Αfrobeat και dancehall από έναν νεαρό Έλληνα νιγηριανής καταγωγής που φέρνει urban αφρικάνικο αέρα στην dance σκηνή της Αθήνας.

 

Αυτό που μου έκανε εντύπωση στη μουσική του Tosin Martyns είναι ότι δεν έχει σχέση με τον ήχο των περισσότερων Αφρικανών που φτιάχνουν μουσική στην Ελλάδα: Δεν κάνει χιπ χοπ, δεν ραπάρει, προτιμάει ένα μείγμα afrobeat και dancehall με στίχους που τραγουδάει ρυθμικά, φέρνοντας ένα urban αφρικάνικο αέρα στην dance σκηνή της Αθήνας -που αυτή τη στιγμή έχει γίνει πιο πολύχρωμη από ποτέ. Το EP του Ebony έχει έντονες αναφορές στις ρίζες του, την μουσική της Αφρικής που εκτίμησε όταν πήγε για πρώτη φορά επίσκεψη στην πατρίδα του.

 

 

«Είμαι από τη Νιγηρία», λέει, «από το Λάγος, το λιμάνι της, και στην Ελλάδα ήρθα στην ηλικία των 2 μαζί με τη μητέρα μου και μεγάλωσα στην Αθήνα. Ο πατέρας μου είχε έρθει ήδη εδώ. Το Tosin προέρχεται από το Οluwatosin. Σημαίνει «ο Θεός είναι αρκετός για μένα για να δοξάζω»». Το Martins είναι το δεύτερό του όνομα, -το «y» το έβαλε για να ξεχωρίζει από τον έτερο Νιγηριανό καλλιτέχνη με το ίδιο όνομα. Δηλώνει μουσικός, αλλά ασχολείται και με το βόλεϊ εδώ και 12 χρόνια. «Έχω παίξει σε επαγγελματικό επίπεδο, μέχρι Α2 στον Πανελλήνιο, και τώρα παίζω στην Β’ εθνική, στον Αμάραντο. Έχω σπουδάσει και φυσιοθεραπεία σε ιδιωτική σχολή μετά το σχολείο, ασχολήθηκα λόγω τραυματισμού και μου άρεσε, αλλά η μεγάλη μου αγάπη είναι η μουσική». Λέει ότι ήταν στη μουσική από πάντα, αλλά πιο σοβαρά άρχισε να ασχολείται στα 16 του, όταν άρχισε να παίζει γκόσπελ στη Νιγηριανή εκκλησία. «Ξεκίνησα να παίζω ντραμς και keyboards, αλλά προτιμούσα να τραγουδάω. Πηγαίνω και τώρα όποιες Κυριακές προλαβαίνω, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου αυτό.

 

Μεγάλωσα ακούγοντας μουσική της πατρίδας μου, στο σπίτι παίζαμε afrobeat, afrohouse, afrojazz, Fela Kuti συγκεκριμένα, Yusuf n Dour, ρέγγε μουσική -είτε τζαμαϊκανή είτε αφρικάνικη-, Bob Marley, Jimmy Cliff και Gregory Issacs. Η βάση του ήχου μου είναι η afrobeat, αλλά επειδή έχω μεγαλώσει εδώ έχω κι άλλα ακούσματα και προσπαθώ να τα συνδυάσω, έχω βάλει ποπ και trap στοιχεία και τραγουδάω, δεν ραπάρω. Δεν προσπάθησα ποτέ να το κάνω, αλλά η ραπ είναι κάτι που σου βγαίνει και εμένα δεν μου έβγαινε, μου βγαίνει πιο πολύ το blues. Απλά προσπάθησα όλα αυτά τα στοιχεία να τα βάλω σε ένα και να διαμορφώσω το δικό μου προσωπικό στυλ. Μου αρέσει η μελωδία, αν και προσπαθώ να “ραπάρω” τραγουδιστά.

 

Στο να γίνει η afrobeat η βάση για τον ήχο μου συντέλεσε το γεγονός ότι πήγα στη Νιγηρία πριν από 6 χρόνια και αναδιαμόρφωσα εντελώς την όλη οπτική και την όλη ιδέα που είχα για αυτή τη μουσική. Και αποφάσισα πως το καλύτερο για μένα, αφού θέλω να ασχοληθώ με τη μουσική και αφού δεν κάνω ό,τι κάνουν οι άλλοι, ήταν να κοιτάξω πίσω στις ρίζες μου και να βασιστώ εκεί, να χρησιμοποιήσω αυτά τα στοιχεία».

 

 

Ο Tosin έχει μια καταπληκτική ροή στον λόγο του που μου κάνει μεγάλη εντύπωση και τον ρωτάω να επέμεναν οι γονείς του να μάθει τόσο σωστά τη γλώσσα. «Ο πατέρας μου είχε σπουδάσει δυο φορές», λέει «είχε πάει δυο φορές στο πανεπιστήμιο, σε δυο διαφορετικούς κλάδους. Γενικότερα, από εκεί που είμαι, το να είσαι μορφωμένος είναι must. Είναι από τα πράγματα που πρέπει να κάνεις. Δεν μπορώ να πω ότι ήμουν ο σούπερ μαθητής στο σχολείο, αλλά πιστεύω ότι το πώς χειρίζεσαι την γλώσσα είναι όπλο. Και μεγάλο όπλο.

 

Ο πατέρας μου ήταν ο άνθρωπος που με επηρέασε πιο πολύ από όλους. Ήταν πάστορας, αλλά με έχει επηρεάσει όλη του ζωή. Μεγάλωσε στη Νιγηρία όπου τα πράγματα δεν είναι εύκολα και η μόρφωση είναι το κλειδί για όλα. Κι ο άνθρωπος αυτός σπούδασε οικονομικά, τελείωσε και επειδή δεν έβρισκε δουλειά ξανασπούδασε και πήγε φαρμακευτική, κι όλα αυτά τα έκανε μέχρι την ηλικία των 28, μάστερ, διδακτορικά. Κι όταν τελείωσε δούλεψε στο κρατικό κανάλι της Νιγηρίας, στο τμήμα animation, έπιανε το χέρι του, -γιατί τότε ήταν όλα σε χαρτί και μετά τα περνούσαν στον υπολογιστή. Κι όλη αυτή η ζωή που έκανε δεν ήταν επειδή ήθελε να κηρύξει στους ανθρώπους, ήθελε να το κάνει για τον εαυτό του. Αυτό ήταν πάντα που μου έδινε κι εμένα την ώθηση για να συνεχίσω αυτό που κάνω. Δεν συγκρίνομαι με τον πατέρα μου μορφωτικά, αλλά πήρα τα ερεθίσματα. Κι όταν σου λείπουν πράγματα, κι όταν ξέρεις ότι αυτό θα σου δώσει κάτι στη ζωή σου μετά, το κυνηγάς. Και ο πατέρας μου το κυνήγησε στο φουλ και αυτός είναι ένας λόγος που κι εγώ κυνηγάω αυτό που αγαπάω κι ονειρεύομαι».

 

«Ήταν πάστορας στην Αθήνα;». «Πάστορας έγινε πολύ πιο μετά, είμαστε γενικά της εκκλησίας στο σπίτι και είχε πάει και σε εκκλησιαστική σχολή στη Νιγηρία, αλλά απλά για να ικανοποιήσει την δικιά του πίστη, το δικό του είναι, δεν ήθελε να ασχοληθεί με αυτό. Στην πορεία πήγε στη Γερμανία όπου ήταν διάκονος στην εκκλησία και ύστερα έφυγε και ήρθε στην Ελλάδα. Εδώ τα πράγματα ήταν πιο ήρεμα, πιο χαρωπά, δεν δούλευαν όλα ρομποτικά όπως δουλεύουν στην υπόλοιπη Ευρώπη και σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να ζήσει στην Αθήνα. Και μετά ακολούθησε η μητέρα μου μαζί με μένα. Πέθανε από ανακοπή στα 53 του. Είχε βρογχικό άσθμα και ένα καλοκαίρι με 45 βαθμούς, το 2012, δεν άντεξε τη ζέστη, αν ήταν σε πιο δροσερό μέρος δεν θα το είχε πάθει αυτό. Πήγαμε και τον κηδέψαμε με όλες τις τιμές στην πατρίδα του και αυτή ήταν η πρώτη φορά που πήγα στη Νιγηρία μετά από 20 χρόνια. Εκεί γνώρισα τους υπόλοιπους συγγενείς, οι οποίοι είναι πάρα πολλοί. Ο παππούς μου είχε 5 διαφορετικές γυναίκες, και κατάφερε να τις έχει όλες μες στο ίδιο σπίτι, όλα τα αδέρφια αγαπημένα. Και τότε ήταν που άνοιξε το μάτι μου και εκτίμησα περισσότερο κάποια πράγματα, τις ρίζες μου. Φαντάσου, ότι λόγω της θερμοκρασίας εκεί, λόγω του κλίματος, φοράνε σανδάλια. Εδώ δεν τα φοράμε. Και θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι ο πατέρας μου μού είχε πάρει σανδάλια δώρο σε ένα ταξίδι του κι εγώ τα σνόμπαρα. Δεν μπήκε στη διαδικασία να μου το εξηγήσει, μου είπε “δεν σου αρέσουν; δεν πειράζει, μια μέρα ίσως καταλάβεις”. Κι όταν έφτασα εκεί κάτω και είδα πώς ζουν οι άνθρωποι, πώς είναι η ζωή γενικότερα, έκανα στροφή 360 μοιρών. Είναι φοβερό πράγμα οι ρίζες, να έχεις και να τις ξέρεις, για αυτό προσπαθώ στους φίλους μου να λεω παιδιά “πηγαίνετε πίσω”».

 

 

Λέει ότι του αρέσει πολύ η Αθήνα. Και ακόμα αν έφευγε για λίγο για να ταξιδέψει στον κόσμο, πάλι εδώ θα ήθελε να γυρίσει. «Η Αθήνα είναι όμορφη, αλλά εξαρτάται τι θέλει να κάνει ο καθένας στη ζωή του. Εγώ δεν θα την άφηνα, κι αν έφευγα για να ταξιδέψω, γιατί την θέλω αυτή την εμπειρία, πάλι εδώ θα γύρναγα. Έχω κάνει ταξίδια με τους φίλους μου, αλλά θέλω να δοκιμάσω τον εαυτό μου, αν μπορώ να ζήσω αλλού. Αν έχεις μεγαλώσει είναι πιο δύσκολο. Έχω έναν φίλο που δεν θέλει να φύγει ούτε για διακοπές από εδώ. Ξέρω κι έναν μαύρο που έλεγε συνέχεια “δεν αντέχω, θέλω να φύγω απ’ την Αθήνα”, κι έφυγε και στον ενάμιση μήνα γύρισε πίσω.

 

Η πιο μεγάλη δυσκολία που αντιμετωπίζω σε σχέση με την τέχνη μου είναι ότι όσο κι αν λέμε ότι μας αρέσει το ξένο, όσο κι αν το ακούμε, μουσικά τα αυτιά μας δεν έχουν ανοίξει ακόμα. Δηλαδή, ο Έλληνας που δεν έχει ζήσει έξω σε ό,τι πάρτι κι αν πάει, όσο φοβερά και να περνάει, αν δεν ακούσει το τσιφτετέλι του δεν θα θεωρήσει ότι έχει περάσει καλά.

 

Μου αρέσει να παίζω μουσική, να τρώω, να είμαι ανάμεσα σε ανθρώπους που μιλάνε διάφορες γλώσσες. Αυτό με γοητεύει πάρα πολύ, μου δίνει πουσάρισμα. Μου αρέσει πολύ η πολυπολιτισμικότητα και να είμαι ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν άποψη και λόγο. Ό,τι μου δίνει λόγο να εμβαθύνω και να το ψάξω, μου αρέσει πάρα πολύ.

 

Τη μουσική την αγαπάω, δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάτι άλλο καλύτερο. Γενικότερα είμαι κλειστός άνθρωπος, δεν μιλάω πολύ, είμαι πιο πολύ ακροατής και το να γράφω μουσική για μένα είναι τρόπος έκφρασης. Είναι ένας λόγος να επικοινωνείς».

 

Του ζητάω να σχολιάσει τα κομμάτια του και τους στίχους που λέει. «Επειδή βρίσκομαι στην Ελλάδα, έχω προσπαθήσει να δώσω όσο γίνεται την πιο απλή απόδοση σε αυτά που λέω και οι τίτλοι μου είναι επίσης πολύ απλοί. Π.χ. έχω ένα κομμάτι που λέγεται “Never Lose” όπου λέω ότι παρά τις δυσκολίες εγώ συνεχίζω. Και μπορεί να φαίνεται ότι βγαίνω χαμένος, αλλά στην τελική βγαίνω νικητής λόγω του ότι συνεχίζω. Έχω κοινωνικοπολιτικό μήνυμα μέσα στα κομμάτια μου, ασχολούμαι και με τον έρωτα σε αρκετά είναι η αλήθεια. Νομίζω ότι όλοι, λίγο ή πολύ, άλλοι με όμορφο τρόπο άλλοι με βρισιές αυτόν προσπαθούν να εκφράσουν. Όλα κυμαίνονται γύρω από αυτόν. Οι βρισιές είναι η εύκολη λύση για πολλούς, αλλά προσπαθώ να μην πέσω σε αυτό το τριπάκι. Προσπαθώ να είμαι όσο πιο απλοϊκός και κατανοητός για τον άλλο».

 

 

«Πού έχεις μεγαλώσει;» «Εδώ στην Κυψέλη. Από το Δημοτικό μέχρι το λύκειο ήμουν ο μόνος μαύρος στο σχολείο. Στο 15ο στην Κυψέλη και στην Γκράβα δεν είχε κανέναν άλλο. Δεν είχα κάποιο ιδιαίτερο θέμα ποτέ με αυτό, δεν το άφησα κιόλας, μιλούσα πάντα καλά ελληνικά…».

 

O Tosin Martyns θα εμφανιστεί την πρώτη μέρα του Plisskën Festival [Σάββατο, 1.12.17] στην σκηνή του Tunnel στις 21.30. Τα εισιτήρια κοστίζουν 50€ για το διήμερο και 32€ την ημέρα.

Φωτογραφίες: Freddie F.