα σε ένα επιθετικό ουρλιαχτό και μια ουδέτερη, ισοπεδωμένη εκφορά ραδιοφωνικού δελτίου ειδήσεων, με στόχο να αντιπαραθέσει μια φωνή που συμμετέχει ολοκληρωτικά σε αυτό που λέει –μια φωνή έκδηλης υποκειμενικότητας– και μια φωνή που απέχει από αυτό που λέει –αφού τα δελτία ειδήσεων υποτίθεται πως είναι «αντικειμενικά». Σκέφτομαι τελικά πως οι ήρεμες, δημοσιογραφικές φωνές που κυριαρχούν στην επικοινωνία είναι στην πραγματικότητα το ίδιο φασιστικές και επικίνδυνες με τις άναρθρες κραυγές των νεοναζί. Ποιος αμφιβάλλει ότι σήμερα ζούμε υπό φασιστικό καθεστώς με τη μορφή του κοινοβουλευτισμού;

Τι ρόλο παίζει το σωσίβιο σε όλη την ταινία; Πόσο σαρκαστικό είναι; Και γιατί τα πλάνα έχουν τόσους διαφορετικούς χώρους;
Στους τοίχους της Αθήνας, υπάρχει ένα στένσιλ εμπνευσμένο από τα μνημόνια της ελληνικής κρίσης: «ΟΧΙ ΑΛΛΟ ΣΩΣΙΜΟ». Ίσως το λακωνικό του χιούμορ να συνοψίζει τον παραλογισμό των «φιλανθρωπικών» επιχειρήσεων «διάσωσης» που επιφυλάσσει ο καπιταλισμός στα θύματά του, είτε αυτά είναι ντόπιοι είτε μετανάστες. Στην ταινία, ένας άνδρας εμφανίζεται με ένα σωσίβιο θαλάσσης σε δρόμους της Αττικής όπου έχουν συμβεί βίαιες ρατσιστικές επιθέσεις. Το «Πλοίο της Αγάπης» έχει από καιρό βουλιάξει και οι οδηγίες διάσωσης δεν είναι παρά ένα κακόγουστο αστείο, που δυστυχώς παρακολουθούμε καθημερινά στις ειδήσεις. Στο ναυάγιο του καπιταλισμού, μάταια αναζητεί κανείς τη σωτηρία –του σώματος ή της ψυχής.

Η ταινία παρόλο που έχει έντονο το στοιχείο του χιούμορ είναι μια γροθιά στο στομάχι, ακόμα κι αν γνωρίζεις τα περιστατικά βίας που αναφέρονται με θύματα μετανάστες. Πιστεύεις ότι ενόχλησε κάποιους και δεν την επέλεξαν για το φεστιβάλ Ελληνικών Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας;
Δεν γνωρίζω ποια είναι τα κριτήρια του φεστιβάλ Δράμας, αν στην περίπτωση αυτής της ταινίας ήταν αισθητικά, πολιτικά ή και τα δύο. Δεν έχω απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Το ποίημα πάντως είναι σίγουρα περισσότερο ενοχλητικό εντός Ελλάδας, παρά εκτός.

THE AEGEAN OR_02

Πες μου για το Φεστιβάλ Κινηματογραφικής Ποίησης «Ζέβρα» του Βερολίνου. Δεν την επέλεξαν απλώς ανάμεσα από 770 κινηματογραφιστές από 70 χώρες, αλλά φύγατε και με το βραβείο «Καλύτερης Ταινίας για την Ανεκτικότητα» και αποθεωτικές κριτικές. Τι σημαίνει αυτό για σένα;
Η ανταπόκριση που είχε η ταινία στο Βερολίνο ήταν για εμάς συγκινητική. Τα τελευταία χρόνια είναι πολύ περισσότερες οι ταινίες που γίνονται γύρω από τη θεματική της μετανάστευσης, αφού το πρόβλημα οξύνεται δραματικά. Φαίνεται πως η ανεκτικότητα –μια λέξη που δεν καταλαβαίνω και τόσο– είναι στην πράξη κενός τίτλος. Δεν νομίζω ότι καλούμαστε να «ανεχτούμε» ο ένας τον άλλον. Μάλλον καλούμαστε να σταματήσουμε να ανεχόμαστε την καταστροφή της ανθρώπινης ζωής στο βωμό του κέρδους.

Ποια είναι τα κριτήρια που επιλέγουν μια ταινία σε φεστιβάλ της Ελλάδας; Είναι δυνατόν να είναι καλλιτεχνικά τα κριτήρια που απορρίφθηκε;
Πολλές ταινίες δυσκολεύονται να βρουν τον δρόμο τους στα φεστιβάλ, κάποιες από αυτές μπορεί να είναι εξαιρετικές ταινίες. Ποτέ δεν μπορείς να γνωρίζεις τα κριτήρια απόρριψης, εφόσον τα ίδια τα φεστιβάλ δεν τα γνωστοποιούν. Το φεστιβαλικό κύκλωμα βοηθά τους κινηματογραφιστές να προχωρήσουν προσφέροντας διαπιστευτήρια, όμως δεν αποτελεί γνήσιο κριτήριο ως προς την αξία των ταινιών. Τελικά οι ταινίες δεν πρέπει να φτιάχνονται σύμφωνα με τα κριτήρια των φεστιβάλ, αλλά σύμφωνα με τα κριτήρια των κινηματογραφιστών.

Ποιες ήταν οι αντιδράσεις στις Νύχτες Πρεμιέρας που προβλήθηκε; Άκουσες σχόλια;
Στο τέλος της προβολής, ακούστηκαν μέσα στην αίθουσα κάποια αντιφασιστικά συνθήματα, αυτή η αυθόρμητη αντίδραση μας χαροποίησε. Σχόλια για την ταινία άκουσα μόνο από γνωστά μου πρόσωπα που είχαν έρθει στην προβολή. Κάτι που μας λείπει στην Ελλάδα είναι η κουλτούρα της συζήτησης μετά την προβολή μιας ταινίας, της δημόσιας συζήτησης μέσα στην αίθουσα, μεταξύ των θεατών, με ή χωρίς τη συμμετοχή των δημιουργών. Ειδικά σε ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ, θεωρώ πως η συζήτηση είναι κάτι που θα έπρεπε να προσχεδιάζεται και να επιδιώκεται, ώστε η εμπειρία της θέασης να διευρύνεται ως μια κοινωνική εμπειρία.

Πώς ήταν σαν εμπειρία το Βερολίνο;
Το Βερολίνο με την ακμάζουσα καλλιτεχνική ζωή μου φαίνεται σαν μια φούσκα, μια νησίδα εναλλακτισμού που τη ζώνουν τα φίδια. Η πόλη έχει εμπορευματοποιήσει τα τραύματά της και οι τουρίστες που την κατακλύζουν διαβάζουν την ιστορία της όπως την έγραψαν οι νικητές. Ζήσαμε την πόλη κυρίως μέσα από την εμπειρία του φεστιβάλ, μια εμπειρία που μας αναζωογόνησε, καθώς είδαμε πολλές ταινίες και γνωρίσαμε ανθρώπους από πολλές χώρες.

Πόσο δυνατό όπλο είναι το χιούμορ;
Το χιούμορ είναι μια δυναμική όψη της απόγνωσης και ένας τρόπος επιβίωσης, όχι πάντα ασφαλής. Έχω την εντύπωση ότι στη σημερινή Ελλάδα, το χιούμορ ανθίζει όσο μαραίνεται η ζωή. Η κλωστή που το χωρίζει από έναν διάχυτο κυνικό μηδενισμό, μας βάζει συχνά τρικλοποδιές.

Γιατί έκανες μια ταινία για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες; Είμαστε τελικά τόσο ρατσιστές ως λαός όσο φαίνεται τελευταία;
«Οι παππούδες μας πρόσφυγες. Οι γονείς μας μετανάστες. Εμείς ρατσιστές;»

Πού αλλού θα ταξιδέψει η ταινία;
Επόμενος σταθμός το 16ο Φεστιβάλ Διαφορετικού και Πειραματικού Κινηματογράφου στο Παρίσι (11-26 Οκτωβρίου).

το αιγαίο είναι μία υγειονομική βόμβα
οροθετικές πόρνες
παιδιά με τυμπανισμό
μουσουλμάνοι φυματικοί ροφοί με ουλίτιδα (ή στα κάρβουνα
στο νησί «φιλοξενία παράνομων μεταναστών» ο δήμαρχος είναι επιχειρηματίας,
ο παπάς είναι επιχειρηματίας,

ο μπάτσος είναι επιχειρηματίας,
ο χρυσαυγίτης είναι επιχειρηματίας,

ο επιχειρηματίας είναι επιχειρηματίας,

ο ροφός είναι επιχειρηματίας
(όλοι ολίγον τι φασίστες επιχειρηματίες
28ος μεσημβρινός
(ο σκληρός 27ος μεσημβρινός
(ξηρά εμπρός
26ος μεσημβρινός (ύφαλος! 25ος μεσημβρινός
(το καΐκι μπάζει νερά
24ος μεσημβρινός και 36ος παράλληλος γωνία
(στα βαθιά στο νησί «πνίξτε τους σύριους»
κάθε χωριό είναι κι ένα περιστατικό δυσκοιλιότητας,
κάθε στρατόπεδο συγκέντρωσης και μια ευκαιρία για μπάρμπεκιου,
κάθε κρατητήριο και ένας χώρος γυμναστική,

η ελευθερία δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα μεταφραστικό λάθος

(τούρκικα μόνο μιλάει ο ροφός

το καΐκι μετέφερε 60 άτομα
30 άντρες 26 παιδιά τελικός προορισμός ήταν η βρετανία
(κάτι δεν πάει καλά με τα μαθηματικά στο νησί
«διακτινίζουμε λαθρομετανάστες στο άπειρο»…

Κείμενο: M.Hulot