Το Μοναστηράκι είναι ίσως η πιο πολυπολιτισμική πλατεία της Αθήνας. Σημεία αναφοράς οι μαύροι που σου χαμογελούν και φωνάζουν «hakuna matata», οι αυτοσχέδιες ομάδες breakdance, οι ήχοι reggae από αιώνιους rastafaries και πάντα, όταν πιάνουν τα πρώτα κρύα, το άρωμα ψημένου κάστανου.

Μόλις βγεις από τον ηλεκτρικό, το μάτι σου θα πέσει στην Γεωργία που ψήνει καλαμπόκια και κάστανα. Η Γεωργία είναι τριάντα οκτώ ετών και εξασκεί ένα επάγγελμα που σου φέρνει στο νου κάποιον παππού με τραγιάσκα και μάλλινο κασκόλ που ανεβάζει την ένταση στο ραδιόφωνο όταν παίζει Καζαντζίδη.

«Αυτή την δουλειά την ξεκίνησε ο παππούς μου, όταν ήρθε από τα Τρίκαλα στην Αθήνα. Όλοι οι καστανάδες της Αθήνας ήταν Τρικαλινοί. Ήταν φτωχοί άνθρωποι που είχαν έρθει από τα βουνά και τους έδωσε ο δήμος άδειες. Κάθε επάγγελμα έχει την ιστορία του. Μετά τον παππού μου, την δουλειά αυτή την έκανε η μητέρα μου. Εγώ ξεκίνησα πριν από τέσσερα χρόνια. Είμαστε συνεταίρισσες με την ξαδέρφη μου την Έφη. Ερχόμουν από πιτσιρίκι εδώ μετά το σχολείο. Εδώ παραπάνω στο Θησείο μεγάλωσα» μου λέει και χαμογελάει.

kastana-13 kastana-12 kastana-11

«Την δουλειά την ξεκίνησα και γιατί μου αρέσει πολύ να ψήνω αλλά και γιατί ήμουν μακροχρόνια άνεργη. Μου είπαν οι δικοί μου ότι από την στιγμή που υπάρχει αυτή η δουλειά, γιατί να μην την κάνω; Παλιά ήμουν ηχολήπτρια στην τηλεόραση. Ήθελα να γίνω φωτογράφος. Μετά ήθελα να γίνω ηθοποιός. Δούλευα περί τα τέλη του ‘90 σε κινηματογραφικά στούντιο, σε τηλεπαιχνίδια. Τότε οι σταρ έπαιρναν πολλά λεφτά και όσοι ήμασταν πίσω από τις κάμερες, δεν παίρναμε τίποτα. Μου άρεσε πολύ αυτή η δουλειά, όμως ο κλάδος μας έχει τελειώσει. Έχουν αλλάξει τα πράγματα. Την δουλειά που κάνω τώρα, παλιά την έκαναν μόνο παππούδες. Τώρα με την κρίση βλέπεις και πιο νέους ανθρώπους σε τέτοια επαγγέλματα. Όταν ξεκίνησα, δεν με πείραξε που άφησα την ηχοληψία. Εδώ δεν έχω άγχος. Στα τηλεπαιχνίδια είχα πάρα πολύ άγχος.

Αυτή η δουλειά είναι δικιά μου και έχει το καλό ότι είμαι ελεύθερη. Έχω δουλέψει και με αφεντικά και ξέρω πώς είναι. Δεν την αφήνω όμως την δουλειά μου. Είμαι εδώ και το καλοκαίρι και τον χειμώνα, κάθε μέρα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Μας φέρνουν τα κάστανα από την Κρήτη. Μας τα φέρνουν εδώ, στην πλατεία, γιατί εμείς δεν μπορούμε να τα κουβαλήσουμε, είναι τσουβάλια ολόκληρα. Κάνουμε την προετοιμασία, ανάβουμε την φωτιά και ξεκινάμε» μου λέει η Γεωργία και ρίχνει πέντε κάστανα στην φωτιά.

«Το Μοναστηράκι μου αρέσει πολύ γιατί είναι ζωντανό. Έχει την Πλάκα, την Ακρόπολη, το Θησείο. Η Αθήνα δεν είναι τόσο επικίνδυνη. Αν είναι να σου τύχει κάτι, θα σου τύχει όπου και να είσαι. Εδώ που κάθομαι, είναι η γωνιά μου. Ξέρω τον κόσμο, τις γωνιές, τα μαγαζιά. Υπάρχουν μόνιμοι πελάτες που έρχονται και αγοράζουν κάστανα και καλαμπόκια από εδώ. Υπάρχει ένας παππούλης που έρχεται από την εποχή που έκανε ο  παππούς μου αυτή την δουλειά.

kastana-14

Παλιά ήταν καλύτερα, ψώνιζε πολύ περισσότερο ο κόσμος. Τώρα πια τα δύο ευρώ, τα σκέφτεται να τα δώσει. Τα δίνει σε ένα σουβλάκι. Έτσι, βγάζουμε τα βασικά. Δεν βγάζουμε τριακόσια ευρώ αλλά επιβιώνουμε. Η νέα γενιά των τριακοσίων ευρώ είναι κατεστραμμένη, δεν μπορεί να επιβιώσει με αυτά τα ψίχουλα» μου λέει και μας κερνάει κάστανα. Η Γεωργία είναι ροδομάγουλη, ντροπαλή και φαίνεται ευτυχισμένη. Τσιμπάει κάστανα, που όπως μου λέει είναι πλούσια σε σίδηρο και βιταμίνη C, και χαζεύει τους περαστικούς.

kastana-10 kastana-09 kastana-08kastana-04 kastana-03 kastana-02 kastana-01kastana-07

Κείμενο: Μαίρη Βαμβακά
Φωτογραφίες:
Elizabeth Rovit