Πριν από 18 μήνες ο Leon Bridges έπλενε πιάτα σε ένα εστιατόριο του Τέξας. Σήμερα είναι ένας από τους νεαρούς μουσικούς που ξεχωρίζουν μέσα σε όλο χαμό από νέα ονόματα, με προδιαγραφές για μεγάλη επιτυχία και ρετρό ήχο που αρέσει σε όλους. Ή σχεδόν σε όλους. Ο 27χρονος Leon Bridges δεν είναι ό,τι κι ό,τι, έχει δικό του στυλ -που δανείζεται από τα soul boys προ πεντακονταετίας- που ξέρει να το υποστηρίζει, λατρεία για τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες [το instagram του είναι σαν editorial μόδας] και τραγουδάει μια γλυκερή σόουλ που νομίζεις ότι έχει παγώσει στην εποχή πριν τους Beatles. Από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε υπήρξε κόσμος που ακολουθούσε φανατικά κάθε του βήμα, κόσμος που μπορούσε να τον στηρίξει και να τον προωθήσει με κάθε τρόπο –κυρίως άνθρωποι των media. Και όσο κι αν δηλώνει ντροπαλός και μαζεμένος, κατάφερε μέσα σε ενάμιση χρόνο να είναι παντού, τόσο περιζήτητος, που πριν από μερικούς μήνες σαράντα εταιρίες σκοτώνονταν για να τον πείσουν να υπογράψει. Επέλεξε την Columbia.

Ο Leon δεν ήταν από την αρχή vintage και λέει ότι δεν είχε σκεφτεί ποτέ να γράψει μουσική. Μέχρι πριν από μερικά χρόνια τον ενδιέφερε μόνο να χορεύει και το R&B των ’90s κι άκουγε Ginuwine και Usher. Μέχρι που μπήκε στη ζωή του ο Sam Cooke. Είδε το Malcolm X του Spike Lee, άκουσε το A Chance Is Gonna Come του Cooke και του άλλαξε τον τρόπο που άκουγε τη μουσική. «Σίγουρα ήξερα ότι μπορούσα να τραγουδήσω, αλλά δεν ήμουν και τόσο σίγουρος για τον εαυτό μου. Νόμιζα ότι το τραγούδι είναι για άλλους ανθρώπους» λέει. «Οποιοσδήποτε όμως άκουγε ένα τραγούδι σαν κι αυτό θα ήταν περίεργος να μάθει περισσότερα». Έτσι άρχισε να γράφει τραγούδια.

«Γοητεύτηκα τόσο πολύ από αυτόν τον ήχο που ήθελα να τον αναδημιουργήσω ακριβώς όπως τον άκουγα. Γιατί; Μου έδινε μεγάλη χαρά να τον κάνω εντελώς ίδιο. Η απλότητα ακουγόταν τόσο ωραία».

Το Coming Home που μόλις κυκλοφόρησε είναι τόσο παλιομοδίτικο που για ένα μεγάλο μέρος του κόσμου [του πιο νεαρού] είναι μειονέκτημα. Ενώ παίρνει πολύ καλές κριτικές και τα τραγούδια του αρέσουν, το μεγαλύτερο κοινό του στα live του είναι λευκοί άνω των 40, αυτοί δηλαδή που μεγάλωσαν με σόουλ και έχουν από αυτόν τον ήχο αναμνήσεις. Και μπορεί να τον συγκρίνουν [ατυχώς] με την Amy Winehouse και να έχει και δυναμική για να γίνει σταρ, αλλά δεν έχει το ίδιο κοινό. Ένα από τα τραγούδια έχει τίτλο Brown Skin Girl και σε μια συνέντευξή του στην Guardian που σχολιάζει την έλλειψη έγχρωμου νεαρόκοσμου από τα live του αναρωτιέται πού έχουν πάει τα νεαρά σκουρόχρωμα κορίτσια και δεν εμφανίζονται; «Υπάρχουν μόνο ένα ή δύο μέσα στο πλήθος, είναι πολύ περίεργο μερικές φορές».

Ο δίσκος του είναι πολύ καλός. Αντικειμενικά. Η νοσταλγία μπορεί να τον κάνει λίγο απρόσιτο γιατί το κοινό θέλει να ακούει τον ήχο που κυριαρχεί ή έστω κάτι ακραίο που να ταράσσει λίγο τα νερά, αλλά και όμορφα τραγούδια περιέχει και όλες τις προσδοκίες τις έχει επαληθεύσει και μια χαρά τύπος είναι. Είναι αστείο, φτάσαμε στο σημείο να αναρωτιόμαστε αν υπάρχει χώρος για παλιά, καλή σόουλ.

Το Coming Home ίσως να παραείναι καλός δίσκος για να γίνει επιτυχία.

Εδώ είναι ολόκληρος ο δίσκος του:

https://youtu.be/G534dYl-ClE