Κι εδώ και δέκα χρόνια είναι ο καλύτερος φίλος της ζωής της, παρόλο που κατάπινε κάλτσες και εσώρουχα.

 

Η περιέργεια «σκότωσε» τη γάτα λένε και έπειτα από δέκα χρόνια αναγνωρίζω πως αυτό συνέβη για να γίνει ο Ρούμπυ μας αναπόσπαστο κομμάτι της οικογένειας και να σκορπίσει τόση αγάπη, όση ίσως δεν έχω νιώσει να προσλαμβάνω ακόμη και από άνθρωπο. Πράγματι, αρχικά, περί περιέργειας επρόκειτο. Ήμουν λοιπόν 12 ετών και σαν παιδάκι κι εγώ, έπειτα από αρκετά χρόνια συμβίωσης με γάτες, είχα την επιθυμία να έρθω σε επαφή με τον κόσμο των σκύλων. Και τι σκύλων… μεγάλων σκύλων!

Ήταν Αύγουστος θυμάμαι, λίγες ημέρες πριν από τα γενέθλιά μου και ενώ κάναμε τις οικογενειακές μας διακοπές στο Μεγανήσι, ξεφουρνίζω στη μαμά πως «θέλω ένα λαμπραντόρ» για δώρο γενεθλίων. Όχι απλά έναν σκύλο, αλλά ένα λαμπραντόρ συγκεκριμένα. Όντας κάθετοι ως οικογένεια στην αγορά κατοικίδιων από pet shop, επιστρέφοντας στην Αθήνα, αρχίσαμε μία εξονυχιστική έρευνα στις αγγελίες. «Χαρίζεται ημίαιμο λαμπραντοράκι, 40 ημερών, μεσαίου μεγέθους, το οποίο εγκατέλειψαν σε σπίτι ηλικιωμένης κυρίας στα Σπάτα». Σπάτα- Χαλάνδρι: 1-0.

 

 

Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Αυτή η κάτασπρη, μπάσταρδη μπαλίτσα με τις μικρές καφέ και μαύρες βουλίτσες, είχε έρθει για να μείνει, γεγονός το οποίο επισφραγίστηκε απ’ το λύσιμο του ενός κορδονιού του παπουτσιού του μπαμπά, καθώς και από το πρώτο μας κατούρημα στο αμάξι, κατά τη μεταφορά προς το σπίτι.

Αυτός ο έρωτας αναπτύχθηκε λίγο παραπάνω απ’ ό,τι περιμέναμε. Μεσαίου μεγέθους είπατε; 38 με 40 κιλά βγήκε μεγαλώνοντας, αλλά το διαμέρισμα τον χώρεσε και με το παραπάνω, διότι ξεχείλιζε από αγάπη.

Ο Ρούμπυ λοιπόν, που κάτι διακρίνεις από λαμπραντόρ και κάτι απο σέτερ (κυνηγόσκυλο) σε αυτόν, ονομάστηκε Ρούμπυ από το ομώνυμο φυσικά κομμάτι «Ruby» το οποίο ήταν το τότε αγαπημένο ενός παιδικού μου έρωτα στο Δημοτικό. Η μεταγενέστερη, βέβαια, αγάπη μου για τη ροκ μουσική απέδειξε πως ορθώς έπραξα.

Οι ιδιαιτερότητες του Ρούμπυ πολλές. Όταν πρωτοηρθε στο σπίτι, η ιδιαιτερότητά του περιορίστηκε στο ότι κατουρούσε τα πάντα και ακόνιζε τα δόντια του σε όλα τα έπιπλα. Μεγαλώνοντας, κατάλαβε πως είναι χαρισματικός, διότι κατάφερε να συνυπάρξει με τον γατούλη μας με τον πιο γλυκό, εναρμονισμένο και μοναδικό τρόπο. Δεν ήταν, άλλωστε, λίγες οι φορές που όταν ο Ασπρούκος ακόμη ζούσε και ο Ρούμπυ ήταν μικρός, κούρνιαζαν αγκαλιασμένοι και ο ένας έγλυφε τον άλλο.

Πλέον που είναι γεροντάκι και έκλεισε τον Ιούλιο τα 10 του χρόνια (τούρτα δεν σβήσαμε), οι συνήθειές του έχουν αλλάξει, όπως άλλωστε συμβαίνει και στους περισσότερους ηλικιωμένους ανθρώπους, αλλά παραμένουν αξιολάτρευτες και ίσως πιο γλυκές από ποτέ. Τώρα αράζει στον καναπέ 24/24 με ένα κουταβίσιο, μελαγχολικό βλέμμα στο πρόσωπό του, σηκώνεται από αυτον κυρίως για να φάει, να πάμε τις τρεις σύντομες -πλεον- βόλτες μας, να γαβγίσει από το μπαλκόνι στα άλλα σκυλάκια και να τα ειδοποιήσει πως κατεβαίνουμε.

 

 

Ο Ρουμπυ όμως δεν ειδοποιεί μόνο τους σκύλους, αλλά και τις γάτες της γειτονιάς. Και περισσότερο απ’ όλες, τον Κωλοτούμπα, ο οποίος κάθε φορά που βλέπει τη μαμά μας και τον Ρούμπυ στον δρόμο, τους ακολουθεί από πίσω σε όλη σχεδόν την απογευματινή διαδρομή. Αυτή κι αν είναι μια ιδιαίτερη συνήθειά του λοιπόν, που αποδεικνύει πόσο καλά τα πηγαίνει και με τους ανθρώπους (ντάξει, καμιά φορά φοβάται και γαβγίζει) και με τις γάτες, αλλά και με τα θηλυκά σκυλάκια. Μη ρωτήσετε για τα αρσενικά. Στην περίπτωση των ανθρώπων, διακρίσεις μεταξύ γυναικών και ανδρών δε γίνονται, διότι τους αγαπάει και τους γλείφει εξίσου, όλους όσοι τολμούν να μπουν σε αυτό το σπίτι και να αντικρίσουν την γιγάντια «πολική αρκούδα». Έχω αρχίσει μάλιστα να πιστεύω, πως αυτός ο σκύλος θα μπορούσε να συνυπάρξει ακόμη και με 10 κότες, δίχως να τις ονειρευτεί ψημένες στον φούρνο με πατάτες.

Μαζί, όμως, έχουμε βιώσει τις πιο δυνατές και συγκινητικές στιγμές. Μαζί έχουμε μεγαλώσει, έχουμε γνωρίσει την ανιδιοτέλεια της αγάπης, την οικογενειακή συντροφικότητα, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που όταν είμαι στεναχωρημενη ή κλαίω, θα τρέξω στον καναπέ και θα τον αγκαλιάσω. Καναπές: λέξη- κλειδί. Ο Ρούμπυ, όπως όλα τα σκυλάκια άλλωστε (not), έχει τον δικό του καναπέ. Κανονικό καναπέ από το ΙΚΕΑ. Σε αυτόν, λοιπόν, εδώ και δέκα χρόνια, έχουμε κάνει ύπνους τρελούς, ακουμπώντας το κεφάλι μας πότε στο δεξί και πότε στο αριστερό μπράτσο όταν πιάνεται το σαγόνι μας, έχουμε δει όνειρα, έχουμε καλπάσει στον ύπνο μας και έχουμε, φυσικά, ακούσει τρελό ροκ εντ ρολ. Αυτό όμως που δε θα ξεχάσουμε και οι δύο μας ποτέ, ακόμη και όταν θα με συντροφεύει μόνο η ψυχή του Ρούμπυ, είναι τα περίπου 30 πλαστικά παιχνίδια από το Jumbo, τα οποία «κατοικούν» σε ενα μεγάλο καλάθι. Πλέον, βέβαια, που είναι ηλικιωμένος και πιο δυσκίνητος, παίζει το πολύ με 2-3 απ’ αυτά. Το χειρότερο πράγμα που έχω κάνει, εκτοξεύοντας μπάλες και πλαστικά γουρούνια, ήταν να σπάσω δύο βάζα. Η συνέχεια off the record. Ο Ρούμπυ στα νιάτα του κατάπινε κάλτσες και -γυναικεία- εσώρουχα, κι εμείς για τις επόμενες 2 μέρες βιώναμε έναν Γολγοθά, καθώς δε ξέραμε εάν η καλτσα θα βγει από την πίσω οδο, ή αν θα την «ξεράσει» κάπου στο σπίτι.

 

 

Κι είμαστε ακόμη ζωντανοί και κάλτσες δεν τρώμε, αλλά σκορπίζουμε αγάπη. Κι ένα πράγμα είναι βέβαιο: Εάν ο Ρούμπυ θα μπορούσε και να μιλήσει, θα είχα γίνει μισάνθρωπος. Διότι δεν ξέρω ως ανθρώπινο ον, εάν θα μπορούσε να αντικαταστήσει εξολοκλήρου την ανθρώπινη αγάπη, αλλά σίγουρα βάζει κάτω με την ομορφιά της ψυχής του πολλούς «ανθρώπους». Γιατί αυτό που βλέπω στο βλέμμα του κάθε φορά που τον κοιτάζω στα μάτια και τον γεμίζω φιλιά, είναι κάτι που μόνο όσοι αποκτήσουν ένα κατοικίδιο θα αισθανθούν. Είναι ο γιος μου, ο φιλαράκος μου, ο αδελφός μου, ο έρωτάς μου και ο σκυλάκος μου. Αυτά τα δέκα χρόνια που έχουμε περάσει μαζί ήταν τα πιο γλυκά χρόνια της ζωής μου και θα συνεχίσουν να είναι για όσο καιρό θα τον έχω κοντά μου. Σε αγαπάω και σε ευχαριστώ που υπάρχεις, τετράποδε, σαλιάρη, τριχωτέ, αναντικατάστατε φιλαράκο μου.

 

Από την Ευτυχία Διαμαντή