Η πρώτη ταινία του Brandon Heat είναι ένα σκληρό δράμα με «ραπ αισθητική» και αναφορές στο σινεμά του Οικονομίδη.

 

Βλέποντας την πρώτη ταινία που έχει φτιάξει ο Brandon Heat και έχει ανεβάσει στο YouTube, το πρώτο πράγμα που συνειδητοποιείς είναι το πόσο τον έχει επηρεάσει ο Γιάννης Οικονομίδης. Το «Μπαμ, ο Θεός της πόλης» είναι ένα δράμα 20 λεπτών με σκληρή γλώσσα, το οποίο είναι αδύνατο να το κρίνεις αυστηρά, γιατί, παρ’ όλες τις αδυναμίες του, καταγράφει την πραγματικότητα με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

 

 

«Το story της ταινίας είναι η καθημερινότητα για κάποια άτομα που γνωρίζω, δεν είναι fiction», λέει. «Είναι απόρροια της οικονομικής κατάστασης. Όταν ένας νέος δεν έχει από πουθενά να πιαστεί, συνεπώς θα μπλέξει με παράνομα μονοπάτια και ο πιο γρήγορος τρόπος για να βγάλει λεφτά είναι το εύκολο κέρδος των παράνομων ουσιών. Άμα βρίσκεσαι σε αδιέξοδο, κάτι πρέπει να κάνεις, πώς θα ζήσεις; Ήθελα να είναι εντελώς ρεαλιστικό αυτό που θα βγει και ναι, επηρεάστηκα πολύ από τις ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη. Μου άρεσε που πήρε την νεοελληνική πραγματικότητα και, προβάλλοντας την στην υπερβολή της, την έστρεψε στο πρόσωπο του Έλληνα. Ήθελα μέσα από την ταινία μου να δείξω καταστάσεις της νεοελληνικής πραγματικότητας που είναι πίσω από την κουρτίνα και κανείς δε θέλει να τις δει, παρόλο που που συμβαίνουν δίπλα μας.

 

Θέλω ο κόσμος να δει την ταινία μου σαν μια καλή προσπάθεια, γατί μόνο ως προσπάθεια πρέπει να αντιμετωπιστεί κάτι που δεν είχε καθόλου budget. Ήταν πάντα ένα όνειρό μου το να κάνω μια ανεξάρτητη ταινία μικρού μήκους. Ασχολούμαι πολύ καιρό με διάφορα καλλιτεχνικά, κι έχω κάνει πολλές τρέλες: από το 2002 ασχολούμαι με τη ραπ μουσική, από πολύ μικρός, κι αργότερα ασχολήθηκα με τα ρούχα. Έχοντας δει, γενικά, πολλές ταινίες αυτής της συνομοταξίας, οι οποίες εντάσσονται στο δράμα (με γκάνγκστερ, φυλακή, ναρκωτικά), κατάλαβα ότι κάποια θέματα είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Η δουλειά κάποιων ανεξάρτητων καλλιτεχνών που έδωσαν ζωή σε αυτό το χώρο με παρακίνησε να κάνω κάτι δικό μου. Έτσι μέσα από το χώρο της ραπ βρήκα καλλιτέχνες που με βοήθησαν να κάνω πράξη αυτό που είχα στο μυαλό μου, γιατί η παραγωγή ήταν εντελώς ανεξάρτητη, χωρίς καμία χρηματοδότηση».

 

Εξηγεί πώς κατάφερε να ολοκληρώσει την ταινία, με πολύ κόπο και ξενύχτι, με άπειρη δουλειά για μήνες και μεγάλο προσωπικό κόστος. Και δεν εννοεί τα λεφτά. «Αυτό το εγχείρημα κόστισε σχεδόν ένα μηνιάτικό μου, όσο ο μέσος μηνιαίος μισθός ενός Έλληνα, δηλαδή. Κι επειδή κανείς δεν αμείφθηκε, κατάφερα να καλύψω τα έξοδα της παραγωγής. Είναι δύσκολη περίοδος, δύσκολη εποχή, αλλά αυτό έχει και τα καλά του. Ας πούμε, παλιοί ηθοποιοί όπως ο Σπύρος Ιωάννου ή ο Γιάννης Κοντοπίδης, που έχουν χαράξει μια πορεία και στο θέατρο και στο σινεμά, δέχτηκαν να συμμετέχουν αφιλοκερδώς. Με βοήθησαν και ο Fernand Roblot, ο οποίος έχει εμπειρία από πολλά σίριαλ και ο Λευτέρης Παπούλιας που έκανε το μοντάζ. Χωρίς αυτά τα άτομα δεν θα είχε γίνει η ταινία».

 

 

Τον ρωτάω για τα εξωτερικά γυρίσματα και τις σκηνές σε διάφορα σημεία της πόλης που δίνουν μια αισθητική «urban» που θυμίζει χιπ χοπ βίντεο. «Όλη η ταινία διαδραματίζεται στην Αθήνα, γι’ αυτό λέγεται και ο Θεός της Πόλης, είναι γυρισμένη σε πολλές συνοικίες του κέντρου» εξηγεί. «Μου άρεσε πάρα πολύ που οι φυλακές του Κορυδαλλού ανταποκρίθηκαν πάρα πολύ γρήγορα στο αίτημά μας, γιατί η ταινία ξεκινά από τον Κορυδαλλό. Πήραμε άδεια από το Υπουργείο Δικαιοσύνης μέσα σε μία εβδομάδα και ήταν πολύ μεγάλη έκπληξη για μας γιατί συνήθως οι διαδικασίες έγκρισης είναι πολύ αργές. Γυρίσματα έγιναν και στον Λυκαβηττό. Πολλά άτομα βοήθησαν, τόσο οι ηθοποιοί όσο και εκείνοι που ανέλαβαν να βρουν τους χώρους».

 

«Πού απευθύνεσαι με τον «Θεό της πόλης», το έχεις σκεφτεί;».
«Απευθύνομαι στον πιτσιρικά ο οποίος μπαίνει σε αυτήν την κατάσταση αναζητώντας την εύκολη λύση, αλλά απευθύνομαι και στο γονιό, ο οποίος έχει πολλά στερεότυπα και δύσκολα θα κάτσει να παρακολουθήσει ένα τέτοιο έργο, που παρουσιάζει ωμή την αλήθεια. Αν το παιδί του βρισκόταν σε αυτή τη θέση, άραγε, πώς θα το αντιμετώπιζε; Μου έκανε εντύπωση η γνώμη ενός οικογενειακού γνωστού, καθηγητή πανεπιστημίου, που είπε ότι του άρεσε η ταινία, παρά τη σκληρή γλώσσα της».

 

Μεγάλο ενδιαφέρον έχουν τα σχόλια κάτω από την ταινία στο YouTube είναι υπερβολικά καλά, παρόλο που στον χώρο δεν συνηθίζεται. «Δεν θα με πειράξει η αρνητική κριτική» λέει ο Brandon. «Φυσικό είναι να μην αρέσει σε όλους. Ωστόσο, δέχθηκα πολύ καλές κριτικές τόσο από ανθρώπους του χώρου, αλλά και γενικότερα, γιατί σεβάστηκαν την προσπάθεια. Πολλοί μου σχολίασαν το τέλος. Χάρηκα που κάπως άγγιξε τον κόσμο, γιατί εγώ αυτό ήθελα να πετύχω. Έχω πρωινή δουλειά και δουλεύω κάθε μέρα, όπως και όλοι όσοι ασχολήθηκαν. Δεν είμαι επαγγελματίας ηθοποιός, ούτε σεναριογράφος, μια προσπάθεια έκανα και χάρηκα που ο κόσμος το αντιμετώπισε με αυτόν τον τρόπο».

 

Έχουν αλλάξει εντελώς οι εποχές. Για να δημιουργήσεις, παλαιότερα τα δεδομένα ήταν διαφορετικά. Το YouTube αφήνει τον κόσμο να εκφράζεται ελεύθερα αλλά έχει χαθεί ο ρομαντισμός και πλέον όλα είναι κατευθυνόμενα. Όταν ήμουν έφηβος αγόραζα CD ή δίσκους και τα ξεψάχνιζα, η νέα γενιά έχει τη δυνατότητα να ‘κατεβάσει’ άμεσα ό,τι θέλει και, εάν κάτι δεν της αρέσει, να το πετάξει. Έχουμε πάθει κύφωση, όντας διαρκώς πάνω από ένα κινητό. Έχουν μετακομίσει ακόμα και οι δουλειές μας στην κινητή μας συσκευή. Αν δεν είσαι παρών, σίγουρα κάτι χάνεις. Κι αν δεν έχεις Facebook, δεν υπάρχεις. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι μας αρέσει αυτή η ζωή.

 

 

Ως παιδί που έχω μεγαλώσει στη δεκαετία του ’90, πιστεύω πως αυτή ήταν η καλύτερη εποχή. Δηλαδή μεγαλώσαμε με Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Αλ Πατσίνο. Σήμερα είναι όλα πιο σκληρά. Εάν εμείς τώρα έχουμε γεμίσει το σώμα μας με τατουάζ, φαντάσου πως θα είναι η κοινωνία μετά από 20 χρόνια. Εάν σε κάποιον ηλικιωμένο σήμερα φαινόμαστε αλλόκοτοι, και τον κρίνουμε γι’αυτό, θέλω να δω πώς θα κρίνουμε στο μέλλον τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας και πού θα έχει φτάσει τότε η κατάσταση…».

facebook.com/mpamathens

maingraph.gr

instagram.com/brandonheato