Ένα απόγευμα με ζεϊμπέκικο ραπ με έναν από τους πιο ενδιαφέροντες μουσικούς του χιπ χοπ την Ελλάδα.

 

Στην Ιερά Οδό που είναι το ραντεβού μας κόσμος πάει κι έρχεται νευρικός, η κίνηση είναι μεγάλη, κόρνες, μποριλιαρίσματα, φωνές, κι ο Θανάσιμος μας έχει στήσει 34 λεπτά επειδή είχε θέματα να λύσει με τους συγκατοίκους του. Έρχεται φουριόζος και μας οδηγεί βιαστικά σε ένα υπόγειο στούντιο, χωρίς πολλά-πολλά, εκεί όπου γράφει κομμάτια συνεχώς και ασταμάτητα. Πατάει το play και οι ρίμες από το νέο του κομμάτι αναμιγνύονται με την υγρασία του χώρου και τα γκραφίτι στους τοίχους. «Δεν ταυτίστηκα ποτέ μου με καμία απ’ τις διασημότητες, ακατάστατος δεν βάζω ποτέ μου προτεραιότητες,  δεν πιστεύω σε θρησκείες και φανταστικές οντότητες, δεν πιστεύω στα γραπτά, έχουν πειραχτεί ενότητες». Εδώ μέσα περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας φτιάχνοντας μουσική, αυτό που αγαπάει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. «Είναι ένας λόγος για να τσακώνομαι με τη γυναίκα μου» λέει, «με ρωτάει ‘δεν είμαι τα πάντα για σένα; Γιατί έρχομαι πάντα δεύτερη; Γιατί να είναι πάντα πρώτη η μουσική;’. Κοιμάμαι ακούγοντας μουσική, ξυπνάω με μουσική, και πηγαίνοντας στο σπίτι μετά από την πίεση στο στούντιο, 15 ώρες την ημέρα, βάζω πάλι μουσική για να με βγάλει από το mood που έχω μπει όλη μέρα. Είναι τα πάντα, θα πεθάνω χωρίς μουσική».

 

Ο Θανάσιμος είναι ψηλός, με ράστα, με μια έκφραση μόνιμης αγριάδας (που την οφείλει κατά πολύ στα «σμιχτά» φρύδια του), ως πρώτη εικόνα μπορείς να τον πεις και τρομακτικό -κάτι που μεγεθύνει η παρουσία του στο βίντεο για το «Είπες του Χάρου να με πάρει»-, αλλά δεν έχει καμία σχέση με αυτό που δείχνει. Όταν γελάει το πρόσωπό του φωτίζεται, είναι απίστευτα ετοιμόλογος κι έχει ένα χιούμορ ιδιαίτερο που αποφορτίζει αμέσως την ατμόσφαιρα. Στο χιπ χοπ από μικρό παιδί, beatboxer, rapper, παραγωγός, με μια πορεία στον χώρο που περιλαμβάνει όλα τα elements. Ωστόσο, από τις μέρες των Time Zero έχουν αλλάξει πολλά, πέρασε προσωπικά «λούκια» και δύσκολες στιγμές (είδε τον Παύλο Φύσσα να πεθαίνει μπροστά στα μάτια του από τις μαχαιριές του Ρουπακιά), πέρασε ένα σωρό και έμαθε ακόμα περισσότερα, και σήμερα είναι «ένας άλλος άνθρωπος», όπως ο ίδιος δηλώνει. Ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι δεν θέλει να μιλήσουμε για τον Παύλο γιατί η δίκη εκκρεμεί. Άλλωστε, η μόνη συνέντευξή του που βρίσκεις αν κάνεις google το όνομά του είναι αυτή που μιλάει για τη σχεσή του με τον Παύλο, την οποία την αναδημοσίευσαν ένα σωρό site κάνοντας τις δικές τους ερμηνείες. Προτιμάει να μιλήσουμε για μουσική.

 

«Είμαι από μπαμπά Μανιάτη, μαμά Κρητικιά, μεγαλωμένος στην Καλαμάτα», λέει, «ένας επικίνδυνος συνδυασμός, αλλά στο σπίτι ήταν όλοι καλλιτέχνες. Είμαι από μουσικό σόι: η μάνα μου έχει την καλύτερη φωνή που έχω ακούσει στη ζωή μου, αποφασισμένη από πολύ μικρή να μην ασχοληθεί με το τραγούδι, ο παππούς μου ήταν ψάλτης και έπαιζε πολλά όργανα, η γιαγιά έπαιζε ακορντεόν, η θεία ήταν τραγουδίστρια, ο θείος κιθαρίστας, ο ένας μου αδερφός ντράμερ των Panx Romana, ο άλλος μου αδερφός έκανε πράγματα με τα Διάφανα Κρίνα, ο θείος μου ήταν ηχολήπτης στις συναυλίες που γίνονταν στη Βίλα Αμαλία. Έχω φάει πολύ underground στα μούτρα. Η μουσική ήταν πάντα λίγο urban στο σπίτι, δεν άκουγε κανείς τα μέινστριμ της εποχής. Ακούγαμε όμως πολύ λαϊκό, πολύ ρεμπέτικο, κι επειδή τα αδέρφια μου ζουν στην Αμερική, στην Καλιφόρνια, όποτε σκάγανε στην Ελλάδα, όλο και κάτι ξέχναγαν. Θυμάμαι ο Τάσος είχε ξεχάσει μια κασέτα DJ Kool Herc κι όταν την έβαλα να παίξει αισθάνθηκα αυτό που λες «πεταλούδες στο στομάχι», ήταν η πρώτη καύλα της ζωής μου. Ήμουν πολύ μικρός, 6 χρονών, αλλά ένα παιδί που έπαιρνε τον ενισχυτή και τα ηχεία από το σαλόνι, τα πήγαινε στο δωμάτιό του, συνέδεε το καλώδιο random με ένα άλλο κασετόφωνο και δοκίμαζα πράγματα. Στα 8 μου κατάλαβα πώς είναι να είναι καμένος ο ενισχυτής απλά βγάζοντας την ασφάλεια και βλέποντας πως είναι κομμένο ένα καλωδιάκι. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη μου απόπειρα ως παραγωγός. Η θεία μου, η οποία είχε ντύσει με τη φωνη της διάφορες ελληνικές διαφημίσεις, “το άρωμα του κουάντο δεν το’χει άλλο κανένα”, είχε ένα φίλο παραγωγό, σκάνε για διακοπές στην Καλαμάτα κι αυτός φέρνει μαζί με το κομπιούτερ του και το Cubase –φαντάσου, την εποχή που ήταν ασπρόμαυρο. Έπεσα πάνω του να ρωτάω “τι είναι αυτό;” και “πώς το κάνεις αυτό;” και “γιατί αυτό;” και “θέλω κι εγώ!”. Είχα τελειώσει την έκτη δημοτικού και είπα στους γονείς μου “θα μου πάρετε κομπιούτερ!”. Τους έπρηξα αλλά δεν μου έπαιρναν με τίποτα, τρελάθηκα κι εγώ, πήρα τους ενισχυτές μέσα στο δωμάτιό μου, πήρα τα ηχεία, πήρα και κασετόφωνα και άρχισα να γράφω σαν τρελός. Οπότε, κάποια στιγμή έπαιζε μια συνεχόμενη λούπα, ένα beat, το ηχογράφησα σε μια κασέτα μόνο του και ηχογράφησα από πάνω το πρώτο μου ραπ με ένα μικροφωνάκι από το κασετόφωνο. Και πήγα στη μάνα μου και της είπα “άκου!”».

 

 

Τον ρωτάω πώς ένα παιδί με τόσες ροκ καταβολές επέλεξε να ασχοληθεί με το χιπ χοπ. «Ποιος σου είπε ότι δεν κάνω ροκ;» λέει κοφτά. «Δεν είχα ποτέ μουσικό όριο, δηλαδή η σειρά των mp3 που ακούω θα μπορούσε να είναι το Oxygen του Jean-Michel Jarre, μετά το The Other Side των Infected Mushroom, τρίτο θα μπορούσε να είναι κάτι από Prodigy, μετά κάτι από Ξύλινα Σπαθιά ή Διάφανα Κρίνα, σίγουρα κάτι από Iron Maiden, ακούω πολύ Iron Maiden, Motorhead… Όλοι στο σπίτι άκουγαν κάτι διαφορετικό: ο μπαμπάς άκουγε Ρούκουνα και Περπινιάδη, η μαμά άκουγε Νάνα Μούσχουρη, μέχρι που μια μέρα άκουσα τον πρώτο δίσκο των Ημισκουμπρίων, ταυτόχρονα με μια κασέτα με τα πρώτα των Active Member και κάτι FFC, και κατάλαβα ότι αυτό εγώ το έκανα από μικρός. Δηλαδή έγραφα ποιήματα και έλεγα στη μάνα μου “κοίτα τι έγραψα!”. Και τότε έδεσε όλο αυτό. Ξέρεις, το beatbox το ανακάλυψα μόνος μου, κατά λάθος, δεν άκουσα κάποιον να κάνει. Ήμουν ένας beatboxer στην Καλαμάτα που το έκανε αυτό τυχαία, δεν είχαμε YouTube για να το δω. Φυσικά, όταν ήρθα στην Αθήνα για διακοπές γνώρισα έναν άλλο beatboxer, ο οποίος ήξερε κι άλλον έναν beatboxer, που ήξερε κι άλλους δύο κι αυτοί ήμασταν όλοι κι όλοι στην Ελλάδα. Κι όλοι το είχαν βρει κατά λάθος, ήταν καρμικό όμως όλο αυτό, έπρεπε να γίνει. Είναι η εξέλιξη της μουσικής».

 

Μας λέει για τον Κέισι Κέισεμ και το ραδιόφωνο της αμερικάνικης βάσης που είναι ο λόγος που υπάρχει το χιπ χοπ στην Ελλάδα. «Πολλά παιδάκια σαν κι εμένα άκουσαν μια άλλη γκρούβα που δεν ήξεραν. Είμαι μεγάλος λάτρης του Grandmaster Flash, είμαι γκρουπι φάση, κι όταν ήρθε πήγα και τον είδα, μπροστάντζα. Δεν μου άρεσε ποτέ το West side rap, δεν γούσταρα Ice Cube, N.W.A., Snoop Dog ή Eminem. Ήμουν ο hater αυτής της φάσης, ήμουν με τους άλλους: Wu Tan Clan, Cypress Hill, Group Home, De La Soul, με αυτούς έχω μεγαλώσει».

 

Μας πηγαίνει στο διπλανό δωμάτιο όπου φυλάει τις κασέτες με τις αρχειακές εκπομπές, όσες έγραφε ως παιδί. «Ο πατέρας του κουμπάρου μου ήταν στους Idols, η μάνα του ήταν αυτή που τραγούδαγε το “Γεια σου, γεια σου”. Έχω μεγαλώσει με πολύ κασέτα και βινύλιο». Μας δείχνει τα βινίλια και ο Φρέντι τον ρωτάει γιατί τα έφερε όλα στο στούντιο. «Επειδή είμαι άστεγος, με φιλοξενούν διάφορα σπίτια, δεν έχω έδρα, τώρα άρχισα να βγάζω λεφτά από τη μουσική επίσημα» λέει. «Τώρα αποφάσισα να μην τα γράφω όλα στα αρχίδια μου και να προσπαθήσω να ζήσω από τη μουσική. Και χτυπάει όλη μέρα η καρδιά μου και ασπρίζει το μαλλί μου ασταμάτητα».

 

«Και πώς ζεις; Πώς βιοπορίζεσαι;».
«Παίρνω κάποια λίγα λεφτά από το YouTube, κάτι ψιλά από την ΑΕΠΙ,αλλά βασικά είμαι freelancer μουσικός, είτε είμαι ράπερ, είτε παραγωγός, είτε beatboxer».

 

«Πώς τη βλέπεις την κατάσταση του χιπ χοπ στην Ελλάδα; Έχεις επιτεθεί σε «ξεπουλημένους» ράπερ. Είναι κακό να βγάζεις λεφτά από την τέχνη σου;».
«Όλα είναι τέχνη και το καλό και το κακό, όλα είναι υποκειμενικά, το θέμα είναι το πόσο αληθινός είσαι σε κάτι. Δηλαδή, άκου τον στίχο «γαμάω MCs, δεν θες να με δεις, γιατί θα αλλάξεις είδος μουσικής» που λέει ο Τάκη Τσαν. Είναι αγαπημένος μου τρολ στίχος, αλλά φαντάσου την εικόνα, έναν ράπερ να γαμάει έναν άλλο ράπερ και να κουνάει το χέρι και να λέει “δεν θες να με δεις, γιατί θα αλλάξεις είδος μουσικής”. Θα γινόταν ποτέ; Είναι ψέμα. Δηλαδή, αυτά τα τρολ words που λέμε είναι καλά όταν θες να “παίξεις” μες στο ραπ και να πεις μαλακίες. Όταν λες σοβαρά πράγματα, όμως, και απευθύνεσαι στον κόσμο δεν μπορείς να του πουλάς ψέματα και μία πόζα με την οποία ξέρεις ότι θα ψαρώσει. Δεν γίνεται να μην σε νοιάζει το ψυχολογικό affectment στο τέλος, γιατί όταν είσαι entertainer, όσο μεγαλώνει η φήμη σου o κόσμος σε ακολουθεί, σε ακούει, ταυτίζεται με όσα λες και κάνεις. Αυτή τη στιγμή έχουμε κάνει τη μισή νεολαία κοκάκηδες και χασικλήδες. Φταίμε εμείς,οι ράπερ για αυτό».

 

 

«Από την άλλη, για κάποιους είναι μόνο μια δουλειά που άλλος την κάνει καλά και άλλος κακά, δεν είναι μόνο τέχνη η μουσική».
«Ναι, και πρέπει όλοι να πληρώνονται. Πέρασα κι εγώ από την εποχή του “κολλημένου” underground, κι η μουσική που κάνω είναι underground, urban, αλλά θέλω να βγάλω και λεφτά πια. Ξέρεις γιατί; Γιατί αυτό το μηχάνημα (μας δείχνει τα μηχανήματα του στούντιο) κάνει 800 ευρώ, αυτό κάνει 1,5 χιλιάρικο, αυτό κάνει 200, αυτό κάνει 100, αυτό κάνει 1000, αυτό κάνει 200, αυτό κάνει 8000, αυτά κάνουν 4000, αυτά κάνουν 3.600. Γάμα το χρόνο που χαλάω, έχω επενδύσει για να μπορώ να κάνω μουσική, έχω σπουδάσει για να κάνω μουσική, οπότε κι εγώ μέχρι να ζήσω αυτόν τον Γολγοθά τον έκραζα γιατί ήμουν κάπου ασφαλής. Όσο ήμουν το γαϊδουράκι που κυνηγάει το καρότο. “Money, money, money, θα σας τα πάρουμε όλα καργιόληδες”. That’s the motto».

 

«Δημιουργικά, πώς το βλέπεις το ελληνικό χιπ χοπ;».
«Γαμάει το ελληνικό χιπ χοπ! Επιτέλους, έχουμε τα πάντα. Έχουμε επιλογές, ξεκολλήσαμε από το “τουπ τουπ πα τουπ τουπ τουπ πα…”.

 

«Ποιους ξεχωρίζεις από την τωρινή φάση;».
«Τι μ’ αρέσει πάρα πολύ εμένα; Το έχω ξαναδηλώσει και δεν ντρέπομαι να το ξαναπώ, θεωρώ ότι ο N.O.E. είναι ο καλύτερος ράπερ στην Ελλάδα, o ΜΚ είναι ο καλύτερος ράπερ στην Ελλάδα (ο Μικρός Κλέφτης), ο Κανών και ο Θύτης είναι οι καλύτεροι ράπερ στην Ελλάδα, ο 12ος Πίθηκος είναι ο καλύτερος ράπερ στην Ελλάδα, ο Νέγρος του Μοριά. Όλοι αυτοί είναι οι καλύτεροι σε αυτό που κάνουν γιατί κάνουν διαφορετικό πράγμα ο καθένας, και όλοι το κάνουν πολύ καλά. Εξελίχθηκε η μουσική μας, ξεκολλήσαμε όλοι. Όλοι. Φτιάξαμε τον ήχο μας, το βίντεό μας…».

 

«Υπάρχει τέτοια ζωντανή σκηνή, που είναι και πραγματικά η πιο δημοφιλής, γιατί δεν ασχολούνται μαζί της τα mainstream μέσα;».
«Τα μέινστριμ μέσα είναι ένα διαφορετικό γρανάζι, κι αν με πάρει ένα από αυτά τηλέφωνο θα πω όχι».
«Γιατί, όμως, να πεις όχι;».
«What da fuck bro, τι δουλειά έχω με τους ξεπουλημένους; Ακόμα και το πιο ξεπουλημένο κομμάτι του ραπ δεν είναι τόσο ξεπουλημένο για να πάει εκεί. Εκεί πέρα πας όταν έχει ανάγκη για προβολή».
«Πώς να περάσεις όμως σε ένα άλλο κοινό που δεν σε ξέρει; Σου φτάνει αυτό που έχεις;».
«Bro, είμαι από τους μέτριους έως κακούς ράπερ της χώρας, δεν μπορώ να απαντήσω αυτό το ερώτημα».

 

«Γιατί ραπάρεις; Τι σε εμπνέει;».
«Το πρώτο μου CD λεγόταν “Παραμυθάκι”, είχε μέσα πολύ λίγα βιώματα της ζωής μου γιατί ήμουνα και μικρός όταν το έφτιαξα, αλλά και πολύ παραμύθι. Δεν ήθελα ποτέ να λέω ψέματα στον κόσμο, οπότε πούλησα απ’ την αρχή τον εαυτό μου σαν έναν παραμυθά. Σε πολλά παραμύθια μου υπάρχουν όντως αληθινά κομμάτια της ζωής μου στα οποία δεν θέλω να αναφέρω ονόματα, καταστάσεις, ή να θίξω και απλά τα ‘χω μετατρέψει με έναν τρόπο που εγώ φαντάζομαι. Τώρα, σιγά-σιγά, αρχίζω και γίνομαι πιο ωμός. Το προηγούμενο CD που έβγαλα ήταν το “Βαρέα χασικλίδικα και ανθυγιεινά”, το οποίο ήθελα πολύ να είναι ρεμπέτικο, αλλά χάσαμε τον σκληρό δίσκο και ξαναμαζέψαμε τα κομμάτια από random και απλά το πετάξαμε στο YouTube. Τώρα, λοιπόν, έβγαλα τον “Πρόσφυγα”, ο οποίος κατακρίθηκε και πολεμήθηκε πάρα πολύ από μερικά γνωστά blog και site. Τον “Πρόσφυγα” τον έγραψα πριν γίνει μόδα το προσφυγικό, ήταν στα συρτάρια μου όπως και χιλιάδες κομμάτια. Άρεσε όμως στο Ζαφείρη Χαϊτίδη (τον σκηνοθέτη) πάρα πολύ από τότε, ήθελε να το κάνει κλιπ, το έκανε, το ανεβάσαμε, προσπάθησε να το προωθήσει, αλλά εγώ το άφησα χωρίς promo για να δω μέχρι πού φτάνει το αυτί του κόσμου. Γιατί έχω δώσει ένα εύκολο στιχουργικά τραγούδι, κι όμως δεν τσουλάει. Δεν με νοιάζει να τσουλήσει, εγώ αυτό το έκανα ως κατάθεση ψυχής γιατί έμενα σε μια γειτονιά στο Χατζηκυριάκειο και απέναντι μου έμενε ένας Αιγύπτιος, ο ένας μου ο κολλητός είναι Αλβανός, έκανα παρέα με τους Ιρανούς στα Πετράλωνα, κι έχω δει να κλαίει ο πατριός μου που είναι Λιβανέζος γιατί έπεσε βόμβα στο σπίτι του και πεθάναν τα αδέρφια του στο Λίβανο… Και αναρωτιέμαι γιατί να γίνεται όλο αυτό, δεν υπάρχει λόγος! Πρέπει να σταματήσουμε να δείχνουμε πόσο κατώτεροι είμαστε από τα ζώα της ζούγκλας, γιατί τουλάχιστον αυτά συντηρούν μια αρμονία. Την ιστορία δεν μας την έμαθαν όπως πρέπει και κανείς δεν θυμάται όταν λέει “έξω οι ξένοι” ότι δεν είμαστε καθαρή φυλή αλλά ένα σωρό αναμίξεις. Για μένα όλοι πρέπει να πηδιόμαστε με όλους και να κάνουμε μιγαδάκια, για να ομορφύνει η ανθρώπινη φυλή. Δεν αφήνουν την ανθρώπινη φυλή να ομορφύνει».

 

 

«Πες μου για το κομμάτι Είπε του Χάρου να με πάρει».
«Είναι ο εγωισμός μου σε ένα τραγούδι. Λέω στους στίχους “έμαθα να της λέω όχι, σταμάτα ποτέ και δεν”. Όπως σου είπα, σκοπεύω να βγάλω λεφτά στη ζωή μου και αυτό με έχει αλλάξει ως άνθρωπο, το έχω παρατηρήσει. Ελπίζω να μην το μεταδίδω και σε άλλους. Μέχρι πρόπερσι ήμουν ένα παιδί που έλεγε “ναι, ναι”. Δεν ένιωθα εγώ καλά όμως, κι αυτό για πολλά χρόνια της ζωής μου, οπότε στο κομμάτι σκότωσα εκείνο το παιδί και είναι αυτό το παιδί που μιλάς τώρα».

 

«Σε τι κοινό απευθύνεσαι; Ποιος θα ήθελες να ακούσει τα κομμάτια σου;».
«Παλιά ήθελα να απευθύνομαι σε όλο τον κόσμο και απλά να καταλαβαίνει τι λέω και για πολλά χρόνια δεν έκανα μουσική όπως ήθελα γιατί ντρεπόμουν ή κόλλαγα, ή δεν έλεγα αυτά που ήθελα γιατί σκεφτόμουν τι θα πει ο κόσμος. Τώρα λέω του Ρήγα “πάτα Rec για να μπω να γράψω ένα κομμάτι” και τέλος. Τα βρήκα με μένα».

 

Μας βάζει να ακούσουμε νέα δουλειά του που είναι ζεϊμπέκικα με ραπ, και συζητάμε για τον πιο μεγάλο του φόβο. «Να μην κουφαθώ», λέει αμέσως, «δεν μπορώ ούτε να το σκέφτομαι! Το PhD μου βασίζεται σε κάτι με τα αυτιά».

«Τι ΡhD έχεις κάνει;».
«Μουσικοψυχολογία. Πώς θα κάνουμε τα παιδάκια που δεν ακούνε να αντιληφθούν την κίνηση του ήχου μέσα από ένα χρωματικό φάσμα».

 

 

«Οι φίλοι σου τι ρόλο έχουν παίξει στη ζωή σου;».
«Εμένα οι φίλοι μου είναι άστα να πάνε (το λέει τραγουδιστά). Αυτή είναι λίγο σκληρή ερώτηση. Ποιοι φίλοι; Υποτίθεται ότι θεωρούμαι ένας κοινωνικός χείμαρρος, ο οποίος ξέρει τους πάντες παντού. Οι προσωπικοί, καλοί μου φίλοι είναι σε πολλά μέρη της Ελλάδας, έχω πολλούς φίλους παντού που εκτιμάω και αγαπάω στα αλήθεια, τους σέβομαι και με σέβονται και περνάμε στιγμές μαζί. Είναι μερικά Πειραιωτάκια, όμως, που είναι πιο φίλοι μου απ’ όλους, οι άνθρωποι που με μεγαλώσανε, με πήρανε από μωρό και με κάναν έφηβο και από έφηβο άντρα. Κι εγώ αυτούς. Έχουμε περάσει πολύ νταλκά όλοι μαζί».

 

«Ποιο είναι το πιο μεγάλο σου όφελος από την ασχολία σου με τη μουσική;».
«Δεν ξέρω αν με έχει κάνει καλύτερο άνθρωπο, αλλά οι Taburo Bota λένε σε ένα κομμάτι «χιπ χοπ εσύ με γλίτωσες απ’ τα ψυχιατρεία«. Προσυπογράφω. Το χιπ με έκανε να γνωρίσω τους υπέροχους ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη ζωή μου, γιατί μου αρέσει πάρα πολύ να γνωρίζομαι με δημιουργικούς ανθρώπους. Έχω γνωρίσει γκραφιτάδες και μέσω αυτών ζωγράφους και μέσω αυτών γλύπτες και μετά DJs και μέσω αυτών άλλους παραγωγούς, ηχολήπτες… Καταλαβαίνεις ότι όλο αυτό είναι ασταμάτητο. Έχω ένα δίκτυο ανθρώπων παντού. Δεν ζήτησα ποτέ τη φήμη να λένε “α, ο Θανάσιμος” όποτε με βλέπουν, θέλω να λένε ότι “είναι ο Θανάσιμος που έκανε αυτό το beat που γαμάει”, ή “έχωσε αυτό το ραπ που γαμάει” ή “που έκανε αυτό το μιξ και γαμάει”. Αν μου το πουν αυτό περπατάω σαν καμηλοπάρδαλη. Αν μου πουν πόσο ωραία ακούγεται ένα τραγούδι χαίρομαι πιο πολυ, γιατί πάνω από όλα είμαι ηχολήπτης, beatboxer, ράπερ και παραγωγός, με αυτή τη σειρά».

 

«Πώς τα βλέπεις τα πράγματα;».
«Η χώρα γαμάει, δεν την πτοεί τίποτα, bro, δεν μας ακουμπάει τίποτα. Σου λέει κρίση και τα μαγαζιά μας είναι γεμάτα, τα αυτοκίνητα είναι στο δρόμο, 3 ευρώ η βενζίνη τα αυτοκίνητα είναι στο δρόμο, 7 ευρώ η βενζίνη, τα αυτοκίνητα είναι στο δρόμο, θα αυξήσουμε και 700% τα τσιγάρα, όλοι καπνίζουν, δεν εχουμε λεφτά να πάρουμε τσιγάρα, ας πάρουμε ηλεκτρονικό, 120 ευρώ συν το λαδάκι, κι αλλο λαδάκι, κι άλλη γεύση λαδάκι, να δοκιμάσω και την τάδε γεύση λαδάκι. Δεν μας ακουμπάει τίποτα. Είμαστε ο πιο τρολ λαός στον κόσμο, δουλεύουμε πιο σκληρά από όλους, και είμαστε και οι πιο ηλίθιοι ταυτόχρονα».

 

 

«Γινόμαστε όλο και πιο συντηρητικοί;».
«Δεν είναι συντηρητισμός αυτό, είναι πατριαρχία. Όλοι μας έχουμε λίγο πατριαρχικό DNA μέσα μας. Είχα μια συζήτηση χθες το βράδυ με τον Spike και με ρώταγε “πιστεύεις ότι χαθήκαν οι αξίες;”. Και του είπα “όχι bro, αλλάξαν οι αξίες. Και στην επόμενη γενιά θα είναι άλλες και θα αλλάζουν από γενιά σε γενιά”. Όμως δεν έχουμε καταφέρει να εξαλείψουμε το χουντικό που έχουμε μέσα μας ακόμα, το οποίο σαν πιτσιρικάς δεν θα το βρεις γιατί γιολάρεις, αλλά όταν μπαίνεις σε μια πορεία της ζωής σου σού βγαίνει γιατί το πήρες από το σπίτι σου. Η Ελλάδα είναι γήπεδο, μπουζούκια, τουρισμός και στα αρχίδια μας. Αν ήμουν πρωθυπουργός θα άλλαζα αυτή τη χώρα σε 24 ώρες, με πανικό θα ξύπναγαν όλοι, θα ήμουν σε ένα γυάλινο κουτί σαν τον πάπα και θα είχα μπροστά μου μια κάμερα και θα μιλούσα συνέχεια με τον κόσμο. Ο στρατός μας κάθε μέρα πετάει τόνους φαγητά στα σκουπίδια και τα παιδάκια στα σχολεία δεν έχουν να φάνε, όλα ισοβαθμίζονται. Η οργάνωση της χώρας είναι πανεύκολη, είναι σαν να βάζεις ένα παιδάκι να παίζει με lego, -μιλάω για την εσωτερική πολιτική».

 

«Είμαστε άξιοι της μοίρας μας;».
«Ναι ρε, εννοείται, είσαι τρελός; Θέλουμε να είμαστε έτσι, μας αρέσει, το πιστεύω ότι είμαστε money chasers for no reason».

 

Φωτογραφίες: Freddie F.