DSC05333

Στο δρόμο για το Βόλο, με συνοδεία της μουσική της Angela Maria -την πιο μεγάλη ντίβα των ’50s στην πατρίδα της, την Βραζιλία. Ψάχνω μανιωδώς να βρω ένα τραγούδι της με τίτλο Sabes Mentir αλλά δεν έχει κάνει κανείς τον κόπο να το ανεβάσει στο YouTube (σε αυτό το άλμπουμ με μερικές από τις επιτυχίες της το Sabes Mentir είναι το πρώτο τραγούδι που παίζεις μόλις πατήσεις το play).

https://youtu.be/1qdR-_voLas

Ούτε ξέρω πόσα χρόνια είχα να πάω βόρεια με αυτοκίνητο, πάρα πολλά αν κρίνω από τα τούνελ του Μαλιακού που έχουν κάνει τη διαδρομή αγνώριστη. Μετά τα Καμένα Βούρλα δεν συναντάς ούτε θερμές πηγές ούτε το άγαλμα του Λεωνίδα -για το δεις πρέπει να πας πια εκεί επί τούτου- ούτε τον Αθανάσιο Διάκο. Δεν έχουν μετακινηθεί, η εθνική πήγε λίγο παραδίπλα. Και δεν βλέπεις και πολλή θάλασσα, Στυλίδα, Καραβόμηλος, όλα μακρινά. Θυμήθηκα τις χειρότερες μέρες μου ως φαντάρος, εκατομμύρια βαρέλια στις αποθήκες καυσίμων και μετρήσεις στις δεξαμενές πριν ξημερώσει, σκατά, δεν έχω καν κακές αναμνήσεις, έχω ένα κενό από τους μήνες στον Καραβόμυλο. Κι από τη Χαλκηδόνα θυμάμαι με φρίκη έναν αρχιλοχία-τέρας, καραβανά του κερατά που δεν μας άφηνε σε ησυχία, μας έβαζε να αποψιλώσουμε μέσα στο καλοκαιρινό λιοπύρι την ξεραμένη αγριάδα χωρίς έλεος. Ήταν ένα απόγευμα Παρασκευής, την πρώτη εβδομάδα που είχαμε πάει ψαρούκλες στο στρατόπεδο από το κέντρο νεοσυλλέκτων, όταν μας μάζεψε στην αυλή, μας έδωσε σκουπόξυλα και μας είπε «και τώρα καθαρίστε τις πόρτες από τις βρομιές». Βρομιές εννοούσε τις χελιδονοφωλιές που ήταν κολλημένες πάνω τους κατά μήκος του κτιρίου, σε όλη την δεξιά πλευρά, μπορεί και πάνω από πενήντα, η μία πάνω στην άλλη. Όλες σχεδόν γεμάτες χελιδονάκια. Οι γονείς τους πηγαινοέρχονταν με τροφή και τα τάιζαν και μετά ξεχύνονταν πάλι στον ουρανό να μαζέψουν έντομα. Κοκαλώσαμε. Δεν κουνήθηκε κανείς. Άρχισε να απειλεί με φυλακή όποιον δεν υπάκουε και να βρίζει, μας έσπρωχνε, κανένας όμως δεν τολμούσε να κάνει την αρχή. Εκείνος ούρλιαζε ότι ερχόταν επιθεώρηση και ότι η βρομιά έπρεπε να καθαριστεί, άρχισε να φωνάζει ονόματα και να μοιράζει φυλακή σε όποιον  δεν υπάκουε στις διαταγές του. Κι όταν είδε ότι κανένας δεν αντιδρούσε παρ’ όλες τις απειλές, πήρε ένα σκουπόξυλο κι άρχισε να τις γκρεμίζει μόνος του με λύσσα. Γέμισαν τα σκαλιά λάσπη, ξυλάκια και τόνους σκόνης, ενώ δεκάδες έντρομα χελιδονάκια γκρεμίστηκαν με βία, από γυμνά νεογέννητα μέχρι ανεπτυγμένα με φτερά που προσπαθούσαν να πετάξουν για να σωθούν. Κι οι γονείς τους έκαναν κύκλους πάνω μας τσιρίζοντας από απελπισία. Το μόνο που κάναμε είναι να το κοιτάζουμε αηδιασμένοι και να ευχόμαστε όλοι μαζί να πεθάνει, ενώ προσπαθούσαμε να σώσουμε όσα πουλιά μπορούσαμε από τις γάτες. Ήταν η χειρότερη μέρα της θητείας μου, και κοίτα να δεις τι μου θύμισε το ταξίδι προς τον βορρά.

DSC05353 DSC05354 DSC05355

Ο Βόλος δεν ήταν ο προορισμός, ήταν μια στάση που έγινε όμως 24ωρη -γιατί αν μπλέξεις με ντόπιους, δεν μπορείς εύκολα να ξεφύγεις. Φτάσαμε λίγο πριν το μεσημέρι και πήγαμε μια βόλτα στο Διμήνι και στο Σέσκλο, τους προϊστορικούς οικισμούς που είναι οι πιο σημαντικοί που υπάρχουν στην Ελλάδα από τη Νεότερη Νεολιθική περίοδο. Για τους ντόπιους -τουλάχιστον αυτούς που ξέρω εγώ- δεν πρέπει να είναι και τα πιο δημοφιλή αξιοθέατα, -αργότερα στο τσιπουράδικο της Γιάννας οι γνωστοί μας που μας περίμεναν για φαγητό βρήκαν εξωφρενικό που τρέχαμε για να δούμε πέτρες μέσα στη ζέστη. Κανείς τους δεν τα είχε επισκεφτεί. Τσιπουράδικο-προϊστορικά αρχαία 1-0. Θα μου πεις Βόλος=τσιπουράδικο, άντε και τα χωριά του Πηλίου, ξεκινάει κανείς να πάει μέχρι εκεί για να δει πέτρες;

DSC05338 DSC05341 DSC05342 DSC05344

Είναι αλήθεια όμορφος ο Βόλος. Ωραία κτίρια, ένα δημαρχείο έργο του Πικιώνη πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής, νεοκλασικά, σιδηροδρομικό σταθμό σε σχέδια του Ιταλού μηχανικού Εβαρίστο ντε Κίρικο, πατέρα του διάσημου ζωγράφου Τζόρτζιο ντε Κίρικο (ο οποίος γεννήθηκε στο Βόλο), το Μουσείο Τσαλαπάτα, περατζάδα στην παραλία, πολλά ποδήλατα, πράσινο, ένα σύγχρονο και όμορφο πανεπιστήμιο στις παλιές καπναποθήκες του Παπαστράτου, μαγαζιά, νεαρόκοσμος, ζωντάνια και καλό φαγητό. Κι ένα υπέροχο μουσείο με τα εκθέματα που βρέθηκαν σε ανασκαφές της περιοχής [κυρίως προϊστορικά] εξαιρετικά τοποθετημένα, συν δυο κατοικίες της νεολιθικής εποχής κατασκευασμένες πρόσφατα μπροστά από το μουσείο, κοντά στη θάλασσα, για να ξέρεις πώς ήταν τα προϊστορικά σπίτια που βρέθηκαν στους γύρω λόφους.

DSC05422 DSC05425DSC05390 DSC05391 DSC05392DSC05393 DSC05396 DSC05397DSC05399 DSC05400 DSC05401 DSC05406 DSC05412 DSC05415 DSC05416DSC05398

Τα τσιπουράδικα είναι το πρώτο πράγμα που σου προτείνει ένας βολιώτης όταν του λες ότι θα πας στο Βόλο. Λογικό. Έχουν δικό τους κώδικα και είναι ανοιχτά από το πρωί μέχρι το απόγευμα, το βράδυ είναι κλειστά. Κάποια είναι κλειστά και την Κυριακή, που σημαίνει ότι είναι μέρος της καθημερινότητάς τους και όχι κάτι για σπέσιαλ περιπτώσεις, παρόλο που κάποια από αυτά είναι όντως σπέσιαλ. Δεν θα αναλύσω εδώ την σημειολογία του τσιπουράδικου, κάνε ένα google τη λέξη και θα βρεις ένα σωρό πληροφορίες, ή κάνε κλικ εδώ.

Δεν τρελαίνομαι για τσίπουρο αλλά ήπιαμε με το ζόρι σχεδόν έξι. Με γλυκάνισο. Το μυστικό για να μην ξεραθείς στην καρέκλα είναι να αδειάζεις το ποτήρι κάτω απ’ το τραπέζι –κάθε φορά που σου γεμίζουν το ποτήρι φέρνουν και άλλο μεζέ, κυρίως ψάρια και θαλασσινά, οπότε το αδειάζεις με τρόπο και περιμένεις το επόμενο πιάτο. Μετά το πέμπτο έρχονται τα καλύτερα, όταν έχουν γίνει όλοι σχεδόν ντίρλα και δεν σε νοιάζει και τόσο το φαΐ. Αναλύσαμε τη διαφορά των τσιτσίραυλων από το κρίταμο [κάτι που ξέραμε όλοι ήδη], τις προοπτικές που έχει σήμερα ένας νέος άνθρωπος στο Βόλο [να ανοίξει φαγάδικο] και ακούσαμε και μια διάλεξη γιατί πίνουν όλοι φραπέ και σπάνια κάτι άλλο [αυτό δεν το θυμάμαι]. Φάγαμε πολύ καλά, απολαύσαμε την πολυκοσμία των Παλαιών, κάτι σαν το δικό μας Ψυρρή και ακόμα περισσότερο σαν τα Λαδάδικα και φύγαμε ζαλισμένοι από τη μυρωδιά του γλυκάνισου. Αν έμενα στο Βόλο θα ήμουν είκοσι κιλά πιο χοντρός.

DSC05356 DSC05358 DSC05359DSC05360 DSC05362 DSC05363 DSC05364

Στο δρόμο για το Μύρτιλο περάσαμε από τα βραζιλιάνικα στα κουβανέζικα, έτσι αυτό το τραγούδι -που δεν ξέρω ούτε ποιος το λέει ούτε τον τίτλο του- έπαιζε στο repeat:

https://soundcloud.com/m-hulot/u-1

Ο Μύρτιλος είναι ένα καφέ σκαρφαλωμένο ψηλά στο βουνό, λίγο πριν την Πορταριά, με θέα όλον τον Βόλο και βρύσες φωτορυθμικά στις τουαλέτες. Τις ανοίγεις και τα χέρια σου αλλάζουν χρώματα λες και είσαι σε πίστα επαρχιακής ντίσκο ή σε σχολική χοροεσπερίδα.

DSC05367

Οι γνωστοί μας μετά το τσιπουράδικο πήγαν στο σπίτι τους για ΝΑ ΦΑΝΕ ΚΑΝΟΝΙΚΑ [!] και να ξεκουραστούν κι εμείς πήγαμε στη Μινέρβα, την παλιά καφετέρια της παραλίας που όλοι είχαν φαγωθεί ότι έπρεπε να επισκεφτούμε οπωσδήποτε για να δοκιμάσουμε πάστα φούρνου. Λίγο μετά τις 5 το απόγευμα ήταν τίγκα στα 15χρονα, δεν υπήρχε τραπέζι ούτε για αστείο. Κι υπήρχαν ένα σωρό παιδιά όρθια που περίμεναν υπομονετικά να βρουν τραπέζι. Το πρώτο πράγμα που μας έκανε εντύπωση -εκτός του νεαρού της ηλικίας όλων σε τέτοιο βαθμό που σε έκανε να αισθάνεσαι γέρος- ήταν η ησυχία και η τάξη. Όλοι έπιναν κόσμια τον φραπέ τους παίζοντας τάβλι ή σχολιάζοντας τα παιχνίδια που έπαιζαν στα smart phone. Κι έτρωγαν κάτι πάστες σοκολατίνες-μπόμπες που δεν ήταν αυτές που μας είχαν προτείνει. Εμείς πήραμε πάστες φούρνου, μία σοκολάτας και μια λευκή, που ήρθαν σχεδόν αστραπιαία. Η πάστα φούρνου είναι ένας αφρός από σαντιγί γύρω από δυο κομμάτια παντεσπάνι, -από τις δύο καλύτερη ήταν η σοκολάτας. Η γεύση της θυμίζει τα γλυκά της καφετέριας που μεγάλωσαν τα παιδιά των ’70s και των ’80s, με γερές δόσεις ζάχαρης που την κάνει λιγωτική. Είναι βαρβάτη αλλά δεν είναι και κανένα ανεπανάληπτο γλυκό, το παγωτό μόκα ήταν πολύ καλύτερο, το ίδιο και το πλούσιο Σικάγο με την ίδια σαντιγί -που την έχουν πατενταρισμένη και είναι το μυστικό του μαγαζιού. Να σημειωθεί ότι κανείς δεν ήξερε να μας πει ακριβώς από πότε υπάρχει η Μινέρβα στο ίδιο σημείο, όλοι τη θυμούνται σταθερά στην παραλία από τα παιδικά τους χρόνια. Όταν φτάσαμε εκεί είδαμε την απάντηση γραμμένη στις τέντες με μεγάλα γράμματα: από το 1935.

DSC05370 DSC05371DSC05459photo(1)DSC05369DSC05379

Τρία χρόνια αργότερα η Χρυσούλα Στίνη τραγουδούσε αυτό το ανατολίτικο tango σε μουσική Μιχάλη Σουγιούλ και στίχους Αιμίλιου Σαββίδη. Κρυφός Καημός. Ή μάλλον Κρυφός Καϋμός.

DSC05387 DSC05384 DSC05382 DSC05381 DSC05380DSC05453 DSC05445 DSC05444DSC05417