Η Violet Louise γράφει για την γνωριμία της με τον Γιώργο Βέλτσο και τη δημιουργία της παράστασης που βασίζεται στην ποίησή του.

 

Είναι η ποίηση η μοναδική καταφυγή, η μόνη απάντηση στη μεταφυσική αγωνία της ύπαρξης; Η Violet Louise συνεργάζεται με τον Γιώργο Βέλτσο σε μια multimedia παράσταση που βασίζεται στην ποιητική συλλογή του με τίτλο Αύγουστος  μια αφήγηση για τη ζωή, τη μνήμη, την απώλεια του εαυτού, την απώλεια των άλλων. Βίντεο, μουσική και ήχος, με λήψεις πλάνων από τον ελληνικό βυθό, ηχογραφημένους ήχους θάλασσας και γλάρων, αστερίες και κοράλια μέσα σε νερό, είναι η προσωπική ματιά της Violet Louise που συνθέτει επί σκηνής τον ποιητικό κόσμο του Γιώργου Βέλτσου σε μία παράσταση για τον αέναο κύκλο της ζωής που μοιάζει με κινηματογραφικό φιλμ και μουσική συναυλία.

 

Με αυτή την αφορμή, η Violet Louise θυμάται τη συνάντησή της με το Γιώργο Βέλτσο και μοιράζεται τον τρόπο που στήθηκε η παράσταση Αύγουστος μες στο Χειμώνα (χορός για δὐο).

 

Mε το Γιώργο Βέλτσο συναντηθήκαμε πριν από τρία χρόνια. Μιλήσαμε στο τηλέφωνο και βρεθήκαμε στα Πετράλωνα. Η πρώτη μας επαφή ἠταν αναγνωριστική. Τρία χρόνια μετά μπορώ να πω με σιγουριά ότι μας διατρέχει ενός είδους συγγένεια. Δε θέλω να προσδιορίσω το είδος της. Σίγουρα έχει να κάνει με τις προθέσεις, τον πυρήνα του κάθε ανθρώπου.

 

Έχει να κάνει όμως και με κάτι που ειναι κοινό και στους δυο, παρότι ο Βέλτσος βρίσκεται στο «κέντρο» και εγώ στο «περιθώριο». Το κοινό αυτό στοχείο ειναι η αντιστροφή: όταν εγώ ανεβάζω ποίηση του στο Ίδρυμα Κακογιάννη και όταν αυτός ενθουσιάζεται με το ιδιόμορφο έργο μου.

 

 

Ο Αύγουστος, τα ποιήματα του Γιώργου, υπήρξαν η αφορμή για να ξεκινήσουμε απο κοινού μία διαδικασία δημιουργική. Για να πάρω το μαγνητόφωνό μου και να καταγράψω τον ήχο της θάλασσας και τους γλάρους στην παραλία της Καστέλλας, κάτω από το σπίτι μου. Γιατί τα ποιήματά του έχουν την αναγγενητική δύναμη του νερού.

 

Ήταν, όμως, συγχρόνως και μία μαγνητοφώνηση της ίδιας μου της ψυχής. Συνέβησαν στο διαστημα αυτό δύο θάνατοι πολύ κοντινών μου προσώπων. Το βάρος αυτό με γονάτισε. Έπρεπε, λοιπόν, να εργαστώ πάνω στο πένθος μου, μέσω της ποίησης κάποιου άλλου. Τα ποιήματα του Bέλτσου ήταν πρόσφορο έδαφος.

 

Έπρεπε να καταλάβω ότι «ζω» σημαίνει ζω την επιβίωση, δύσκολο πράγμα άμα γεννιέσαι αντιδραστικός και δε θες να ζεις με τις ευκολίες και τα προνόμια του συστήματος. Στον Γιώργο διέκρινα ένα κατεστημένο ακατάσταστο, έπαιξα με αυτό. Στην ουσία εμπαίζοντας και το κατεστημένο και το ακατάστατο. Και σκέφτομαι πως αφού για το δημιουργό η γαλήνη υπάρχει μονο στη σκιά της μηδενικότητάς του, καταφεύγω και εγώ σε αυτό το μηδέν, που σε κάποιες δύσκολες ώρες της ημέρας μου δίνει κουράγιο. Μέσα από την εσωστρέφεια μου θα ήθελα να κλέψω κομμάτια της ελευθερίας του, ίσως να γίνω σαν αυτόν, ειδικά τις στιγμές που μπορεί να τρελάνει τους πάντες.

 

 

Η παράσταση που φτιάξαμε, για τον καθένα μας βιώνεται με διαφορετικό τρόπο. Εγώ πάνω στη σκηνή, έχοντας δημιουργήσει τον προσωπικό μου κόσμο από εικόνες, μουσική και ήχους, περνώ από το φως στο σκοτάδι και αντἰστροφα. Ο Γιώργος από κάτω, θεατής και συνένοχος στη διαδικασία, προσφέροντας με γενναιοδωρία τα ποιήματα του, αφήνοντάς μου πλήρη ελευθερία.

 

Τι περισσότερο να ζητήσει κανεἰς απο ἐναν πνευματικό ανθρωπο; Nα σου υπενθυμίζει πως η δημιουργική φλόγα σβήνει, όταν η επιδίωξη της επιτυχίας από το δημιουργό γίνεται το μοναδικό του μέλημα.

 

Θα ήθελα να φτάσω και εγώ στο σημείο αυτό που ο Βέλτσος εμπνευσμένος από τον Μοντάλε αποκαλεί : Ο Καραγκιόζης. Και δε διστάζω, σαν να του παίρνω αυτή τη στιγμή που μιλάμε συνέντευξη με το μαγνητόφωνό μου, να επισυνάψω το παρακάτω κείμενό του  με τον τίτλο il pirla (Kαραγκιόζης), εμπνευσμένο από το ομώνυμο ποίημα του Μοντάλε που εμπεριέχεται συλλογή Ημερολόγιο του ᾽71 των εκδόσεων Άγρα :

 

Γιατί να μη δεχτώ κι εγώ ως έπαινο τον ιταλιάνικο ιδιωματισμό (il pirla); Μη δεν δανείζομαι κι εγώ από την ποίηση («υπόθεση τεράτων ασφαλώς κι όχι αγγέλων»), την εγρήγορση; Δεν αναλώνομαι σε μια αλαφροΐσκιωτη παιδαγωγική; Δεν πιάνω σαν παιδί στα δάχτυλά μου την επικαιρότητα, «τη σαπουνόφουσκα που λάμπει μια στιγμή και σκάει»; (Μοντάλε). Δεν είμαι ο φιλάνθρωπος παρά την περιφρόνηση για τους «φιλάνθρωπους»

Δεν εξεγείρομαι προς κάθε επώνυμη υπογραφή που σοβαρολογεί κρίνοντας ζώντες και νεκρούς; (την Οκτωβριανή Επανάσταση).

Τον τρόπο, ο Πομερά τον ονομάζει «ταραχή». Να είσαι δηλαδή εδώ σωματικά, πριν από τα λόγια. Να υφαίνεις μία ταπητουργία αινιγματική. Να εκτιμάς την ακυρολογία της μεταφοράς. Να μη διστάζεις να γελοιοποιηθείς.  Να τείνεις προς ένα «τρίτον τι», ένα «ουδέτερο» που εμπαίζει. Να πάσχεις από μια σκληρότητα ελαστική, μια «ανησυχητική ξενότητα», φροϋδική, όπου όταν προβάλλονται τα οικεία ως ανοίκεια (ο διάλογος Πατρίκιου-Ραυτόπουλου στο «Βήμα») να φρικάρεις.

Γνωρίζω πως τίποτα δεν πρόκειται να εισακουστεί. Ξέρω πως ματαιοπονώ. Ζηλεύω όμως όσους, λόγο της ευφυΐας τους, κατέπνιξαν μια νωθρή νοημοσύνη, νιώθοντας «την ανοησία όχι σαν χάντικαπ αλλά σαν άθλο προσωπικό» (Β. Παπαβασιλείου).

Οι άνθρωποι, δεν είμαστε εντολοδόχοι κανενός, αλλά εντολείς διαρκώς του άναρχου εαυτού μας.

 

Πώς θα μπορούσα να έχω εδώ τη φωνη του; να τον βάλω να μου απαγγείλει το ποίημα εκείνο που για μένα είναι και ο πυρήνας της παράστασης:

 

Στο τέλος και αυτής της ημέρας το μεγάλο παγοθραυστικό της Hσυχίας εισβάλλει. Σπάει τη ζέστη. Το δικό μου ταξίδι στο δωμάτιο. Aύγουστος μήνας. Πόσο ακόμα Αύγουστος; Πόσο δικός μου ;

 

Είναι δύσκολο να εκφέρω κρίση η ίδια για τη δουλειά μου μέσα σε αυτό το σφαγείο των κριτών και των κρινόμενων. Το να σταυρώσεις  τα χέρια ή να σφάξεις είναι ένα και το αυτό. Όμως μπορεί και να μην είναι.

 

«Αύγουστος μες στο Χειμώνα» από τη Violet Louise, σε ποίηση Γιώργου Βέλτσου. Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, Πειραιώς 206, (ύψος Χαμοστέρνας), Ταύρος. Σάββατο 11/11, Παρασκευή 17/11, Σάββατο 18/11, Παρασκευή 24/11, Σάββατο 25/11. Όλες τις μέρες στις 21:00.