Ένα βιβλίο και ένας δίσκος με ντοκουμέντα από τη μουσική των Ελλήνων Ρομά από τους Σοφάδες της Καρδίτσας.

 

Στην έκδοση «Η τσιάι ‘σι λουλούντι» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δημητριάδος υπάρχει η ιστορία των τραγουδιών και των σκοπών των Ελλήνων Ρομά από τους Σοφάδες της Καρδίτσας και ένα CD ντοκουμέντο με ηχητικές καταγραφές των κομματιών.

Είναι μοναδικές ηχογραφήσεις και μια εθνολογική έρευνα που έκαναν ο Βαγγέλης Μπαντελάς και ο Κωστής Δρυγιανάκης πριν από 23 χρόνια και οι μουσικοί που παίζουν έχουν φύγει πια από τη ζωή, εκτός από έναν. Είναι μουσικές και τραγούδια που έπαιζαν σε πανηγύρια και γάμους. «Η επιθυμία τους να αφήσουν κάτι γραμμένο για να τους θυμάται ο κόσμος που τους αγάπησε μέσα από την μακροχρόνια καλλιτεχνική τους δράση, αποτυπώνεται πολύ όμορφα και απλά στα λόγια του τραγουδιστή Μητσάρα Λάζου: «…και θέλω να [τα] παρουσιάσω στον κόσμο όλο – να πούμε – αυτόν που μ’ έκανε τα καλά και όλα…».

Τα κομμάτια που υπάρχουν στο CD είναι συγκλονιστικά. Δεν είναι λίγες οι φορές που νομίζεις ότι ακούς μπλουζ μουσική ή μοντέρνα λαϊκή μουσική όπως έπρεπε να είναι, με το κλαρίνο να σπαράζει και στίχους κατευθείαν από την ψυχή. Ζητήσαμε από τον Βαγγέλη και τον Κωστή να θυμηθούν το χρονικό αυτής της ηχογράφησης και να μας πουν λίγα λόγια για την ιστορία των μουσικών που συμμετέχουν.

22360029

Βαγγέλης Μπαντελάς

«Με τον Κωστή γνωρίστηκα γύρω στα τέλη του 1991-αρχές ’92, μετά από μια συναυλία του Ross Daly στο Βόλο. Σχετικά με τους ανθρώπους που παίζουν στο CD… η καταγωγή της μητέρας μου είναι από τους Σοφάδες και με αρκετά παιδιά από την κοινότητα των Ρομά έκανα παρέα, όταν πηγαίναμε στο χωριό οικογενειακώς τα καλοκαίρια, Πασχαλιές κλπ. Με τα παιδιά [Χρήστο, Κώστα, Πάνο] του Θανάση Λαβίδα, ο οποίος παίζει κλαρίνο στα περισσότερα κομμάτια, καθώς και με το Δημήτρη Λάζο που παίζει νταρμπούκα, ήμασταν και είμαστε αδερφικοί φίλοι, από μικροί. Μπαινόβγαινα στα σπίτια τους κάθε φορά που πήγαινα στο χωριό, κάναμε μαζί πρόβες με τα όργανα [παίζω κι εγώ κλαρίνο], πηγαίναμε να ακούσουμε άλλους μουσικούς που έπαιζαν σε ρομικούς γάμους στο μαχαλά τους και αργότερα είχαμε ενίοτε και επαγγελματική συνεργασία σε διάφορες δουλειές.

Ο Κώστας Λαβίδας που παίζει λαούτο στις συγκεκριμένες ηχογραφήσεις είναι αδερφός του Θανάση, οπότε και μ’ αυτόν είχα αναπτύξει φιλικές σχέσεις, αν και αρκετά μεγαλύτερός μου. Τον Μητσάρα Λάζο που τραγουδάει, μας τον γνώρισε ο Θανάσης το Πάσχα του 1992, προτείνοντας να κάνει μαζί του τη συγκεκριμένη ηχογράφηση που είχαμε σχεδιάσει με τον Κωστή. Τώρα, ο μπάρμπα-Γιάννης Ισουφής που παίζει κλαρίνο σε κάνα δυο κομμάτια και ο γιος του Κώστας που τον συνοδεύει στο λαούτο ως παλιότεροι λαϊκοί μουσικοί είχαν μεγάλη φήμη και έχαιραν της εκτίμησης όλων των Σοφαδιτών, Ρομά και μη. Κατά κάποιον τρόπο μπορεί να τους θεωρήσει κανείς ως κάποιους από τους πρωτεργάτες της εγκαθίδρυσης της μεγάλης ‘σχολής’ λαϊκών οργανοπαιχτών στην κοινότητα των Ρομά Σοφάδων, μια παράδοση που έχει αρκετή δυναμική ως τις μέρες μας. [Με τον Παναγιώτη Ισουφή, που παίζει ακορντεόν και είναι ένας από τους γιους του μπάρμπα-Γιάννη, δε γνωριζόμουν πριν την ηχογράφηση]. Όλοι αυτοί οι μουσικοί λοιπόν, ήταν πολύ οικεία και φιλικά πρόσωπα σε μένα και έτσι η πρόταση να τους ηχογραφήσουμε, όχι μόνο δεν τους προβλημάτισε, αλλά την αγκάλιασαν με ενθουσιασμό από την αρχή.

Οι παραπάνω οργανοπαίχτες βιοπορίζονται και σήμερα από τη μουσική, αλλά και από άλλες συμπληρωματικές ενασχολήσεις [πλανόδια μαναβική, μικρεμπόριο κ.α.] και ζουν στους Σοφάδες, εκτός από τους: μπάρμπα-Γιάννη Ισουφή, Κώστα Ισουφή και Μητσάρα Λάζο, οι οποίοι έχουν πεθάνει κατά τη 10ετια του 1990-2000. Για διάφορους λόγους το υλικό αυτό έμεινε στο αρχείο μας για σχεδόν 23 χρόνια. Η αφορμή για να το αναδείξουμε, δόθηκε μέσα από την προσπάθεια σχεδιασμού ενός συνόλου υποστηρικτικών πολιτιστικών παρεμβάσεων με επίκεντρο την κοινότητα των Ρομά Αλιβερίου Βόλου, που ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Δημητριάδος & Αλμυρού, κου Ιγνάτιου και όπου έχω τη συντονιστική ευθύνη, όσον αφορά τη λειτουργιά χορωδίας λαϊκής μουσικής με παιδιά Ρομά και μη Ρομά, που φοιτούν στο 10ο Δ. Σχολείο Ν. Ιωνίας Βόλου. Στο πλαίσιο αυτών των δράσεων έριξα στο τραπέζι την ιδέα της έκδοσης του εν λόγω υλικού, έχοντας κατά νου ότι αυτό θα συντελέσει ώστε, αφενός να αποτυπωθούν πτυχές του μουσικού πολιτισμού των Ελλήνων Ρομά των Σοφάδων, αφετέρου να ‘αποεξωτικοποιηθεί’ το μουσικό προϊόν και τέλος, να αντιμετωπιστεί συμπεριληπτικά στον γενικότερο νεοελληνικό λαϊκό μουσικό πολιτισμό.

22350008

Από τα κομμάτια, ξεχωρίζω το «Λουλούντι», μ’ αρέσει πάρα πολύ η μελωδική του ιδέα και με συγκινεί εκείνος ο στίχος που λέει «…σο τι κεράβ’ ντάλεμ το μαγγίν, με μαγκάβας ντάλεμ, το κουμάσι γκι…» δηλ. «τι να τα κάνω ο δόλιος τα πλούτη σου, εγώ ήθελα ο δόλιος την αγνή σου την ψυχή…»

Θανάσης Λαβίδας: φωνή και κλαρίνο, Κώστας Λαβίδας: λαούτο, Βαγγέλης Μπαντελάς και Δημήτρης Λάζος: νταρμπούκα.

Και σε αυτή την εκτέλεση τραγουδάει ο Μητσάρας Λάζος και συμμετέχουν οι μουσικού Θανάσης Λαβίδας, Κώστας Λαβίδας, Δημήτρης Λάζος.

Το κορίτσι είναι – μάνα μ’ -λουλούδι

το παλληκάρι είναι  – μάνα μ’ – εκκλησιά
αχ, ωχ, βάι ντάλε λε λεε…

Το κορίτσι είναι – μάνα μ’ -λουλούδι

το παλληκάρι είναι  – μάνα μ’ – εκκλησιά
αχ, ωχ, βάι ντάλε λε λεε
Την έβγαλα  – μάνα μ’ – στο[;]
Την έβγαλα  – μάνα μ’ – στο[;]
Σ’ ‘εβγαλα   – μάνα μου – στη στράτα
πήρα για σένα όμορφο βραχιόλι
βάι ντάλε λε λεε…

πήρα για σένα όμορφο βραχιόλι

Πρέπει να ‘χεις κατά νου ότι δεν υπάρχει μια περιχαρακωμένη και απόλυτα ξεχωριστή / διακριτή ομάδα «Ρομά» [στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς], αλλά διάφορες κοινότητες με αρκετές πολιτισμικές και κοινωνικές διαφορές μεταξύ τους που ενίοτε καταχρηστικά  εγκλωβίζονται από τρίτους στα γενικευτικά σχήματα : «τσιγγάνοι», «γύφτοι», «ρομά», «κατσιβέλοι» κλπ. χωρίς αυτά να αποτελούν κατ’ ανάγκη και αυτοπροσδιοριστικές επιλογές από τους ίδιους. Επίσης, μια άλλη διαπίστωση των ανθρωπολόγων / εθνογράφων είναι ότι ένα μεγάλο μέρος των πολιτισμικών πρακτικών [δηλ. και η μουσική] των κοινοτήτων αυτών ταυτίζεται με τα πολιτισμικά δεδομένα των κατά τόπους συνοικών πλειοψηφικών ομάδων. Τώρα, όσον αφορά τον ελλαδικό χώρο, κάποιες ιδιαίτερες πτυχές του μουσικού πολιτισμού, [ιδιαίτερα προγενέστερων περιόδων] των ποικιλόμορφων κοινοτήτων που προανέφερα δεν έτυχαν του ανάλογου ενδιαφέροντος, τόσο από τη δισκογραφία, όσο και από τους ερευνητές (λαογράφους, εθνομουσικολόγους κλπ), σε αντίθεση με αυτό που έγινε με τα μουσικά ιδιώματα άλλων εθνοπολιτισμικών ομάδων, πχ ‘Βλάχων’, ‘Σαρακατσάνων’, ‘Ποντίων’, ‘Καραγκούνηδων’, Θρακιωτών’, ‘Μικρασιατών’ κ.α. τα οποία έχουν μελετηθεί ‘εξαντλητικα’…».

22310029

Κωστής Δρυγιανάκης

«Τούτες εδώ είναι οι ηχογραφήσεις που κάναμε με τον Βαγγέλη Μπαντελά στους Σοφάδες της Καρδίτσας το 1992. Δίνονται στη δημοσιότητα με σχεδόν 23 χρόνια καθυστέρηση. Καταγράψαμε τότε τρεις σημαντικούς ερμηνευτές που ήταν φανερό ότι πλησίαζαν προς το τέλος της ζωής τους, λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζαν· αυτοί ήσαν o Γιάννης Ισούφης (κλαρίνο, 1917 – 1995), ο γιός του Κώστας Ισούφης (λαούτο, 1940 – 1994) και ο Μητσάρας Λάζος (τραγούδι, 1935 – 1995). Αρκετά νεώτερος ήταν ο Θανάσης Λαβίδας (κλαρίνο και τραγούδι, γ. 1952), που αποτέλεσε και τον συνδετικό κρίκο της όλης ομάδας και παραμένει δραστήριος ως σήμερα. Οι Ισούφηδες, πατέρας και γιός, είχαν ηχογραφηθεί σχεδόν δυο δεκαετίες νωρίτερα από τον Σίμωνα Καρά και τους συνεργάτες του (ιδίως τον Σοφαδίτη Νίκο Μπαζιάνα) σε κομμάτια από το ρεπερτόριο των Καραγκούνηδων που επικρατούσε στην περιοχή. Μια πληρέστερη αποτύπωση της τέχνης τους ήταν μέσα στα σχέδια μας, αλλά στην πορεία βρεθήκαμε μπρος στο ιδιαίτερο ρεπερτόριο των γάμων των Ρομά της περιοχής, και επικεντρωθήκαμε τελικά εκεί.

Το 1992 που έγιναν αυτές οι ηχογραφήσεις είχα ελάχιστη γνώση για το γενικότερο θέμα της μουσικής των Ρομά, αν και μια γενικότερη συζήτηση για τις ποικίλες μουσικές της συγκεκριμένης πληθυσμιακής ομάδας ερχόταν εκείνη την εποχή στο προσκήνιο, με χαρακτηριστικές τις ταινίες του Εμίρ Κουστουρίτσα και, εδώ στην Ελλάδα, του Μενέλαου Καραμαγγιώλη. Ο Βαγγέλης, όντας μουσικός εκτελεστής και Σοφαδίτης ο ίδιος , είχε ήδη μια πολύ βαθύτερη γνώση, την οποία αργότερα επέκτεινε ακόμη περισσότερο με σπουδές στην Κοινωνική Ανθρωπολογία. Όπως αποδεικνύεται σήμερα, τα τραγούδια που παρουσιάζονται εδώ αποτελούν μία μόνο από τις πολλές όψεις της μουσικής δημιουργίας των Ελλήνων Ρομά έχουν χαρακτηριστικά τοπική ταυτότητα και οποιαδήποτε γενίκευση θα ήταν παρακινδυνευμένη. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, 20 χρόνια μετά το θάνατο του τραγουδιστή Μητσάρα Λάζου, αυτό το ρεπερτόριο βρίσκεται ήδη στο δρόμο της λήθης, όσο κι αν αγαπήθηκε στα χρόνια του. Θέτει λοιπόν έτσι το ερωτηματικό για το πώς και κάτω από ποιους όρους η προσωπική δημιουργία μετατρέπεται τελικά σε «παράδοση», μέσα από ποιους μηχανισμούς ενσωματώνεται στα κυρίαρχα αφηγήματα και αντίστοιχα μέσα από ποιες διαδικασίες εξαφανίζεται χωρίς να αφήσει ίχνη.

Η τέχνη του Μητσάρα Λάζου και του Θανάση Λαβίδα ακολουθεί εν πολλοίς το λεγόμενο στυλ «α λα τούρκα», που καλλιεργήθηκε στη γείτονα χώρα από σπουδαίους μουσικούς όπως ο Μουσταφά Καντιραλί· ωστόσο εδώ υπάρχει μια ιδιαίτερη ζωντάνια, ίσως εξαιτίας του αγροτικού περιβάλλοντος ή του απροσχεδίαστου της ηχογράφησης. Δεν λείπουν βέβαια και νεώτερα, τολμηρά δάνεια  από τη Δύση, όπως χαρακτηριστικά στο κομμάτι Τούνγκε τούνγκε, που φανερώνουν τη συνεχή εξέλιξη και μεταμόρφωση των λαϊκών μουσικών. Αντίθετα, ο μπαρμπα-Γιάννης Ισούφης αποδίδει ένα πολύ αρχαϊκότερο στυλ, με κομμάτια που όπως ο ίδιος λέει θυμάται από τον πατέρα του και που ενδεχόμενα απηχούν το παλαιότερο καφέ-αμάν.

Κλείνοντας, πρέπει να σημειώσω ότι αυτή η έκδοση δεν θα είχε πραγματοποιηθεί χωρίς την προσωπική συμβολή του Μητροπολίτη Δημητριάδος κυρίου Ιγνατίου, ο οποίος μας εξέπληξε με το πηγαίο ενδιαφέρον του για τον πολιτισμό των Ρομά και απέδειξε ότι, παρά τον ρατσιστικό και χυδαία μισαλλόδοξο λόγο που εκπέμπεται από μεγάλο μέρος του θρησκευτικού χώρου, εξακολουθεί να υπάρχει ένα υγιές κομμάτι μέσα στην Εκκλησία, από το οποίο και μπορούμε να περιμένουμε κάτι σημαντικό».

H έκδοση «Η τσιάι ‘σι λουλούντι» κυκλοφορεί από τις  εκδόσεις Δημητριάδος.

10, 1 (238)