1082039841

Κάνσας 1974

Είχαν περάσει ακριβώς 3 μέρες απ’ την κυκλοφορία του Playboy με τη γυμνή μου φωτογράφηση και θα ‘βγαινα για μια μπύρα στο Pub Palace να το γιορτάσω και να κόψω κίνηση. Χτένισα τα μαλλιά μου ακριβώς όπως και στη φωτογράφηση και ‘βαλα το πολυαγαπημένο κόκκινο φόρεμα που παραμένει όσο πρέπει στενό και όσο πρέπει εντυπωσιακό. Μπήκα στο ταξί, με τη φαντασίωση φυσικά πως ο ταξιτζής θα με αναγνωρίσει σε δευτερόλεπτα. Αλλά δεν έγινε, απλά με συμβούλευσε να προσέχω γιατί εκεί που πάω είναι παραπάνω από κακόφημα. Τον ευχαρίστησα όσο πιο γλυκά  μπορούσα, αλλά δεν του άφησα μπουρμπουάρ. Περπάτησα γύρω στα 4 λεπτά μέχρι να φτάσω στην πόρτα. Όλο το μαγαζί ήταν καλυμμένο με καθρέφτη κι έτσι δεν μπορούσες να δεις μέσα. Χαμογέλασα στον πορτιέρη και μου άνοιξε την πόρτα για να μπω.

«Έχει θέση για μένα;» ρώτησα, χωρίς να ξέρω το γιατί. Απλά χαμογέλασε, απλά κούνησε πάνω κάτω το κεφάλι του και με το αριστερό του χέρι μου ‘κανε νόημα να προχωρήσω. Ήταν θεοσκότεινα μέσα και το μόνο φως προερχόταν απ’ το μπαρ. Έπαιζε ένα hit της country αλλά κανείς δεν χόρευε. Βρήκα μια θέση στην μπάρα και παρήγγειλα ουίσκι, πράγμα άγριο για γυναίκα. Δύο θέσεις δίπλα μου απ’ τα δεξιά, καθόταν ένας τύπος που αν και μύριζε αποτυχία, είχε κάτι το γοητευτικό. Καθόταν κι αυτός με γυρισμένη την πλάτη στον κυρίως χώρο. Είχε μουστάκι, μουσάκι που ενωνόντουσαν με φαβορίτες και σχετικά μακριά σγουρά μαλλιά που τα κάλυπτε ένα τεράστιο καουμπόικο καπέλο. Όλα μεταξύ μαύρου και γκρίζου.

Όταν πήρα το ουίσκι μου στα χέρια, γύρισα προς τη μεριά του για να τσουγκρίσουμε. «Στην υγεία σου καουμπόι». Γύρισε το κεφάλι του βαριεστημένα, το ίδιο και το ποτήρι του και τσουγκρίσαμε . «Στην υγειά σου miss may» είπε και μ’ έπιασε ρίγος. Ενστικτωδώς ακούμπησα το ποτήρι μου στη μπάρα και άρχισα να ψάχνω στην τσάντα μου το πακέτο με τα τσιγάρα. Έβαλα λοιπόν ένα στο στόμα και άρχισα να ψάχνω για τα σπίρτα, αλλά ο καουμπόι με πρόλαβε με τον αναπτήρα του. «Φαίνεσαι πιο νέα τώρα που σε βλέπω από κοντά. Στην φωτογράφηση φαινόσουν τριαντάρα αλλά ούτε 25 δεν πρέπει να ‘σαι» είπε μία κοιτώντας το ποτό του που το πήγαινε μία δεξιά και μία αριστερά με τα δάχτυλά του και 2 με 3 φορές κοίταξε λοξά και μένα που δεν μπορούσα πλέον να σταματήσω να χαμογελάω. «Το παίρνεις συχνά το playboy;» ρώτησα μεταξύ αμηχανίας και χαζοχαμόγελου. «Ο μικρός αδερφός μου δουλεύει χρόνια σ’ ένα mini market που ’χει κι άλλα περιοδικά» είπε κοιτώντας με στα μάτια για πρώτη φορά αλλά μετά πνίγηκε σε βήχα που κράτησε γύρω στα 2λεπτά. «Είσαι καλά; Πιες λίγο νερό» είπα και του πρότεινα το ποτήρι μου αλλά μου έκανε νόημα με το αριστερό του χέρι να το αφήσω. Αφού τελείωσε, χτύπησε με τον δείκτη την άκρη του καπέλου του  και μου χαμογέλασε εγκάρδια.

«Πάντως πρέπει να  ‘χεις κότσια για να το κάνεις και να ‘ρθεις εδώ» είπε και μου ’σφιξε μαλακά τον δεξί μου ώμο, αλλά μετά ξαναγύρισε προς την μπύρα του και μoυ φάνηκε κάπως θλιμμένος, πράγμα που δεν είχα παρατηρήσει μέχρι τώρα. Κάπου ένοιωσα συμπάθεια για το άτομό του και ήθελα πολύ να συνεχίσουμε την κουβέντα σε πιο ανθρώπινο επίπεδο, αλλά φοβόμουν μην τρομάξει.

«Έι, τρελοκαουμπόι, μου λερώθηκαν οι καινούργιες μου μπότες. Τι λες, θα κάνεις κάτι γι’ αυτό;» ακούστηκε μια τσιριχτή φωνή από πίσω μας και γυρίζοντας διακριτικά το κεφάλι μου είδα ένα νάνο με ξυρισμένο κεφάλι να πλησιάζει προς το μέρος μας. Σκαρφάλωσε με δυσκολία αλλά με πείσμα στο σκαμπό που ‘ταν ανάμεσά μας και παρήγγειλε. «Εμένα μια χαρά μου φαίνονται» είπε ο δικός μου, το ίδιο βαριεστημένα. «Μήπως διέκοψα; Κυρία μου, επιτρέψτε μου να συστηθώ» είπε, πιάνοντας το δεξί μου χέρι και φέρνοντάς το κοντά στο στόμα του. «Είμαι ο μόνος φίλος που του ‘χει απομείνει στην πραγματικά μίζερη ζωή του» είπε και τελικά το φίλησε. Αισθάνθηκα λες και έχωσα το χέρι μου σε βάλτο για να βρω κάτι που μου έπεσε. «Έχεις ρεπό απ’ το τσίρκο σήμερα;» είπε ο καουμπόι και ξαναπνίγηκε, απλά αυτή τη φορά μου φάνηκε πως γέλαγε ταυτόχρονα. Ο νάνος ήπιε το μισό ποτό σε μια γουλιά και γύρισε προς το μέρος μου. Και η αλήθεια είναι πως το βλέμμα του με τρόμαξε λίγο. «Αν και αχάριστος είναι καλός φίλος. Γνωριστήκαμε σ’ ένα μπιλιαρδάδικο που σύχναζε όταν τον παράτησε η γυναίκα του για κάποιον ανώτερό του» είπε με δαιμονιώδη τρόπο, χωρίς να ‘μαι ικανή να ορίσω το τι ακριβώς εννοεί. «Δεν με παράτησε αλά ούτε την παράτησα. Απλά η σχέση μας έκανε τον κύκλο της και ευτυχώς το καταλάβαμε εγκαίρως» είπε κουνώντας το δεξί του χέρι λες και διεύθυνε κάποια ξεκούρδιστη ορχήστρα. Ο νάνος ξεκαρδίστηκε και χτύπησε δυνατά την πλάτη του καουμπόι με την παλάμη του, με αποτέλεσμα να του φύγει το άφιλτρο από το στόμα του και να πέσει μες στο ποτήρι της μπύρας. Τινάχτηκε απ’ το σκαμπό του λες και είχε πιάσει φωτιά, βρίζοντας ακαταλαβίστικα και ο νάνος το καταδιασκέδαζε ξεκαρδισμένος. «Αν δε κάτσεις φρόνιμος θα σταματήσουμε πάλι να σου σερβίρουμε» είπε σχεδόν αυστηρά ο barman και ο νάνος τον γράπωσε απ’ το χέρι, τον έφερε και κοντά του και κάτι του ψιθύρισε στο αυτί το οποίο έφτιαξε το κέφι του barman.

Αισθανόμουν άβολα εκ μέρους του καουμπόι με την τροπή που ‘χε πάρει η κατάσταση και η άγρια και σκοτεινή μου πλευρά ένοιωθε την παρόρμηση να βάλει τον νάνο στη θέση του. «Τελικά δουλεύεις στο τσίρκο;» τον ρώτησα σε απόσταση αναπνοής απ’ το αριστερό του αυτί, την ώρα που ο καουμπόης μου ξαναέπαιρνε τη θέση του, ανάβοντας ένα νέο άφιλτρο και παραγγέλνοντας μία νέα μπύρα. «Όχι δεσποινίς, δεν δουλεύω στο τσίρκο. Έχω ένα μαγαζί με εργαλεία στο κέντρο. Λυπάμαι αν σας απογοήτευσα» είπε με ψευτολυπημένο τρόπο και κατέβηκε απ’ το σκαμπό, ήπιε το υπόλοιπο του ποτού του και χάθηκε στο πλήθος και στον καπνό χωρίς να πει κάτι για επίλογο στον καουμπόι μου.

«Συνειδητά ανήκω στους χαμένους. Να το ξέρεις αυτό αγαπητή playmate» είπε πάλι χωρίς να με κοιτάξει και δεν ξαναμιλήσαμε. Φτάνοντας σπίτι, ξεφύλλισα το περιοδικό για να δω αν όντως μοιάζω τριαντάρα αλλά δεν έβγαλα κάποιο συμπέρασμα οξυδερκές.

1082039864

«Νεμπράσκα, λίγο μετά την αλλαγή του χρόνου, το 1982»

Είχε παρκάρει στη μέση του πουθενά, συγκλονισμένος και μόνο τα κλάματα δεν έβαλε.
Σκεφτόταν ότι άλλη μια πρωτοχρονιά την έβγαλε χωρίς κάποιο νόστιμο κορίτσι και κοιτάχτηκε στον καθρέπτη, απογοητευμένος από την αισθητική των γυαλιών του και αηδιασμένος από τα αραιά μαλλιά του.
Έτσι δεν τους άκουσε να πλησιάζουν.
«Τι κάνεις εδώ μόνος σου, τέτοια μέρα, τέτοια ώρα;» τον ρώτησε γελώντας ελαφρώς μεθυσμένη μια σχετικά όμορφη κοπέλα, άνω των τριάντα(όπως υπολόγισε).
Εκείνος την κοίταξε λυπημένα χωρίς να αγχωθεί και μόνο όταν μπήκε ένας άντρας, άνω των τριάντα και αυτός, στο αμάξι του, ακριβώς από πίσω του, άρχισε να αισθάνεται άβολα.
«Σε έχει πιάσει κατάθλιψη, έ;» τον ρώτησε ο άντρας γελώντας, αφήνοντας του ένα φιόγκο, κατακόκκινο, πάνω στο κεφάλι.
Η κοπέλα μπήκε κι αυτή στο αμάξι, στη θέση του συνοδηγού.
«Πού θα μας πας;» τον ρώτησε χαμογελαστή.
Εκείνος απρόβλεπτος, όπως πάντα, έβαλε μπρος, πατώντας δυναμικά το γκάζι, με αποτέλεσμα ο φιόγκος να πέσει απ’ το κεφάλι του, μελαγχολώντας τον άντρα στο πίσω κάθισμα.

1082039856

Νέα Υόρκη 2012

Είχαν περάσει μόλις δυο μέρες από τη δημοσίευση του άρθρου μου και ήδη είχε γίνει χαμός. Ο εκδότης μου για να με ευχαριστήσει μου έκανε δώρο μια πένα HAIDENY παρ’ όλο που ξέρει πως γράφω στον υπολογιστή, όσα χρόνια δουλεύω στο περιοδικό.

Την τοποθέτησα στην βιβλιοθήκη που βάζω χρόνια τώρα τα δώρα που μου κάνουν όταν μεγαλουργώ. Κάτι που δεν γίνεται σπάνια. Το περιοδικό θα ξανάβγαινε σε ένα μήνα περίπου αλλά δε θα ‘χε κάτι δικό μου οπότε θα μπορούσα να ζήσω ανέμελα και γοητευτικά μέχρι το επόμενο.

Έτσι αποφάσισα να κανονίσω ραντεβού με τη Ν. που ‘χα να την δω από το πάρτι πρωτοχρονιάς που ‘χε γίνει με σχετική επιτυχία στο σπίτι του Π. Ήταν κούκλα αλλά απλά ανταλλάξαμε κάποιες ατάκες αλληλοεκτίμησης που άνοιγε δρόμους για να κρατήσουμε επαφές. Την πήρα λοιπόν τηλέφωνο χωρίς να ‘μαι αγχωμένος παραδόξως αλλά έλειπε κι έτσι της άφησα μήνυμα στον τηλεφωνητή. Ντύθηκα κι άρχισα να κάνω βόλτες σε κεντρικό σημείο και βρέθηκα τυχαία στο Dilla, ένα καφέ πολυτελείας που μου το ‘χε πρωτοαναφέρει η κοπέλα που γράφει την κριτική κινηματογράφου και από τότε το επισκέπτομαι συχνά. Μπήκα με πάσο το άρθρο μου και ζήτησα εσπρέσο. Κοιτούσα νευρικά αριστερά και δεξιά ενώ το μισό κεφάλι μου είχε χωθεί στο παλτό μου. Μου φάνηκε πως είδα έναν εικονογράφο που από τότε που κάνει εξώφυλλα για – το – ξέρεις – ποιό δεν με χαιρετάει καν. Μόνο αν διασταυρωθούν τα χαμόγελά μας μου γνέφει χωρίς όμως να χαμογελά.

Άρχισα να αισθάνομαι άβολα χωρίς να μπορώ να το εξηγήσω κι έτσι τελείωσα τον καφέ μου πλήρωσα και σηκώθηκα να φύγω όταν μπήκε μέσα η Ν. Είχε ένα τέλειο 30’s κούρεμα με ένα εξίσου τέλειο και διακριτικό καπελάκι συνδυασμένο με φθινοπωρινά χρώματα στα ρούχα της. Της χαμογέλασα και την έβαλα να κάτσει δίπλα μου.

«Έπρεπε να γίνεις διάσημος για να με θυμηθείς;» με ρώτησε όλο γλύκα χωρίς να με κοιτάει και μετά παρήγγειλε ένα καπουτσίνο. Ήπιε μια γουλιά και γύρισε προς το μέρος μου και μου χάρισε ένα χαμόγελο που θα το θυμάμαι για αρκετό χρόνο.

«Πώς ήξερες πως θα ‘μια εδώ; Ήταν σύμπτωση, του στυλ έρχεσαι εδώ…» τη ρώτησα και μετά παρήγγειλα άλλον ένα καφέ.

«Έρχομαι σχεδόν κάθε μέρα. Ξεχνιέμαι αλλά και συγκεντρώνομαι ταυτόχρονα οπότε το ‘χω κάνει στέκι. Και να σου πω και κάτι; Χαίρομαι που σε βρήκα γιατί δε μου άφησες το κινητό σου στο μήνυμα χαζούλη». Μου ‘ρθε να βήξω από αμηχανία αλλά κρατήθηκα.

«Το διάβασες;» ρώτησα ενώ πλέον είχα στρίψει όλο μου το σώμα προς το μέρος της.

«Ναι βέβαια! Τη μέρα που βγήκε» είπε κι έστριψε το σώμα της κι αυτή προς το μέρος μου. «Δεν πιστεύω να θες να με φιλήσεις;» ρώτησε χαμογελαστή αλλά μετά κοίταξε πάνω απ’ τον ώμο της την ώρα που μια παρέα τριών ατόμων μόλις έμπαινε μέσα.

Τελικά έβηξα και γύρισα στον καφέ μου, τρομακτικά αμήχανος μετά την ερώτησή της.

«Έλα μην κάνεις έτσι. Αφού το κατάλαβα απ’ το πάρτι» είπε χαϊδεύοντας απαλά το πίσω μέρος του κεφαλιού μου.

«Ναι αλλά ήταν από τότε αμοιβαίο» της απάντησα κοιτώντας το πρόσωπό μου στον καθρέφτη που ήταν στον τοίχο.

«Ναι αλλά είμαι κοπέλα. Τι να ‘κανα; Να σε κυνηγούσα;» ρώτησε κι ακούμπησε τη μύτη της στο αριστερό μου αυτί και παραδέχομαι πως ανατρίχιασα.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να σε φιλήσω εδώ μέσα» της είπα γυρίζοντας προς το μέρος της.

«Και γιατί παρακαλώ;» ρώτησε σε σημείο αναπνοής απ’ το πρόσωπό μου. «Γράφεις άρθρα με κότσια αλλά φοβάσαι να φιλήσεις μια κοπέλα που σου αρέσει; Ε, χαζούλη;» και ξαναχάιδεψε το πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Ενστικτωδώς γύρισα το κεφάλι προς τα δεξιά και είδα τον εικονογράφο να μας κοιτάει και παρ’ όλα αυτά δε γύρισε διακριτικά το κεφάλι του αλλά απλά συνέχισε.

Από αντίδραση και μόνο ξαναγύρισα το πρόσωπό μου μπροστά στο δικό της και απλά φιληθήκαμε. «Έχεις κόψει το κάπνισμα! Δεν το πιστεύω!» δήλωσε ενθουσιασμένη μόλις σταματήσαμε.

«Έλα ρε. Θυμάσαι ότι καπνίζω;» ρώτησα με αγνό ενθουσιασμό και αυτή τη φορά ήρθε η δικιά μου σειρά να της χαϊδέψω το πίσω μέρος του κεφαλιού της κι αυτή αμέσως έβγαλε το καπελάκι της χωρίς να σταματήσει να χαμογελά. Ήπιε μια γουλιά καφέ και μου φάνηκε πως μελαγχόλησε. «Τι έπαθες;» ρώτησα ενώ σιγά σιγά άρχισα να αγχώνομαι.

«Τίποτα, εντάξει. Είμαι κυκλοθυμική, απλά αυτό. Άμα συνεχίσουμε να βγαίνουμε μάλλον θα το συνηθίσεις» είπε με σκυμμένο το κεφάλι και παίζοντας (μάλλον από αμηχανία) με το πιατάκι του καφέ. Συνέχιζα να αγχώνομαι και πλέον αισθανόμουν άβολα και δε μπορούσα να φανταστώ πώς θα εξελιχτεί αυτό το κατά τα άλλα τυχαίο ραντεβού.

«Πάμε να περπατήσουμε;» με ρώτησε γυρνώντας το κεφάλι της προς το μέρος μου, πολύ σοβαρά.

«Πάμε, εντάξει» είπα κι εκείνη έβαλε ξανά το καπελάκι και πλήρωσε και για τους δυο μας προκαλώντας μου ανάμεικτα συναισθήματα. Σηκωθήκαμε και λίγο πριν βγούμε γύρισα απότομα το κεφάλι μου προς τη μεριά του εικονογράφου και μετά βγήκα χωρίς να ‘χω δει αν μας κοιτούσε ακόμα. Απλά ήθελα να παίξω λίγο μαζί του. Η Ν. ήταν ακόμα σκυθρωπή και είχε χώσει τα χέρια της όσο πιο βαθιά γινότανε στις τσέπες της ζακέτας της. Ήμουν δίπλα της και περπατάγαμε συγχρονισμένα και μου ‘χε φύγει λίγο το άγχος.

«Ξέρεις κάτι; Ποτέ δεν ήμουν ανταγωνιστική» δήλωσε με σκυμμένο το κεφάλι.

«Ούτε καν στο σχολείο;» βρήκα να ρωτήσω.

Της ξέφυγε ένα τρανταχτό γελάκι και σήκωσε το κεφάλι της. «Ναι, ούτε στο σχολείο χαζούλη. Γι’ αυτό κάποιοι με περνάνε ακόμα για ούφο και γι’ αυτό οι ιδιαίτεροι σχεδόν με λατρεύουν» είπε κι έτριψε τη μύτη της με το δεξί της μανίκι χωρίς να ‘χει όμως συνάχι.

«Με τη δουλειά πώς τα πας;» τόλμησα και τη ρώτησα γυρνώντας προς το μέρος της. Γύρισε το κεφάλι της και μου χάρισε άλλο ένα γλυκόπικρο χαμόγελο.

«Εντάξει. Καλά τα πάω αλλά δεν είναι τόσο δημιουργική όσο η δικιά σου, ούτε παίρνω feedback όπως εσύ» είπε κι άρχισε να σφυρίζει κάτι ακαταλαβίστικο. Αισθάνθηκα και πάλι άβολα με αυτό που μου είπε αλλά έπρεπε να το ξεπεράσω και μάλιστα γρήγορα για να μη χάσει τη ροή η κουβέντα μας. Γύρισα το κεφάλι μου προς τη μεριά της και για πρώτη φορά μου φάνηκε γήινα όμορφη, πιο πολύ απ’ ότι είχα καταλάβει τις προηγούμενες φορές και ήθελα απελπισμένα να την ξαναφιλήσω.

«Θα ‘θελα ας πούμε να ‘μια σχετικά καλή συγγραφέας, αλλά μάλλον το ‘χεις καταλάβει, έτσι δεν είναι;» είπε μου χάιδεψε το πρόσωπο κι εγώ τη φίλησα. Είχα καιρό να χάσω την αίσθηση του χρόνου ενώ φιλιόμουνα. Συνήθως σκεφτόμουν τα πιο τρελά πράγματα που μπορούν να περάσουν απ’ το μυαλό κάποιου σχετικά υγιή ανθρώπου αλλά με φαντασία που συναγωνίζεται έξυπνο παιδάκι.

«Πρέπει να φύγω γλυκούλη. Ξαναπάρε» είπε κοφτά και σταμάτησε ένα ταξί, μπήκε μέσα, χωρίς να με κοιτάξει απ’ το τζάμι. Έχωσα κι εγώ τα χέρια βαθειά στις τσέπες και συνέχισα να περπατάω έχοντας δεδομένο πως θα αργούσα να την ξαναδώ.

Οι φωτογραφίες είναι από εδώ.