Αγόρι από αυτά τα λιγωτικά που ξέρεις ότι θα σε καταστρέψει η πολύ ζάχαρη, αλλά εσύ πέφτεις με τα μούτρα, μέχρι η γλυκόζη να ’ρθει και να κάψει και το τελευταίο εγκεφαλικό κύτταρο. Τον κοιτάς και κάνεις αυτόματα κίνηση προς τα πίσω να δεις κάπου κρυμμένο τον σατανά να γελά σαρδόνια, και εκεί που αρχίζει να χαμογελά, λες φτάνει πια με την τόση ομορφιά του, που είναι και ανεπιτήδευτη και έχει και έναν κόμπο αλητείας, δεν μπορεί, τουλάχιστον θα αρχίσει να μιλάει και θα ναι κάπως αφελής, ολίγον ελαφροΐσκιωτος. Έτσι, για να πεις ότι μια ισορροπία και δικαιοσύνη υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο. Αλλά επειδή Θεός σας το λέω δεν υπάρχει, ανοίγει το στόμα του και ό,τι λέει είναι φιλοσοφημένο και μετρημένο και δεν λέει και πολλά. Μόνο όσα πρέπει και έχει και μυαλό ξυράφι και είναι και ταλεντάρα στα εικαστικά. Ήμαρτον, όλα λειτουργούν σαν καλοκουρδισμένο ρολόι. Έχει τελειώσει ήδη την Καλών Τεχνών και έχει πάρει μέρος σε πάνω από πέντε εκθέσεις σε μουσεία και γκαλερί στην Θεσσαλονίκη όπου και ζει. αλλά και στην Αθήνα και τρέχει με τέρμα τα γκάζια με τη νιότη του και όλους αυτούς τους κρυμμένους άσσους στο μανίκι του. Ξεκινάω τη συνέντευξη με ένα μου «αχ!». Με ρωτάει αν πονάω κάπου. Του είπα ότι έφαγα πολύ και βάρυνα. Καλή χώνεψη λέει και πώς να του ομολογήσω ότι όλο αυτό το πολύ του δεν χωνεύεται με μια γκαζόζα.

Paris G. 5

Και ενώ του κάνω ερωτήσεις κι απαντάει, μετά σκέφτομαι ότι ένα κείμενο ροής θα του ταίριαζε καλύτερα γιατί και αυτός ποτάμι είναι και μάλιστα, από αυτά τα ερμητικά. Δείτε τι εννοώ.

Ο Πάρης γεννήθηκε το 1990 στις Σέρρες. Μοναχοπαίδι με γονείς που κάνουν όπως είπε για εκατό γονείς μαζί γιατί είναι υποστηρικτικοί και πιο κουλ δεν γίνεται.

Στις Σέρρες περνάει -όπως χαρακτήρισε τα παιδικά χρόνια- «νοστιμούτσικα». Ήταν πολύ του δρόμου, μικρό χαμίνι «και χρειαζόταν και λίγη αλητεία, γιατί στην έπεφταν από παντού διάφοροι» μου λέει και έχει και έναν τσαμπουκά στο μάτι. «Μια φορά είχα κάνει μια μαλακία και με κυνηγούσαν κάτι Ρώσοι και τελικά έσκασα πάνω σε ένα τοίχο γιατί κοιτούσα πίσω. Έσκασα σαν καρτούν, άνοιξαν μύτες, κεφάλια, τελικά με πήγαν οι Ρώσοι, στο νοσοκομείο σηκωτό. Την δική τους δουλειά την είχε κάνει ο τοίχος και μάλιστα με το παραπάνω. Και μου δείχνει το κεφάλι του που είναι γεμάτο ράμματα. «Μικρό άτακτο αγόρι, αυτό ήμουν».

Με τη ζωγραφική και τα εικαστικά, όμως, ήθελε να ασχοληθεί από πάντα. Νιώθει ακόμα και σήμερα ότι είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να είναι χρήσιμος.

Το ταλέντο του το είχε διακρίνει μια δασκάλα από την Κύπρο στην έκτη δημοτικού , το ίδιο ταλέντο τον βοήθησε να πάρει βραβεία σε πολλούς σχολικούς διαγωνισμός και στο λύκειο, αλλά έδινε τις ζωγραφιές του σε άλλα παιδιά και κατέβαινε στο διαγωνισμό με τα δικά τους ονόματα, γιατί δεν του άρεσε να ’ναι μπροστά και να φαίνεται. Στην Σχολή Καλών Τεχνών της Θεσσαλονίκη φοίτησε με πολύ ενθάρρυνση και στήριξη πολλών καθηγητές του. Θυμάται να περνάει όλη του τη μέρα μέσα στα εργαστήρια. «Οι καθηγητές δεν κοιτούσαν το ταλέντο, αλλά την προσπάθεια, πόσο πολύ δούλευες πάνω σε κάτι». «Με κλανιές δεν ζωγραφίζεις» του λέω και γελάειParis G. 7

Πλέον, όμως, το ταλέντο δεν τον αφορά. «Μπορείς να ζωγραφίζεις και να μην έχεις καν καλό χέρι, άλλα πράγματα μετράνε, είναι μια δουλειά που απαιτεί πολύ αφοσίωση θέλει σεβασμό και έχει ανοίξει πολύ το φάσμα. Καλύτερα να ’σαι πολυσυλλεκτικός, από το να επαναπαυτείς σε ένα ταλέντο και να μην έχεις εξέλιξη». Στη Θεσσαλονίκη ζει τα τελευταία πέντε χρόνια, αλλά τα φοιτητικά του χρόνια δεν ήταν και τα πιο ανέμελα. Συχνά έμενα και δέκα ώρες στα εργαστήρια και στον ελεύθερο χρόνο του δούλευε σαν μπάρμαν ή σαν «πόρτα» σε νυχτερινά μαγαζιά, προκειμένου να συντηρεί ο ίδιος του εαυτό του .« Ήθελα από πολύ νωρίς να έχω αυτό το αίσθημα ανεξαρτησίας και ελευθερίας. Μόνο αν καταφέρεις να συντηρείς τον εαυτό σου το έχεις κερδίσει, άλλωστε, αν αφαιρέσω το ενοίκιο μπορώ να ζω με πολύ λίγα χρήματα, είμαι ολιγαρκής. Τα 400 ευρώ είναι για μένα αρκετά για να περάσω ένα μήνα». Τον ρωτάω αν ένας νέος καλλιτέχνης μπορεί να ζήσει κάνοντας μόνο την τέχνη του.

«Δεν σκέφτομαι έτσι. Μέσα στη τέχνη δεν βάζεις τη λέξη βιοπορισμό, αλλά κάνεις το κέφι σου. Κοιτάς να βγάζεις τα προς το ζην όπως μπορείς και δεν περιμένεις να σε ζήσει η τέχνη Ίσως με ζει στα σαράντα μου. Τι θα γίνει μέχρι τότε, δεν θα έχω να φάω; Ή θα εγκαταλείψω αυτό που αγαπώ; Βρίσκεις τρόπο να τα συνδυάζεις όταν αγαπάς κάτι, δεν το βλέπεις ποτέ σαν θυσία, αλλά σαν ο τρόπος σου να υπάρχεις».

Η Θεσσαλονίκη ούτε του αρέσει ούτε δεν του αρέσει, δεν κρίνει έτσι ένα τόπο με κριτήρια μ’ αρέσει δεν μ αρέσει, αλλά κοιτάει να κάνει την δική του πραγματικότητα τέτοια που να περνάει καλά, ανεξάρτητα συνθηκών. « Εγώ φτιάχνω τις συνθήκες και όχι εκείνες εμένα» λέει. Φίλους έχει, αλλά δεν ξέρει πόσοι τον έχουν καταλάβει στο εκατό τοις εκατό του. Ένας τύπος που συνεργάστηκε κάποτε και που τον γνώρισε για πολύ λίγο του έκανε ένα πολύ ικανοποιητικό ψυχογράφημα. «Με κατάλαβε χωρίς να πούμε πολλά. Όταν πρωτογνωρίζεις έναν άνθρωπο μπορείς να τον καταλάβεις, φτάνει να τον παρατηρήσεις». Για την ζωγραφική δεν μιλάει πολύ. Του τα βγάζω με το τσιγκέλι και ούτε θέλει να δείξει πολλά έργα του. «Αν θέλει ο άλλος, ας ψάξει να με βρει. Οι πολλές πληροφορίες οδηγούν σε ένα είδος κορεσμού. Βρίσκω κουραστικό να αναλύεις την ίδια την τέχνη. Ας πούμε ότι αυτό το διάστημα ασχολούμαι αρκετά στο έργο μου με τον ρατσισμό. Αυτό αρκεί». «Και γιατί με τον ρατσισμό; Δεν είσαι μετανάστης». «Τον ρατσισμό τον συναντάς παντού, δεν χρειάζεται να ’σαι μετανάστης».

Paris G. 2

Την αγάπη την βρίσκει μικροαστικό συναίσθημα αλλά ο έρωτας «ναι, μάλιστα, μπορεί να σε απορυθμίσει και είναι ωραία αυτή η απορύθμιση, ακόμα και αν δεν έχει ανταπόκριση. Το ζητούμενο είναι αυτό που συμβαίνει σε σένα». Δέχεται όλες τις ανθρώπινες συμπεριφορές και λέει ότι σχεδόν τίποτα δεν τον σοκάρει και δεν τον ενοχλεί. «Δεν νευριάζω σχεδόν με τίποτα. Παρατηρώ τις ανθρώπινες συμπεριφορές κάπως από απόσταση. Όλα είναι μέρος ενός παιχνιδιού».

Από συγγραφείς του αρέσει ο Μπουκόφσκι. Έχει ξεκινήσει με το «Ημερολόγιο καθημερινής τρέλας» και του αρέσει που λέει τα πράγματα με μεγάλη οικονομία, αφιλτράριστα. Στο κινηματογράφο έχει κόλλημα με τον Κιούμπρικ το Φουλ Μέταλ Τζάκετ το έχει δει πολλές φορές, αλλά ο πραγματικά αγαπημένος του είναι ο Λιντς. Θεωρεί μάλιστα ότι ο Λιντς έχει επηρεάσει καθοριστικά και το έργο του. Ωστόσο, δεν θα ήθελε να τον γνωρίσει από κοντά . Ίσως μια συνάντησε τον απομυθοποιήσει και του αρέσει να ζει με τις εικόνες που εκείνος έχει σχηματίσει στο μυαλό του. Του αρέσει να ταξιδεύει, του αρέσει να φτιάχνει κοκτέιλ και το δικό του αγαπημένο ποτό είναι καμπάρι, με λίγο τζιν.

Όταν μιλάει για τα εικαστικά γίνεται τρομερά συγκεντρωμένος, συγκεκριμένος και μιλάει με οικονομία. Έχεις την αίσθηση ότι μιλάς με έναν ώριμο άντρα, ίσως γιατί η δουλειά που επέλεξε είναι αυτό που γουστάρει να κάνει στη ζωή του περισσότερο. Του αρέσει να παρακολουθεί ειδήσεις, αλλά μόνο σερφάροντας στο ίντερνετ και δεν βλέπει σχεδόν ποτέ τηλεόραση. Περπατάει με τις ώρες, ακούει μουσική, χορεύει και το τελευταίο καιρό κάνει και λίγο μόντελινγκ για το χαρτζιλίκι του. «Μ αρέσει από τη μια το βάθος και από την άλλη η επιφάνεια. Από την μια στα εικαστικά είμαι εγώ ο δημιουργός, ενώ στο μόντελινγκ είμαι σαν το πινέλο, είμαι το υλικό για τη δημιουργία. Πλάκα έχει όλο, όσο πάει θα το πάω». Τον ρωτάω αν φοβάται κάτι. Τον θάνατο μου λέει, γι’ αυτό δεν κάνουμε ό,τι κάνουμε; Για να ξεχνάμε αυτόν τον αφανισμό το τέλος».

soldier miniatur paris  1 (1) 1450717_10203246398023230_272413009_n
Picture 002 IMG_3766 (1) IMG_3793 copy 1459961_10202780293490908_1731335464_n

«Να μην πεθάνεις ποτέ, ρε Πάρη», του λέω και εγώ αυθόρμητα και η συνέντευξη κλείνει ακριβώς όπως ξεκίνησε με ένα αχ.

Υ.Γ επειδή πάντα έχω και το αστρολογικό χούι, να ενημερώσω ότι ο Πάρης είναι και Σκορπιός (ο νοών νοείτω).

Κείμενο: Τζούλη Αγοράκη
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Ακρίβος