Ας αρχίσουμε από τα βασικά.

Για τους φίλους μου στα ακαδημαϊκά ιδρύματα και τις σχολές καλών τεχνών που έχασαν τα μαθήματα ιστορίας της τέχνης. Γκερνίκα του Πικάσο. Όταν πρωτοεμφανίστηκε ο πίνακας, οι αντιδράσεις ήταν μάλλον αρνητικές. Ο βάσκος τοιχογράφος (γνωστός για το σχόλιο μόνο) Χοσέ Μαρία Ουτσενάι δήλωσε: «Για έργο τέχνης είναι ένα από τα φτωχότερα της παγκόσμιας παραγωγής. Πρόκειται για πορνογραφία 7×3». Γερμανικό έντυπο της εποχής έγραψε ότι πρόκειται για «σύμφυρμα από ανθρώπινα μέλη που θα μπορούσε να είχε ζωγραφίσει τετράχρονος». Μάλλον κατανοούσαν το μεγαλείο του έργου και προσπαθούσαν να το μειώσουν όπως και πολλοί σήμερα που μιλάνε αρνητικά για το έργο στην πρόσοψη του πολυτεχνείου (άτεχνο, χωρίς περιεχόμενό, μπλα, μπλα, μπλα).

Για τους φίλους μου που διάβασαν Αdam Smith σε νεαρή ηλικία και νιώθουν αποστροφή βλέποντας το Σαλό του Παζολίνι. Στο νυφικό τραπέζι τρώνε σκατά. Φιλιούνται αλειμμένοι με κόπρανα. Τα παιδιά γυμνά με κολάρο στο λαιμό πάνε στα τέσσερα γαβγίζοντας και τα εξαναγκάζουν να φάνε ψωμί που μέσα έχει καρφιά. Η κάμερα δείχνει καθαρά το αίμα και το κόπρανο, το μάτι που βγαίνει με μια λεπίδα από την κόγχη, το δέρμα που γδέρνεται αργά από το κεφάλι. Δείχνει συνειδητά. Επειδή θέλει να είναι ακραία, εμετική, αχώνευτη. Να μη γίνει ακόμα ένα φιλμ ευγενούς καταγγελίας που θα την ιδιοποιηθεί το σύστημα και θα ξεχαστεί ανάμεσα σε χιλιάδες καταγγελίες του παρελθόντος. Ο Παζολίνι ήξερε αυτή την πονηρή ικανότητα του Καπιταλισμού: ότι ιδιοποιείται τη γλώσσα και το έργο του θύματος, και μέσω της αισθητικής ανοχής κουκουλώνει τα διηνεκή εγκλήματά του. Σε μια σπουδαία φράση του λίγο πριν βγει το Σαλό και τον δολοφονήσουν είχε πει: «Σήμερα παρά ποτέ, οι καλλιτέχνες πρέπει να δημιουργούν, οι κριτικοί να υπερασπίζονται και οι δημοκρατικοί άνθρωποι να υποστηρίζουν έργα τέχνης τόσο ακραία που ακόμα και τα πιο ανοιχτά μυαλά του Νέου Κράτους να τα θεωρούν απαράδεκτα».

Για τους κυρίους και τις κυρίες που είναι σε γραφεία, δημαρχεία και υπουργεία. Η τέχνη που επέτρεπαν οι Ναζί να υπάρχει ήταν η -καθορισμένη σε στενά όρια- παραδοσιακή στο ύφος, που εξύψωνε τα ιδανικά της φυλετικής καθαρότητας, του μιλιταρισμού και της υποταγής στην εξουσία. Οι Ναζί ένιωθαν αηδία για την τέχνη της περιόδου της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Αυτή η αντιμετώπιση πήγαζε εν μέρει από τη συντηρητική αισθητική τους, αλλά και από την πρόθεσή τους να χρησιμοποιήσουν την τέχνη σαν μέσο προπαγάνδας. Για τους δυο αυτούς λόγους, ένας πίνακας όπως οι Ανάπηροι Πολέμου του 1920 του Ότο Ντιξ αποτελούσε κόκκινο πανί για τους Ναζί, καθώς απεικόνιζε τις καρικατούρες τεσσάρων ακρωτηριασμένων και παραμορφωμένων βετεράνων του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, θεάματος συνηθισμένου στους δρόμους του μεταπολεμικού Βερολίνου. Στην «Έκθεση Εκφυλισμένης Τέχνης», ο πίνακας αναρτήθηκε δίπλα σε μια επιγραφή που κατηγορούσε τον Ντιξ για «προσβολή των Γερμανών ηρώων του Μεγάλου Πολέμου». Ο πίνακας αργότερα κάηκε, μαζί και με άλλα έργα τέχνης.

Όταν όλοι οι παραπάνω αδιαφορούσαν όταν η πρυτανεία καιγόταν, όταν όλοι οι παραπάνω αδιαφορούσαν όταν το πολυτεχνείο ήταν γεμάτο αφίσες της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, της ΠΑΣΠ και συνθήματα των γάβρων και των βάζελων, όταν όλοι οι παραπάνω αδιαφορούσαν για την σίσα που πουλιέται καθημερινά μπροστά στο πολυτεχνείο, όταν όλοι οι παραπάνω αγνοούσαν ότι στη γωνία Στουρνάρη και Πατησίων έχουν γίνει οι πιο βίαιες συγκρούσεις των τελευταίων δεκαετιών, κάποιοι μέσα σε λίγες ώρες έφτιαχναν μέσα στη μούρη μας την Γκερνίκα της Αθήνας. Ένα έργο μεγαλειώδες, ένα έργο που δίνει κίνηση σε ένα κτήριο στατικό, ένα έργο όπου η αφαίρεση του χρώματος αποτελεί διακοπή της σχέσης του ανθρώπου με τον κόσμο, ένα έργο που περικλείει τον ζόφο που ζούμε τα τελευταία χρόνια. Γι’ αυτό υπουργέ, μην το σβήσετε, βάλτε και είσοδο για να μπορέσετε να το διατηρήσετε σαν ένα από τα καλύτερα αποσπάσματα αυτής της ζοφερής εποχής που διανύουμε. Οι υπόλοιποι ονειρευτείτε καμιά βόλτα με το σκάφος Guilty του Δάκη Ιωάννου.

Το κείμενο είναι συρραφή διαφόρων κειμένων από το δίκτυο.

[Ο τίτλος του θέματος είναι δικός του -χωρίς ερωτηματικό]

Voltnoi Brege, μέλος του οπτικοακουστικού σχήματος The Erasers

11040351_10153173618091514_809113753_n
φωτο: lifo.gr

Βανδαλισμός είναι τα κτίρια όχι το γκραφίτι, βανδαλισμός της φύσης. Το κτίριο του πολυτεχνείου είναι ένα όμορφο αρχιτεκτόνημα που έτσι κι αλλιώς ήταν βαμμένο με γκραφίτι απ’ άκρη σ άκρη απ’ το 2008. Το κτίριο του πολυτεχνείου είναι ένα νεοκλασικό κτίριο που συμβολίζει την ελευθερία, λόγω και της εξέγερσης των φοιτητών του ’73 κατά τις χούντας. Οι ίδιοι άνθρωποι τώρα παραπονιούνται για την ελευθερία έκφρασης του γκραφίτι, Αν δεν τους αρέσει, να πάνε να το αλλάξουν. Όλοι αυτοί που διαμαρτύρονται για το γκραφίτι θα έπρεπε να δουν πιο σημαντικά προβλήματα, όπως την μόλυνση. Δεν τους ενοχλούν τα αυτοκίνητα στο κέντρο και όλη η οπτική ρύπανση της διαφήμισης, αλλά τους ενοχλούν τα γκραφίτι. Δεν τους ενόχλησε η λίστα Λαγκάρντ, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, αλλά τους ενοχλούν τα γκραφίτι. Οι Αβορίγινες ζούσαν σε αρμονία με την φύση και είχαν μουσική και ζωγραφική και λογική. Εμείς του δυτικού πολιτισμού έχουμε χρήμα, απληστία, συντηρητισμό και μπόλικο φασισμό μέσα μας. Δεν βλέπουμε την καταστροφή που συμβαίνει αυτή την εποχή στον πλανήτη μας, δεν βλέπουμε ότι ζούμε σαν ποντίκια, δούλοι μες στις πόλεις, εξαρτημένοι από άχρηστα υλικά αγαθά, μετρώντας τα πάντα με αγοραστική αξία και όχι βιωματική. Τα γκραφίτι, όμως, μας κάνουν να αμφισβητούμε όλες αυτές τις κανονικότητες και αυτό είναι αυτό που φοβούνται οι εξουσίες. Μακάρι αυτό το ντουβάρι στην Στουρνάρη να συνεχίσει να είναι καμβάς για όλους όσοι θέλουν να εκφραστούν και να επικοινωνήσουν και να μην γίνει αφορμή αυτή η και καλά »καταστροφή» για περισσότερη αστυνόμευση και καταστολή.
Φιλιά από Λονδίνο

Υ.Γ. Επίσης, θα ήθελα να πω πως το ίδιο σκάνδαλο είχε δημιουργηθεί και στο Παρίσι στα ’90s όταν είχαν βανδαλίσει με γκραφίτι τον σταθμό του Λούβρου αλλά τώρα οι ίδιοι καλλιτέχνες εκθέτουν στην εθνική πινακοθήκη της Γαλλίας.

Cacao Rocks

 

Ένα από τα λίγα αγαπημένα μου έργα στους δρόμους της Αθήνας. Γενικά η πλειοψηφία των έργων στους δρόμους χαρακτηρίζεται από μία περισσότερο διακοσμητική λογική, μια λογική που από την μία δεν κατακρίνω, μιας και προτιμώ έναν ζωγραφισμένο τοίχο από έναν “αποστειρωμένο”, αλλά από την άλλη με αφήνει παγερά αδιάφορο. Αυτό έχει να κάνει με την προσωπική μου όμως αισθητική αντίληψη, η οποία, είναι όμορφο και υγιές, που δεν ταυτίζεται με την ποικιλόμορφη αισθητική του δρόμου. Το έργο αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί διακοσμητικό, ούτε όμως και στρατευμένο. Μπορεί να εμπεριέχει κάποιες αποδομημένες φόρμες που μας παραπέμπουν στο lettering,την κλασική μορφή του graffiti, αλλά δεν έρχεται να γράψει ούτε το όνομα του γκραφιτά, ούτε κάποιο τσιτάτο κάποιου πολιτικού χώρου-νεολαίας. Παρ’ όλα αυτά, το μήνυμά του είναι ξεκάθαρο. Είναι μία κραυγή ενάντια στην κανονικότητα και την εγκατάλειψη. Μία κανονικότητα που έχει γεμίσει με μούχλα τους εσωτερικούς τοίχους του πανεπιστημίου (κυριολεκτικά και μεταφορικά) και μία εγκατάλειψη που έχει χορταριάσει τα σκαλάκια των ιστορικών αυτών κτηρίων. Το συγκεκριμένο κτήριο είναι ιστορικό, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι μνημείο. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι πως το πρώτο είναι ζωντανό και ενεργό μέσα στην ζωή της πόλης, το δεύτερο όχι, τώρα αν κάποιοι βιάστηκαν να παραλληλίσουν αυτή τη ζωγραφική δράση με τους πρόσφατους βανδαλισμούς των τζιχαντιστών, είναι μάλλον επειδή έχει ζυμωθεί μέσα τους πολύ καλά η ιδέα ενός νεκρού και ακρωτηριασμένου από την κοινωνία πανεπιστήμιου. Μερικά λίτρα μπογιάς δεν μπορούν να εξισωθούν με την ολική καταστροφή μνημείων που ανήκουν στην παγκόσμια ιστορία. Το πιο ενδιαφέρον αποτέλεσμα αυτής της τοιχογραφίας , μετά από την αναμενόμενη πρόθεση του Καμίνη να το σβήσει άμεσα (χαχα), είναι το γεγονός ότι πολλοί εικαστικοί μεταξύ των οποίων και ακαδημαϊκοί δεν άργησαν να φτύσουν την “συντηρητική τους χωλή” .

Κωνσταντίνος Λιανός

 

Η τέχνη στην πιο αγνή της μορφή κι επίκαιρη όσο ποτέ! Ελπίζω να κριθεί διατηρητέο το συγκεκριμένο εικαστικό κι αρχιτεκτονικό αριστούργημα!

Rtm

 

Βάσει της αγάπης που έχω στην τέχνη και πόσο μάλλον σε αυτό το τόσο καινούργιο που ζούμε, μέσω της τέχνης του δρόμου, θέλω να πω ανοιχτά πως δεν είμαι “εγώ”, “εσύ” ούτε κάποιος άλλος που μπορεί να κρίνει το “αν η αγάπη ως προς τη κάθε μορφής τέχνης” μπορεί να υποχρεώνει την αρέσκεια μέσω της συνείδησης στον μέσο όρο του πληθυσμού. Η συνειδητά αντιλαμβανόμενη δημιουργία (που καθορίζεται ως τέχνη) είχε και θα έχει, την μορφή μιας ιδεολογικής διελκυστίνδας, που ενώ από την μία πλευρά διχάζει, από την άλλη ενώνει τα πλήθη.
Στην ιστορία αυτή θα έπρεπε να θυμόμαστε καλά πως πληθώρα δημιουργών που καινοτόμησαν, επωμίσθηκαν τον τίτλο του πραγματικού καλλιτέχνη αφού πρώτα καταδικάστηκαν από αυτούς που νόμιζαν πως αντιλαμβάνονταν αυτή την ουσιώδη μορφή επικοινωνίας, αλλά σε άλλα πράγματα, πιο συντηρητικά, πιο εύκολα αντιληπτά.
Στο δια ταύτα, αν πραγματικά μου άρεσε αυτό που είδα στη γωνία Πατησίων και Στουρνάρη (όπως και τα αντίστοιχα που έχω δει στο υπόλοιπο Αθηναϊκό κέντρο); Θα δηλώσω πως είμαι υπέρμαχος της ελευθερίας, της έμπνευσης και, το πιο σημαντικό, της εξέλιξης! Ως αποτέλεσμα, καθημερινά στους περαστικούς (όσο θα υπάρχει αυτό το έργο εκεί), θα τους ξεκλειδώνεται ένας κόσμος, από το αύριο, καθώς το “ύστερα”, που πολλοί θα το διαβάσουν στα βιβλία της ιστορίας, έπεται να σηματοδοτήσει τη νέα μορφή τέχνης.

yiakou

φωτο: lifo.gr
φωτο: lifo.gr

Το πολυσυζητημένο graffiti στο Πολυτεχνείο, ως έργο, μου άρεσε. Θεωρώ πως έχει μια αισθητική. Επίσης, είναι κάτι διαφορετικό. Ουσιαστικά, είναι μια μανιέρα από οργανικές φόρμες, η οποία καλύπτει σε έκταση μία ολόκληρη πρόσοψη. Αυτό για εμένα, είναι ένα αισθητικό τόλμημα και μάλιστα πολύ καλά δοσμένο. Φυσικά αυτό είναι και ένα υποκειμενικό θέμα. Ως δράση, τη βρίσκω επιεικώς απαράδεκτη διότι το κτίριο αυτό εκτός του ότι είναι δημόσιο, είναι και ιστορικής σημασίας. Συνεπώς, πρόκειται για μια μεγάλη ασέβεια και για εμένα προσωπικά, θεωρείται βανδαλισμός.

Όλγα Σουλαχάκη, 24,τελειόφοιτη χαράκτρια της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών

 

Προσωπικά, δεν μου άρεσε. Η αισθητική βέβαια είναι υποκειμενική κατάσταση, μονάχα που το κτίριο του Πολυτεχνείου έχει αντικειμενικά πολλή ανώτερη αισθητική από μόνο του και δεν χρειάζεται την οποιαδήποτε παρέμβαση όπως και αν βαφτίζεται αυτή. Ακόμα και αν ζωγράφιζαν τις τοιχογραφίες της Κνωσού θα ήταν απαράδεκτο. Έχει φοβερή αισθητική και συμβολιστική αξία ως αρχιτεκτονικό οικοδόμημα και ως μνημείο ελευθερίας. Πιστεύω ότι για όποιον λόγο και αν το έκαναν, είναι ένα άστοχο και ιδιοτελέστατο εγχείρημα. Θα πρέπει γρήγορα να αποκατασταθεί, είναι ντροπή. Δεν υπάρχει περιθώριο στην συγκεκριμένη περίπτωση να κάνουμε λόγο για ζήτημα ελευθερίας της έκφρασης. Άλλωστε, το «έργο» τους είναι μη αναγνώσιμο κατά κάποιον τρόπο. Δεν νομίζω άλλωστε πως υπάρχει κάποιος που του έχει απομείνει έστω και ελάχιστη πνευματική διαύγεια ώστε να συμφωνήσει με ένα γκράφιτι που θα ήταν πάνω σε τάφους(;).

Πανταζής Τσέλιος, 27, φοιτητής ΑΣΚΤ

 

Και μια πολύ ενδιαφέρουσα άποψη του Μάνου Στεφανίδη, επισκέπτη καθηγητή στην Σχολή Καλών Τεχνών Φλώρινας.

Τα graffiti στην Αθήνα, τα οποία έχουν έγκαιρα προβάλλει διεθνείς εφημερίδες, είναι ό,τι πιο παρήγορο συμβαίνει σε αυτόν τον τόπο της συχνής απελπισίας. Συχνά στα όρια του νόμιμου και του παράνομου συχνά διωκόμενα τα graffiti με την έμμονη τους παρουσία , είναι σαν να λέμε πως εξακολουθεί να υπάρχει μια γενιά και ένας κόσμος έστω και αν το επίσημο κράτος αγνοεί.

Η μεγάλη σύνθεση στην πρόσοψη του κτιρίου του Πολυτεχνείου, έχει μελετήσει την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης αρχιτεκτονικής και έχει ενσωματωθεί εξαιρετικά με αυτή. Ήταν για μένα μια έκπληξη αυτό το γκριζάιγ καθώς αγκαλιάζει το κέλυφος του κτιρίου σαν να το προστατεύει. Ασφαλώς και δεν πρόκειται για βανδαλισμό, υπάρχει πολλή γνώση και πολλή ευαισθησία στην παρέμβαση.  Ασφαλώς και πρόκειται για μια τοιχογραφία που αναπνέει με όρους που πια δεν υφίστανται (εννοώ την επική ζωγραφική των μοναστηριών ή του Θεόφιλου που έχει εκλείψει).

Δημιουργείται βεβαίως ένα θέμα νομιμότητας. Μπορούμε να «γράφουμε» σε διατηρητέα μνημεία, σε ιστορικά κτήρια στα ελάχιστα δείγματα του νεοκλασικισμού του 19ου αιώνα? Η απάντηση μου είναι «όχι» αλλά υπό προϋποθέσεις. Στην συγκεκριμένη παρέμβαση ο ζωγράφος, σεβάστηκε το μνημείο και το αντιμετώπισε σαν αυτό που είναι, δηλαδή ένας ζωντανός οργανισμός. Είναι υποκρισία να μην θυμάται κανείς, πως επρόκειτο για έναν βρώμικο τοίχο γεμάτο επιγραφές και σκισμένες αφίσες. Είμαι σίγουρος πως ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης, είναι γνώστης της ιστορίας του Πολυτεχνείου το οποίο δεν είναι απλά ένα ιστορικό κτήριο, αλλά κάτι περισσότερο. Το γεγονός αυτό δίνει στον ζωγράφο το δικαίωμα να ζωγραφίζει, και σε μένα το δικαίωμα να μιλάω. Άποψη μου είναι πως πρέπει να γνωρίζουμε τα κτίσματα για να αγαπήσουμε τους ανθρώπους. Και να μην φοβόμαστε τις ζωγραφικές. Ας είναι αυτές η τελευταία βία που θα πλήξει αυτόν το τόπο.

Φλώρινα 9/3/2015

Μάνος Στεφανίδης