Κι η πρώτη κυκλοφορία της Trial & Error σε βινύλιο είναι η αφορμή για ένα μεγάλο πάρτι στο Μπάγκειον της Ομόνοιας.

 

Τον Μάριο τον γνωρίζω από τότε που ήταν ένα νεαρό παιδί, σε εφηβική ακόμα ηλικία, σε ένα από τα πιο συναρπαστικά σχήματα της περασμένης δεκαετίας, τους Exposed By Observers. Στα οχτώ χρόνια που μεσολάβησαν από την εποχή του Secondhand Youth η μουσική εξέλιξή του ήταν εντυπωσιακή, περνώντας από διάφορες δημιουργικές φάσεις ως Bonebrokk, με αποκορύφωμα την εξαιρετική πρόσφατη κυκλοφορία του, το Hollow Systems EP, που έκανε πρεμιέρα στο Mixmag και είναι διαθέσιμη ψηφιακά από σήμερα. Ο νεο-rave ήχος του είναι από τους πραγματικά φρέσκα πράγματα που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και για τον ίδιο σηματοδοτεί μια νέα αρχή. Για να γιορτάσει την κυκλοφορία του EP, διοργανώνει ένα special release party στο Μπάγκειον στην Ομόνοια, αύριο, βράδυ Σαββάτου, ανήμερα της εθνικής εορτής.

«Όλα αυτά τα χρόνια έχω μάθει σίγουρα πολλά κι έχω ακούσει ακόμα περισσότερα» λέει, «και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο στην εξέλιξή μου. Θεωρώ ότι για να κάνεις καλύτερη μουσική χρειάζεται να ακούς πολλή μουσική, ενεργά. Δηλαδή, να είσαι εκεί, να ακούς όλα τα στοιχεία, όλους τους ήχους, γιατί επιλέχθηκαν και για ποιον λόγο παίζουν σε εκείνο το σημείο. Σίγουρα στις πρώτες ακροάσεις δεν θα ασχοληθείς με αυτές τις “λεπτομέρειες”, αλλά όταν βρω ένα κομμάτι-δίσκο-καλλιτέχνη που μου αρέσει από τον πρώτη στιγμή, προσπαθώ να βρω τι ακριβώς με εξιτάρει και γιατί. Με έχει βοηθήσει πολύ αυτή η διαδικασία στο να εκφράζομαι πιο εύκολα, γιατί μετά από τον πρώτο ενθουσιασμό με κάτι ακολουθούν οι ήχοι, το sound design δηλαδή. Sound design εννοώ τα πάντα. Ακόμα και οι Ramones είχαν sound design, είναι οι χροιές όλων των στοιχείων και τελικά έχουν μεγαλύτερη σημασία από ότι νόμιζα όταν πρωτοξεκίνησα. Κατά τα άλλα, παραμένω ειλικρινής. Αυτό θεωρώ και το σημαντικότερο «χαρτί» μου, ότι γράφω πάντα αυτό που μου βγαίνει. Αυτό έκανα από την εποχή του Nu-Rave, μέχρι και σήμερα. Με εξίταρε τόσο πολύ στα 17 μου, με τα ακούσματα μου μέχρι τότε, αυτός ο ήχος. Γενικά, λατρεύω το φρέσκο, βρίσκω μεγαλύτερο νόημα στο να ασχοληθώ με κάτι που κοιτά κάπως “μπροστά”, είτε είναι κατά γενική ομολογία φρέσκο, είτε όταν μόνο προσωπικά το θεωρώ”.

 

 

Έχει γίνει πιο δύσκολη ή πιο εύκολη ασχολία σου με τη μουσική;
Έχει γίνει λιγότερο αγνή. Βασικό χαρακτηριστικό μου είναι ότι είμαι πολύ επικριτικός με τον εαυτό μου σε όλα τα επίπεδα και η μουσική, όταν θέλεις να την ακολουθήσεις σαν επάγγελμα, δεν βοηθά στο να πιστεύεις στον εαυτό σου. Γυρνώντας πάλι στα 17 μου, δεν είχα στο μυαλό μου ότι πρέπει να τα κάνω όλα σωστά, ειδικότερα μόνος μου. Τώρα είναι ο κανόνας και η ευθύνη προς τον εαυτό μου είναι πολύ μεγαλύτερη. Πολλές φορές είτε όταν παίζω, είτε όταν είμαι σε κάποιο event, υπάρχει αυτή η σύνδεση μεταξύ performer και κοινού. Αυτή η σύνδεση είναι μαγική, δεν υπάρχουν λόγια να την περιγράψουν αναλυτικά και είναι πραγματικά μοναδική. Αυτή η μαγική σύνδεση ανθρώπων από διαφορετικά backgrounds, που ήρθαν εκεί για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικές διαθέσεις, είναι κάτι που δεν μπορώ να αλλάξω για οτιδήποτε άλλο.

Τι άλλο κάνεις εκτός από μουσική; Πώς τα βγάζεις πέρα;
Είμαι ηχολήπτης στο αγαπημένο μου μέρος στην Αθήνα, Sonic Playground.

Τι σου κάνει τη ζωή δύσκολη;
Νομίζω ό,τι κάνει και στους περισσότερους νέους ανθρώπους στην Αθήνα. Σε αντίθεση με μία περίεργη θεωρία, δεν πιστεύω ότι έχουν δημιουργηθεί ευκαιρίες ούτε ότι είμαστε κάποια νέα ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι πολλά άτομα δεν προσπαθούν πάρα πολύ σκληρά για να κάνουν αυτό που τους αρέσει, σε διεθνή στάνταρντ. Απλά, θα ήταν πολύ πιο εύκολα τα πράγματα, αν όντως οι συνθήκες ευνοούσαν τον βιοπορισμό από οτιδήποτε «καλλιτεχνικό». Το αισιόδοξο είναι, πως όντως γίνονται κινήσεις προς μία σωστή κατεύθυνση αλλά πραγματικά για διαφορετικούς λόγους και σε διαφορετικές συνθήκες από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα.

 

 

Πώς τη βλέπεις τη μουσική που βγαίνει σήμερα; Έχει αλλάξει ο τρόπος την αντιμετωπίζεις σε σχέση με τότε που ήσουν έφηβος;
Θα ήμουν καταδικασμένος αν δεν μου άρεσε η σημερινή μουσική, γιατί όπως σου είπα με εξιτάρει το καινούργιο. Διαβάζω, κατεβάζω και ακούω συνέχεια, όπως και ως έφηβος απλά τώρα είμαι δυστυχώς πολύ πιο επικριτικός.  Δίνω πιο δύσκολα ευκαιρίες γιατί μου αρέσουν λιγότερα πράγματα, αφού έχω αυξανόμενη πρόσβαση σε πολλαπλάσιες κυκλοφορίες. Είναι και ένας φόβος μου αυτός, να μην γίνω ο μπάρμπας του «ήταν καλύτερα στις μέρες μας». Δυστυχώς ή ευτυχώς, στην κιθαριστική, ας την πούμε, μουσική αυτό μου συμβαίνει ήδη. Σταμάτησα να ασχολούμαι «ενεργά» μαζί της πριν κάποια χρόνια, γιατί απλά ένιωθα πως ό,τι βγαίνει είναι όλο και χειρότερο, ή τουλάχιστον με ενδιέφερε όλο και λιγότερο. «Φταίει» βέβαια και ότι ανακάλυψα τον Burial, την Hyperdub, την εκπομπή της Mary Anne Hobbs τότε και γενικότερα την Dubstep που αντικειμενικά ήταν ολόφρεσκη. Σημαντικότατο στοιχείο στην dubstep, ήταν η αίσθηση στιβαρού community που έβγαζε. Μπορούσες να μπεις στο dubstepforum (ακόμα μπορείς νομίζω) και να δεις τα πρώτα ψηφιακά κομμάτια που πουλούσε ο Zomby, τις πρώτες εκπομπές του Ben UFO, τα μαζικά post για τα γενέθλια DMZ, ακόμα και συμβουλές από τον Objekt για τι lfo χρησιμοποιεί στο μπάσο του. Αυτό βέβαια εξαφανίστηκε με τον καιρό  (μαζί και με όλα τα forums) γιατί όλοι τους ξενέρωσαν με τους διάφορους Skrillex, και τράβηξε ο καθένας τον δικό του δρόμο. Απλά, είναι ακόμα αυτοί και όσοι ήταν ακόμη στο κοινό τους, που για μένα κάνουν, με διαφορετικό τρόπο, forward-thinking μουσική.

Θεωρείς ότι ενδιαφέρει κανέναν πραγματικά, πέρα από αυτούς που ασχολούνται μαζί της ως δημιουργοί ή ως DJ;
Φυσικά και ενδιαφέρει. Δεν έχει καμία διαφορά με οποιοδήποτε άλλο «είδος» μουσικής. Όπως και ας πούμε στην punk, κατέβαινε η μία μπάντα, ανέβαινε η επόμενη και την επόμενη εβδομάδα 4 άτομα που ήταν σε εκείνο το λάιβ, είχαν κάνει την δική τους. Αντίστοιχα, υπάρχει η/ο δημοσιογράφος, φωτογράφος, αυτοί που το ακολουθούν για το lifestyle που προσφέρει, αυτοί που πάνε για να βρούνε γκόμενα / γκόμενο. Δεν βρίσκω καμία ουσιαστική διαφορά.

Τι σου αρέσει πολύ από αυτά που ακούς;
Θα σου πω labels για να είμαι κάπως περιεκτικός. Timedance, Hessle Audio, Livity Sound, The Trilogy Tapes, Ilian Tape, Whities, FTD, PAN, Hemlock, UIQ, Different Circles.

Υπάρχουν Έλληνες δημιουργοί που θαυμάζεις;
Lower Parts, Hypermedium, Nutty Wombat, Modal Analysis, Vanilla, είναι όλα πολύ καλά labels/ομάδες και οι Jay Glass Dubs, Dervisis, Jeph1, Flokosh, Sepho, αντίστοιχα καλοί δημιουργοί.

 

 

Έχει ανέβει πολύ το επίπεδο, είναι πιο εύκολη προσβάσιμη η μουσική σε παγκόσμιο επίπεδο, σημαίνει κάτι αυτό, όμως, στην ουσία;
Για μένα σημαίνει πολλά. Το γεγονός ότι ένας τύπος στα Πετράλωνα μπορεί να μιλήσει και να ανταλλάξει κομμάτια με κάποιο άτομο στο Bristol πχ, αλλάζει την «μοίρα» και των δύο. Μπορώ να ακούσω, να δω, να επηρεαστώ από 3.000 διαφορετικές πηγές που χωρίς την «παγκοσμιοποίηση της μουσικής» δεν θα γνώριζα ποτέ και αντίστοιχα το άτομο στο Bristol έχει κοινό στην Αθήνα. Σημαίνει πως μεγαλύτερο μέρος ανθρώπων που θέλουν να ασχοληθούν με οτιδήποτε, μπορούν να το βρουν. Έτσι έχω μεγαλώσει, καλώς ή κακώς, οι παρέες μου δεν είχαν ιδιαίτερη σχέση με την μουσική.

Πες μου για το νέο EP σου. Τι σηματοδοτεί αυτός ο ήχος για σένα;
Ξεκίνησε ως αστείο, αλλά το «τσιφτετελοτέκνο» περιγράφει αρκετά το ύφος της μουσικής μου. Με ενδιαφέρουν πολύ οι ρυθμοί, με εξιτάρουν όταν ξεφεύγουν από το συνηθισμένο, οπότε προσπάθησα να γράψω patterns που να είναι, σχετικά πολύπλοκα, αλλά και «λειτουργικά» από dancefloor άποψη. Πάντα ξεκινώ από ένα ωραίο drum pattern και χτίζω πάνω σε αυτό αρκετές μέρες μέχρι να έχω αρκετές ιδέες που να κολλάνε μεταξύ τους για να δημιουργηθεί ένα κομμάτι. Το καλό είναι ότι όντως υπάρχουν πολλές ιδέες, το κακό είναι ότι μπορεί να ξεφύγεις και να μην ξέρεις τι να χρησιμοποιήσεις ή από που, τελικά, να ξεκινήσεις.  Ένας από τους «οδηγούς» που είχα στο μυαλό μου για αυτό το EP, ήταν να έχει αρκετά ιδιαίτερο sound design. Είναι φανταστικό ένα 909 ride, ή μία 808 μπότα, αλλά το έχουν κάνει τόσοι πολλοί, τόσο καλά, που θεωρώ ότι δεν έχω να προσφέρω κάτι παραπάνω χρησιμοποιώντας τα.

 

 

Πώς έγινε επιλογή του mixmag για την πρεμιέρα στο Choose Ur Illusion;
Μιλήσαμε με τον υπεύθυνο για τις πρεμιέρες στο Mixmag, μέρος της προωθητικής καμπάνιας για το EP, του άρεσε πολύ, οπότε και συνέβη.

Πες μου μερικά πράγματα που σου αρέσει πολύ να κάνεις αυτή την εποχή.
Να σβήνω πράγματα από to-do-lists. Πέρασα χρόνια με το να μην κάνω τίποτα από αυτά που ήθελα και η αίσθηση του να ολοκληρώνεις κάτι, έστω μικρό, είναι εθιστική.

Ποιος είναι ο καλύτερος δίσκος που άκουσες φέτος;
Αυτός που σίγουρα άκουσα πιο πολύ είναι το DAMN. του Kendrick Lamar. «Έπαθα» αυτό που έκανα μικρός, έπαιρνα μικρά αποσπάσματα από τους στίχους του και τα κολλούσα στην δική μου καθημερινότητα. Είχα χάσει την εφηβική ενέργεια για μεγάλο διάστημα και ο δίσκος έκατσε στο πιο σωστό χρονικό σημείο ώστε να την ξαναβρώ.

 

 

Με ποιον θα ήθελες πολύ να συνεργαστείς;
Προφανώς με τον Lamar. Κάπως πιο ρεαλιστικά, με τον Joy Orbison και τον Objekt. Πέρα από τις καταπληκτικές συνθέσεις τους, οι παραγωγές τους είναι πολύ μελετημένες και σίγουρα θα έχω να μάθω αρκετά πράγματα. Στη λίστα με τα μακροπρόθεσμα, σχεδόν ουτοπικά, όνειρα-στόχους είναι να φτιάξω ένα στούντιο σε κάποιο πανέμορφο – ήσυχο – μέρος στην Ελλάδα, όπου θα μπορεί κάποιος να μείνει και να γράφει. Είδα πως υπάρχει κάτι αντίστοιχο στο North Devon στην Αγγλία και ζήλεψα. “Holiday on acid” το μότο του. Ε, μου ακούγεται τέλειο το να συμβεί αυτό εδώ και να μην απευθύνεται μόνο στον Justin Bieber. Σε αυτό, θα μπορούσαν να συμβούν πολύ ενδιαφέρουσες συνεργασίες.

Τι σου δίνει έμπνευση;
Οι άνθρωποι που προσπαθούν πολύ, για αυτό που γουστάρουν πραγματικά και πιστεύουν σε αυτό.

Διάβαζα στη συνέντευξη του Lee Gamble στο Resident Advisor μια φράση που μου άρεσε πολύ: «At the end of the day, we’re in the arts, aren’t we? Allow it, man. It’s fucking dull otherwise». Όντως η τέχνη είναι καταφύγιο για όλα αυτά που ζούμε;
Συμφωνώ μαζί του και είναι πολύ καλό παράδειγμα σαν καλλιτέχνης και label owner. Μου αρέσει που έχει μεγάλο βάθος αυτό που κάνει. Εννοώ, δεν θέλεις να ακούσεις κάποιον να μιλά για το έργο του, εφ’ όσον μπορεί να το υποστηρίξει;  Είναι δύσκολο, αλλά για μένα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από π.χ. τα how to make this sound tutorials. Ναι, έχω δει άπειρα και συνεχίζω, αλλά θεωρώ φανταστικό να επικοινωνείται ένα ξεκάθαρο όραμα πίσω από έναν ήχο. Αυτό που «φοβάται» ο Lee Gamble, είναι ότι ο ίδιος ακούγεται πολύ δήθεν και είναι κάτι που το 90% των μουσικών, που έχω γνωρίσει, το φοβάται. Άλλα έχει πιο πολύ νόημα, αν θες, για μένα. Ακόμα και όταν η ανάλυση φτάνει σε ακαδημαϊκό επίπεδο.

Τι σε εκνευρίζει πιο πολύ από όσα ακούς; Από τη μουσική που καταναλώνεται κάθε μέρα στην Ελλάδα;
Δεν εκνευρίζομαι πλέον, να πω την αλήθεια. Απλά, βρίσκω αρκετά αστεία την τεράστια προσπάθεια να μπουν τικ όλα σε κουτάκια, έτσι το τσαχπίνικο beat, έτσι η πιασάρικη ατάκα για να μείνει το κομμάτι, έτσι το λίγο έθνικ-ελληνικό-whatever στοιχείο κτλ. Αλλά, είναι η δουλειά τους. Εφ’ όσον γεμίζουν χώρους με αυτά τα κομμάτια, καλά κάνουν, ξέρω γω. Πάντα υπήρχε η μουσική σουπερμάρκετ και πάντα θα υπάρχει, κάποιο σκοπό εξυπηρετεί. Απλά, εμένα δεν με ενδιαφέρει. Γενικά, με προβληματίζει η διαρκής νοσταλγία. Πρώτα στον εαυτό μου, μετά σε γενικότερο επίπεδο. Βρίσκω λιγάκι επικίνδυνο το γεγονός ότι επικρατεί σε οτιδήποτε. Μου φαίνεται «εύκολη» και καταλαβαίνω απόλυτα γιατί είναι παντού αλλά προσωπικά με μουδιάζει. Είναι σαν ό,τι συμβαίνει εδώ και 20 χρόνια, να είναι χειρότερο από αυτό που συνέβαινε 2 – 10 – 35 χρόνια πριν. Σίγουρα, κάθε μέρα δεν είναι καλύτερη από την προηγούμενη αλλά η καθολικότητα με ενοχλεί.

Πες μου κάτι που διάβασες τελευταία και σου έκανε μεγάλη εντύπωση.
«Where is the 21st-century equivalent of Kraftwerk? If Kraftwerk’s music came out of a casual intolerance of the already-established, then the present moment is marked by its extraordinary accommodation towards the past. More than that, the very distinction between past and present is breaking down. In 1981, the 1960s seemed much further away than they do today. Since then, cultural time has folded back on itself, and the impression of linear development has given way to a strange simultaneity». Από το Ghosts of my Life του Mark Fisher.

Μπορεί να γίνει επικίνδυνη η μουσική;
Αν επικίνδυνη είναι να πουσάρει, να ενώνει, να είναι πολιτική (όχι λαϊκίστικη), να σε κάνει να νιώθεις ότι δεν ξέρεις τι είναι αυτό ακριβώς που σου αρέσει, αλλά παρ’ όλα αυτά συνεχίζεις να την ακούς, σίγουρα. Σχεδόν επιβάλλεται να υπάρχει. Ακούγεται αρκετά ιντριγκαδόρικη φράση να πω την αλήθεια και από όσο ξέρω πάντα τα επικίνδυνα αλλάζουν τα στάτους.

 

Η ελληνική πλατφόρμα Trial & Error παρουσιάζει την πρώτη της κυκλοφορία σε βινύλιο από τον άνθρωπο πίσω από αυτή, τον Bonebrokk. Μαζί με μία φανταστική version του Jay Glass Dubs το Hollow Systems EP είναι ένας πολύ προσωπικός techno δίσκος, βασισμένος σε percussive στοιχεία και rave μελωδίες. Αρνείται να κρυφτεί, ζητά απόλυτη προσοχή και ενώ οι επιρροές από την σύγχρονη UK Techno είναι εύκολα αναγνωρίσιμες, η δύναμη του είναι η ωμή ειλικρίνεια του. Κυκλοφορεί ψηφιακά σήμερα, και αύριο, Σάββατο 28/10, θα ακολουθήσει ένα special release party στο ιστορικό ξενοδοχείο Μπάγκειον στην πλατεία Ομονοίας.

Όντας ο κατάλληλος χώρος την περίσταση, δίπλα στον Bonebrokk θα εμφανιστεί για ένα 2ωρο dj set ο πρώτος international guest για την σεζόν, Gramrcy, με κυκλοφορίες στο sub label της Berceuse Heroique, Ancient Monarchy και FTD Records του Charles Brakeford (Boiler Room, NTS Radio). Live set θα προηγηθούν από τον Jay Glass Dubs (Bokeh Versions, Blackest Ever Black) και από τους Hydroessa (Lower Parts) με ένα hardware electro set.

 

 

www.facebook.com/events/1581717608534335

trialnerror.bandcamp.com/album/tne001-bonebrokk-hollow-systems

https://trialnerror.org

Φωτογραφίες: George Kanis