Η ιστορία μιας κτηνοβασίας που έφτασε στα δικαστήρια και χάλασε μια φιλία 30 χρόνων.

 

Το 2002 ήμουν 23 ετών. Είχα επιστρέψει στην Κομοτηνή από το Λονδίνο και στην οικογενειακή εφημερίδα πίστευαν ότι έπρεπε να πέσω στα βαθιά για να μάθω να κολυμπάω στον χώρο της δημοσιογραφίας. Με την παρότρυνση «Έλα παιδί μου θα τα καταφέρεις, οι σπουδές για έναν δημοσιογράφο δεν είναι τόσο στο πανεπιστήμιο, όσο στο πεζοδρόμιο», με έστειλαν για το πρώτο μου δικαστικό ρεπορτάζ, ολομόναχη, με την φωτογραφική μηχανή παραμάσχαλα –την οποία, βεβαίως, δεν κατάφερα να χρησιμοποιήσω, επειδή φοβήθηκα να μην με πετάξουν έξω από την αίθουσα. Το πρώτο θέμα, λοιπόν, που κάλυψα ήταν για έναν τύπο που είχε ασελγήσει στα πρόβατα του φίλου του. Από την Καβάλα, παντρεμένο, με σύζυγο και παιδιά, δημόσιο υπάλληλο με μεγάλο μισθό και ακόμα πιο μεγάλο κύκλο. Συμβαίνουν και στις καλύτερες των οικογενειών, είναι να μην ανάψει ο πόθος.

Sexy Jella color02

Ο πόθος στην συγκεκριμένη περίπτωση άναβε για τις προβατίνες, οι οποίες έπρεπε κάθε απόγευμα να υποστούν εκ περιτροπής το μαρτύριο του βιασμού, όλες ανεξαιρέτως, μία-μία, χωρίς έλεος. Δυστυχώς τα καημένα τα ζωντανά δεν μπορούσαν να μιλήσουν και δεν αποκαλύφθηκε ποτέ πόσο καιρό τις πήδαγε ο οικογενειάρχης, αλλά με λίγα λόγια η υπόθεση είχε ως εξής:
Ο Π. ήταν ιδιοκτήτης μιας στάνης και ενός κοπαδιού από πρόβατα που του έδιναν τα προς το ζην –λίγο το γάλα, λίγο το μαλλί, λίγο το κρέας, ο κύκλος της χρονιάς έκλεινε με ένα πενιχρό κέρδος που τον βοηθούσε να τα φέρει κάπως βόλτα. Τα πρόβατά του τα φρόντιζε και τα περιποιόταν και τα είχε πάντα όμορφα και ζηλευτά, σε άριστη κατάσταση. Μια μέρα, μπαίνοντας στη στάνη, πρόσεξε μερικές σταγόνες αίμα στο πάτωμα, νόμισε ότι κάποιο πρόβατο είχε πληγωθεί, τα έψαξε, αλλά δεν είδε τίποτα το ανησυχητικό. Την επομένη πάλι τα ίδια, αίματα παντού, τρόμαξε, πήρε τον κτηνίατρο επειδή φοβήθηκε για ευλογιά, αλλά δεν εντόπισε άλλα συμπτώματα, ούτε είδε φανερές πληγές. Σκέφτηκε ότι κάποιο άγριο ζώο έκανε τη ζημιά, πιθανόν να τα κυνηγούσε και το αίμα να ήταν από καμιά δαγκωνιά. Αποφάσισε να στήσει καραούλι στη στάνη, να δει τι συμβαίνει. Περιμένει όλο το πρωί, τίποτα, περνάει το μεσημέρι, ησυχία, σκεφτόταν την ακατάσχετη αιμορραγία της Τζέλας [το όνομα είναι πραγματικό] και το ποσό που θα έπρεπε να δώσει στον κτηνίατρο για να τη σώσει, σκεφτόταν ότι η Σούζι χρειαζόταν κούρεμα και τις δουλειές που έπρεπε να κάνει στη στάνη, όταν τσουπ, εμφανίστηκε ο φίλος του ο Γ. με πολύ ύποπτη συμπεριφορά και με διάθεση κλέφτη. Κοιτάζει δεξιά-αριστερά, βεβαιώνεται ότι δεν τον βλέπει κανείς και πλησιάζει μια προβατίνα. Ο Π. στην αρχή νόμισε ότι είχε έρθει να του κλέψει το γάλα, αλλά όταν είδε τον Γ. να χουφτώνει τα οπίσθια της Τζέλας και να ξεκουμπώνει το παντελόνι του, δεν πίστευε στα μάτια του! Κρυμμένος πίσω από τη μάντρα παρακολουθεί το θέαμα σε ολόκληρο το μεγαλείο του, αλλά δεν βγάζει τσιμουδιά. Ο Γ. είναι παιδικός του φίλος, έχουν στενές οικογενειακές σχέσεις και με την εικόνα που είχε μόλις αντικρίσει του είχε έρθει ο ουρανός σφοντύλι! Δεν θα ξέχναγε ποτέ στη ζωή του εκείνο το απόγευμα. Την επόμενη μέρα φωνάζει κι έναν κοινό τους φίλο για να έχει και μάρτυρα, χωρίς να του πει γιατί τον έχει καλέσει. Κρατούν τσίλιες και πάνω στη δράση εμφανίζονται και οι δυο και τον πιάνουν επ’ αυτοφώρω. Ο Γ. πανικοβάλλεται και το βάζει στα πόδια, τον κυνηγούν μαζί και του φωνάζουν ότι θα τα πούνε στο δικαστήριο. Εκείνος σταματάει και έντρομος τους τάζει λεφτά, όσα θέλουν, για να μην μιλήσουν πουθενά. Θα τον βάλουν φυλακή, θα χάσει την γυναίκα του, τη δουλειά του, θα τον φτύσουν τα παιδιά του και δεν θα μπορέσει να ξαναντικρύσει άνθρωπο στην Καβάλα. O Π. είναι ανένδοτος, φίλοι-φίλοι, αλλά δεν μπορείς να τα συγχωρέσει όλα στο όνομα της φιλίας, έτσι, για την τιμή του κοπαδιού τον πάει στο δικαστήριο.

Στο δικαστήριο ο Γ. προσπαθεί να πείσει ότι δεν το έκανε, ότι όλα είναι ψεύδη και ότι ο ίδιος είναι ένας εργατικός άντρας που αγαπάει την οικογένεια, τα πάει καλά με τη γυναίκα του και έχει καθημερινό σεξ στο σπίτι. Οι κτηνοτρόφοι περιγράφουν με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τις σκηνές που έζησαν στο μαντρί: «έτσι τα έπιανε, έτσι τα μεταχειριζόταν», έλεγε με παράπονο ο Π, που αισθανόταν σαν τον πικραμένο πατέρα που του ατιμάσανε την κόρη. «Φίλος να σου τύχει. Αν είναι έτσι οι φίλοι, πώς να είναι οι εχθροί;». Ο εισαγγελέας μένει έκπληκτος από τις περιγραφές και με ανοιχτό το στόμα για το περιστατικό, όμοιό του δεν έχει ξανακούσει, εκτός από ένα κάποτε, πολύ παλιά, με θύμα κακοποίησης μια κότα! Μάρτυρες κατηγορίας ο κτηνίατρος που εξέτασε τα πρόβατα αφού έπιασαν τον Γ. στα πράσα. Μιλάει για αίμα και πόνο, πολύ πόνο. Κορυφαία στιγμή της δίκης η σύζυγος με το χέρι στη Βίβλο να λέει στον δικαστή ότι κάνουν συχνά σεξ και αποκλείει κάθε ενδεχόμενο ο άντρας της να ξενοπηδάει. Για προβατίνες, ούτε συζήτηση. Η ετυμηγορία ήταν έξι μήνες φυλακή για κακοποίηση ολόκληρου κοπαδιού. Ο κτηνοτρόφος που έχει υποστεί πολλαπλό ψυχολογικό σοκ αισθάνεται προσωρινά δικαιωμένος. Προσωρινά, επειδή ο Γ. δεν το βάζει κάτω, ασκεί έφεση και το Εφετείο Θράκης του επιβάλλει εν τέλει ποινή τριών μηνών για την κακοποίηση ενός μόνο προβάτου. Της Τζέλλας. Ο Π. και ο Γ. δεν ξαναμίλησαν ποτέ, η φιλία τους εξανεμίστηκε μαζί με τον αμαρτωλό πόθο. Ο Γ. πήρε την οικογένειά του και έφυγε απ’ την Καβάλα.

Η Τζέλα γλίτωσε από την ασέλγεια, αλλά δεν είχε καλό τέλος: καταναλώθηκε στα κάρβουνα πριν προλάβει κανείς να τη ρωτήσει πώς αισθανόταν για τις συνευρέσεις.

Κείμενο: Fanfan la tulipe
Εικονογράφηση: Dreyk the Pirate