Η ιστορία ενός φυτού που εξαπλώθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο από φίλο σε φίλο και από κλαράκι σε κλαράκι, χωρίς να υπάρχει για δεκαετίες στο εμπόριο.

 

Η πρώτη πιλέα πεπερομιόιντις (pilea peperomioides) που είδα σε μια φωτογραφία στο timeline του Facebook (για τους Βρετανούς «παϊλία πεπερομαϊόιντις», αν και μάλλον κανείς δεν παίρνει όρκο για το ποια είναι η σωστή προφορά), έμοιαζε με εξωγήινο φυτό: ένας λεπτός κορμός από όπου ξεπετάγονταν μακριοί μίσχοι, οι οποίοι κατέληγαν σε μεγάλους, πράσινους δίσκους. Τόσο μεγάλη εντύπωση μου είχε κάνει, ώστε έστειλα μήνυμα στον άνθρωπο που την είχε ανεβάσει για να μου πει πού την αγόρασε. Μου είπε ότι δεν είχε ιδέα, ήταν απλά μια φωτογραφία που του άρεσε και δεν θυμόταν καν πού την είχε βρει. Τις επόμενες μέρες πήρα σβάρνα τα ανθοπωλεία και τα φυτώρια της Αθήνας και έδειχνα την φωτογραφία στους ανθοπώλες, αλλά μόλις την αντίκριζαν όλοι έδειχναν το ίδιο έκπληκτοι με μένα. Κανείς τους δεν την είχε ξαναδεί.

Πέρασε πολύς καιρός, ήρθε το Instagram, άρχισε να γίνεται χαμός από φωτογραφίες με γωνίες, άκρες και παράθυρα, μετά από γάτες και σκυλιά, μετά από γυναικείους κώλους και από μπρατσάδες μόνο με το σώβρακο και μια μέρα, ξαφνικά, όλοι οι χίψτερς άρχισαν να φωτογραφίζουν τα hip φυτά τους. Κι εκεί που είχα ξεχάσει την πιλέα, το search του Instagram γέμισε από «χιψτεροφυτά», -φυτά, δηλαδή, εσωτερικού χώρου που καλλιεργούν φανατικά στο ντιζαϊνάτο καθιστικό τους άνθρωποι από ολόκληρο τον κόσμο, από Σκανδιναβία και Αυστραλία, μέχρι Ιαπωνία και Αμερική. Τα περισσότερα από αυτά ήταν φυτά που στόλιζαν τις εισόδους των πολυκατοικιών και τα μπαλκόνια της Αθήνας για δεκαετίες ολόκληρες, αλλά δεν τους έδινε κανείς σημασία: «αυτιά του ελέφαντα», βιγόνιες, φίκοι, τριφύλλια, πόθοι, μονστέρες και φυτά αράχνες. «Πρασινάδες» που υπήρχαν στο σπίτι της γιαγιάς σου ή στο σπίτι των γονιών σου, σήμερα κάνουν νέα καριέρα στα φυτώρια ως χιψτεροφυτά. Κι από όλα αυτά, η αναμφισβήτητη σταρ είναι η πιλέα. Το 2016 ήταν το πιο δημοφιλές από τα tag που κότσαραν στις φωτογραφίες των φυτών και το 2017 είναι το πιο περιζήτητο φυτό στις αναζητήσεις. Και είναι το μόνο φυτό που σίγουρα δεν είχε η γιαγιά σου.

 

 

Για να μην μακρυγορώ, μετά από 5 χρόνια αναζητήσεων σε ελληνικά ανθοπωλεία και φυτώρια, κι ενώ είχα πάρει απόφαση ότι δεν θα την πετύχω ποτέ, μου ήρθε τελικά μια πιλέα peperomioides δώρο από την Ζυρίχη και μάλιστα τεράστια, όσο 14 πιλέες μαζί (τόσα διαφορετικά φυτά έχει μέσα η γλάστρα). Μία μέρα πριν είχα σχεδόν χοροπηδήσει από τη χαρά μου γιατί βρήκα εντελώς τυχαία μια πιλέα στο ΙΚΕΑ (την pilea polybotrya που μοιάζει πολύ με την peperomioides αλλά δεν είναι ίδιο είδος, -το φύλο της polybotrya είναι κάπως μυτερό στην άκρη, ενώ της peperomioides είναι ολοστρόγγυλο). Τώρα που τις έχω και τις δύο, καταλαβαίνω γιατί η peperomioides είναι τόσο περιζήτητη: είναι πιο ντελικάτη, τα φύλλα της είναι πιο λεπτά και μοιάζουν με τα λευκά εξωγήινα φύκια που είναι κολλημένα στις πέτρες της θάλασσας, αλλά σε μεγέθυνση.

Είναι άξιο απορίας το γιατί δεν φέρνει κανείς peperomioides στην Ελλάδα. Είναι το πιο εύκολο φυτό να συντηρήσεις, πολλαπλασιάζεται ακόμα πιο εύκολα κόβοντας απλά ένα κλαράκι και βάζοντάς το στο νερό (σε 5-6 μέρες βγάζει ρίζες), βγάζει δεκάδες νεαρά φυτά γύρω από τη μητρική ρίζα και είναι και απίστευτα όμορφο, ακόμα και σε μικροσκοπικό μέγεθος. Σήμερα, ψάχνοντας να βρω από πού κατάγεται, ανακάλυψα ότι, παρόλο που είναι από τα πιο δημοφιλή φυτά εσωτερικού χώρου σε όλη τη βόρεια Ευρώπη, η ιστορία της ήταν άγνωστη μέχρι πολύ πρόσφατα και για χρόνια ήταν ένα φυτό-μυστήριο.

Λίγα φυτά έχουν προβληματίσει τόσο τους βοτανολόγους τα τελευταία 50 χρόνια όσο η pilea, η οποία για δεκαετίες ήταν γνωστή στους Βρετανούς ως «Chinese money plant». Στείρα δείγματα πιλέας με τα χαρακτηριστικά καταπράσινα ασπιδοειδή φύλλα, λεπτά αλλά σαρκώδη, που την κάνουν να μοιάζει με παχύφυτο, εμφανίζονταν συχνά για αναγνώριση στα γραφεία των μεγάλων κήπων της Βρετανίας (Kew, Wisley, Εδιμβούργου) από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, χωρίς κανείς να μπορεί να δώσει μια σίγουρη απάντηση για το τι είδος είναι. Η δικαιολογία ήταν ότι δεν αναγνωρίζεται στείρο υλικό, ή ότι χρειάζονταν και λουλούδια για την πιστοποίηση.

Το 1978 κάποια κυρία D. Walport από το Νόρτχολτ έστειλε φύλλα και ένα κλαράκι με ανθισμένα αρσενικά λουλούδια στους κήπους Kew του Λονδίνου και τότε αναγνωρίστηκε ότι είναι είδος πιλέας, με τα μικροσκοπικά λουλουδάκια να πιστοποιούν ότι ανήκει στην οικογένεια της τσουκνίδας (Urticaceae). Τελικά, μετά από ενδελεχή μελέτη, ο βοτανολόγος των κήπων Wessel Marais κατέληξε ότι το φυτό ήταν ένα κινέζικο είδος της πιλέας το οποίο το 1912 είχε ονομαστεί από τον Γερμανό βοτανολόγο Friedrich Diels «Pilea Peperomioides».

Την πιλέα είχε μαζέψει μαζί με πολλά άλλα κινέζικα φυτά ο Τζόρτζ Φόρεστ το 1906 και μετά ξανά το 1910, στην οροσειρά Tsangshan, δυτικά της αρχαίας πόλης του Dali (Tali), στο δυτικό Γιουνάν. Παρόλο που οι κήποι Kew δεν είχαν πιλέες στα φυτολόγια των αρχείων τους, οι συλλογές του Φόρεστ είχαν σωθεί στο Εδιμβούργο και έτσι έγινε η πιστοποίηση. Τα επόμενα χρόνια στάλθηκαν για αναγνώριση δεκάδες δείγματα πιλέας από κάθε μέρος των βρετανικών νησιών και έγινε ξακάθαρο ότι πολλοί άνθρωποι καλλιεργούσαν αυτό το ασυνήθιστο φυτό ως καλλωπιστικό, διαδίδοντάς το και στους φίλους τους, κόβοντας απλά ένα κλαράκι από το βασικό στέλεχος. Έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80 ήταν από τα πιο συνηθισμένα φυτά στα εκκλησιαστικά παζάρια της Βρετανίας. Ωστόσο, στους επιστήμονες ήταν ένα άγνωστο φυτό και δεν είχαν δει ποτέ τα θηλυκά λουλούδια του.

 

 

Το ερώτημα που προέκυψε ήταν πότε και πώς έφτασε η πιλέα από τα βουνά του δυτικού Γιουνάν στη Βρετανία; Σε μια προσπάθεια να βρουν μια απάντηση σε αυτό το μυστήριο οι επιστήμονες ζήτησαν τη βοήθεια του κόσμου. Στις 9 Ιανουαρίου του 1983 δημοσιεύτηκε στην Sunday Telegraph ένα άρθρο του Robert Pearson με σχέδια του φυτού, στο οποίο ρωτούσε αν έχει κανείς πληροφορίες για τον τρόπο που έφτασε στη Βρετανία. Όποιος ήξερε, τον παρακαλούσαν να επικοινωνήσει με τους Βασιλικούς Βοτανικούς κήπους. Ανάμεσα σε όσους επικοινώνησαν, υπήρχε και κάποιος που είχε την απάντηση.

Μία οικογένεια στο Σάιντμπότομς της Κορνουάλης είχε αποκτήσει το φυτό 20 χρόνια πριν, μέσω της Νορβηγίδας οικιακής βοηθού του. Η Modil Wigg φιλοξένησε για μερικές την 9χρονη κόρη της οικογένειας στο Jaeren της Νορβηγίας και επιστρέφοντας η μικρή έφερε μαζί της ένα μικρό φυτό πιλέας. Αυτή η πολύτιμη πληροφορία έστρεψε τη ματιά των επιστημόνων στη Σκανδιναβία. Οι Σκανδιναβοί βοτανολόγοι, πάντως, που επισκέφτηκαν τους Κήπους Kew δεν είχαν ξαναδεί την πιλέα πεπερομιόιντις, έτσι άρχισαν να ερευνούν στις χώρες τους για την πηγή της. Τελικά, η υπόθεση πιλέα έφτασε στα αυτιά του Δόκτορα Λαρς Κερς στον Βοτανικό Κήπο Bergius της Στοκχόλμης ο οποίος πρόσεξε έκπληκτος ότι υπήρχε μία πιλέα ανάμεσα στις γλάστρες του και μάλιστα για αρκετά χρόνια, την οποία την είχε πάρει από έναν συγγενή του στη Σουδία το 1976. Έψαξε τη βιβλιογραφία της Σουηδίας για περισσότερες πληροφορίες, αλλά δεν βρήκε τίποτα. Όσο για τη Βρετανία, το φυτό ήταν άγνωστο και στους βοτανικούς κήπους αλλά και στο εμπόριο κηπευτικών ειδών. Ο Κερς σκέφτηκε να δείξει το φυτό στην τηλεόραση, σε μια πολύ δημοφιλή εκπομπή, η οποία προκάλεσε κυριολεκτική πλημμύρα γραμμάτων, αφού πάνω από 10.000 άτομα ανταποκρίθηκαν, αποδεικνύοντας πόσο διαδεδομένο και δημοφιλές φυτό ήταν η πιλέα στα σουηδικά νοικοκυριά.

Οι πληροφορίες που έφτασαν ήταν επίσης πολύ χρήσιμες για την καταγωγή του φυτού και τον τρόπο που έφτασε στη Σουηδία. Το 1946 ο Νορβηγός ιεραπόστολος Agnar Espegren το έφερε από την Κίνα. Το 1944 πήγε με την οικογενειά του σε μια περιοχή δίπλα στο Γιουνάν, όπου έμειναν για μια εβδομάδα περιμένοντας το αεροπλάνο για την Ινδία και εκεί αγόρασε ένα μικρό φυτό πιλέας σε μια υπαίθρια αγορά, την οποία μετέφερε συσκευασμένη μέσα σε ένα κουτάκι στην Καλκούτα. Το Μάρτιο του 1946 που επέστρεψαν στην Νορβηγία έφεραν το φυτό μαζί τους. Τα επόμενα χρόνια ο Espegren ταξίδεψε σε κάθε μέρος της Νορβηγίας, δίνοντας κλαράκια του φυτού ως δώρο σε φίλους και η πιλέα εξαπλώθηκε στολίζοντας τα παράθυρα των σπιτιών της μεσαίας και ανώτερης τάξης, η οποία την βάφτισε «το φυτό του ιεραπόστολου». Από εκεί μεταφέρθηκε στη Σουηδία και στη Βρετανία. Σε ένα ταξίδι του στη Βρετανική Κολούμπια ο βοτανολόγος Brian Halliwell των κήπων Kew πρόσεξε ένα φυτό πιλέας σε ένα σπίτι και έμαθε ότι την αποκαλούν «φυτό των χρημάτων».

 

 

Είναι εκπληκτικό το πώς ένα φυτό που δεν υπήρξε ποτέ στο εμπόριο για δεκαετίες ήταν τόσο δημοφιλές και υπήρχε σε χιλιάδες σπίτια πριν ακόμα το αναγνωρίσουν οι επιστήμονες. Κι όλα τα φυτά προέρχονταν από ένα κλαράκι που διαδόθηκε από φίλο σε φίλο.

Επίσης, είναι εκπληκτικό το πώς η πιλέα που φυτρώνει σε υψόμετρο 2.500 μέτρων και επιβιώνει σε βουνοκορφές σκεπασμένες με χιόνι στο Γιουνάν πεθαίνει από τον παγετό της Ευρώπης και δεν καταφέρνει να ζήσει το χειμώνα έξω από το σπίτι. Το εξωφρενικό είναι ότι ενώ είναι τόσο αγαπητό και περιζήτητο σε κάθε μέρος του κόσμου, είναι από τα πολύ δυσεύρετα φυτά, ακριβώς επειδή ελάχιστα φυτώρια το καλλιεργούν.

Είναι και το νούμερο ένα φυτό στις ανταλλαγές μεταξύ των φαν των φυτών εσωτερικού χώρου, ειδικά στην Αμερική. Το πόσες αποστολές γίνονται καθημερινά σε κάθε μέρος του κόσμου το διαπιστώνεις πολύ εύκολα, απλά διαβάζοντας τα σχόλια των χρηστών στο instagram με το tag #pileapeperomioides.