Την προηγούμενη βδομάδα, ένα βράδυ μετά τις τρεις τα ξημερώματα, βρέθηκα αντιμέτωπος με μερικά ερωτήματα που συχνά ταλανίζουν τους νέους. Άρχισα να αναρωτιέμαι για το θάνατο, για την ελπίδα, για την κατάθλιψη, για την τρέλα, για τη βία, ακόμα και για την αγάπη. Τι είναι αυτές οι μικρές λέξεις, τι σημαίνουν και πώς μπορείς να καταλάβεις την τρέλα; Ήμουν αναστατωμένος. Μια ώρα αργότερα βρέθηκα σε ένα μπαλκόνι με φίλους και ξεκινήσαμε τις συζητήσεις. Παίζαμε ο καθένας μας και από έναν ρόλο, άλλος έκανε τον Σωκράτη και άλλος τον Πλάτωνα, προσπαθούσαμε να δώσουμε απαντήσεις, ή καλύτερα λύσεις σε πράγματα που μας βασανίζουν το μυαλό. Την επόμενη μέρα είχα συμπεράνει ότι δεν υπάρχει ελπίδα, όλα στην Ελλάδα είναι στάσιμα, τίποτα δεν θα αλλάξει, πρέπει να φύγουμε από εδώ το συντομότερο. Σιγά-σιγά οδηγούμαστε όλο και πιο βαθειά σε ένα τούνελ δίχως μια ένδειξη φωτός, δίχως ένδειξη ελπίδας, δίχως ένδειξη ζωής. Θυμήθηκα ένα βιβλίο της Φωτεινής Τσαλίκογλου που είχα διαβάσει -«Το μέλλον ανήκει στην έκπληξη» λεγόταν- και ακολούθησαν και άλλα πιο παλιά και πιο καινούρια. Το «Μήπως;» με την υπέροχη Μαργαρίτα Καραπάνου, το «Όλα τα ναι του κόσμου» και το «8 ώρες και 35 λεπτά». Μέσα από τα βιβλία της η καθηγήτρια ψυχολογίας και συγγραφέας απαντά σε ερωτήματα που όλος ο κόσμος, όλοι οι νέοι έχουν συζητήσει. Ο θάνατος, η ζωή, η ελπίδα, η τρέλα, η βία, η λογοτεχνία, η ψυχανάλυση, και πάλι η αναζήτηση της ελπίδας, το πιο σημαντικό πράγμα για εκείνη. Όταν τη συνάντησα είχα στο μυαλό μου ότι θα  βρεθώ απέναντι σε έναν θηλυκό Φρόιντ που θα με βάλει να ξαπλώσω σε έναν καναπέ και η ψυχανάλυση θα ξεκινήσει. Καμία σχέση. Η Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι ο πιο ευγενικός και καλοσυνάτος άνθρωπος που έχω γνωρίσει. Στο τέλος της συζήτησης μου ήρθαν στο μυαλό οι φοιτητές της. Πόσο τυχεροί είναι. Όλοι μας θα θέλαμε να είχαμε μια καθηγήτρια σαν εκείνη, την πιο καλή, την πιο γλυκειά, αυτή που θα μας μιλάει για οτιδήποτε και εμείς θα κάναμε ένα κύκλο γύρω της για να την ακούσουμε προσεκτικά.

Foteini Tsalikoglou 7

Κυρία Τσαλίκογλου, διδάσκετε και γράφετε παράλληλα πάρα πολλά χρόνια. Μπορείτε να πείτε πλέον με σιγουριά τι σας αρέσει να κάνετε περισσότερο, τι σας εκφράζει περισσότερο η συγγραφή ενός βιβλίου ή η διδασκαλία στα αμφιθέατρα;
Δεν τα ξεχωρίζω. Η λογοτεχνική γραφή με βοηθά να έχω μια άλλη διαθεσιμότητα. Μου κεντρίζει την περιέργεια, την απορία, με κάνει να είμαι ανοιχτή σε έναν άλλο λόγο που δεν ζητάει μόνο να αποδείξει αλλά να εμπνεύσει, να διακινήσει στον  φοιτητή εκτός από στοχασμό  και συναίσθημα. Οι λογοτεχνικοί ήρωες με βοηθάνε να είμαι πιο ανοιχτή στην ακρόαση του άλλου. Ας πούμε του φοιτητή. Δεν ξέρω αν ισχύει, πάντως εγώ έτσι τουλάχιστον θέλω να πιστεύω.  Δεν θα μπορούσα να ήμουνα η ψυχολόγος που είμαι αν δεν έγραφα τα μυθιστορήματα που γράφω. Για καιρό ήμουν διχασμένη, ένοιωθα ότι κλέβω χρόνο από το πανεπιστήμιο και τον αφιερώνω στη λογοτεχνία, όμως εδώ και κάποια χρόνια έχω εντάξει στο πρόγραμμα σπουδών το μάθημα «κλινική ψυχολογία μέσα από τη λογοτεχνία και την τέχνη» και κατάφερα να δω στην πράξη πώς και πόσο μπορεί να συναντηθεί ο λόγος της ψυχής με το λόγο της τέχνης. Εκτός από την αισθητική απόλαυση, η λογοτεχνία προσφέρει και μια άλλη  γνώση της ανθρώπινης ύπαρξης. Αν καταφέρεις να εμφυσήσεις στον φοιτητή, στον μελλοντικό ψυχολόγο, την αγάπη για τη λογοτεχνία μπορείς μεταξύ πολλών άλλων να του καλλιεργήσεις και την ενσυναίσθηση. Τη δυνατότητα συναισθηματικής  συμμετοχής στο βίωμα του άλλου. Κάτι πολύτιμο δηλαδή για τη δουλειά του.

Στο βιβλίο σας «Το μέλλον ανήκει στην έκπληξη» συνέχεια κάνετε αναφορά στην λέξη «ελπίδα». Πιστεύετε ότι έχουμε πάψει να ελπίζουμε; Να κυνηγάμε την ελπίδα;
Ναι. Η ελπίδα είναι ο μεγάλος αγνοημένος της εποχής αυτής, ο μεγάλος άγνωστος και το μεγάλο ζητούμενο. Η απουσία της παγώνει το μέσα μας, υπονομεύει την ψυχική υγεία. Εγκλωβίζει το παρόν και σε εμποδίζει να ονειρευτείς το αύριο.  Η ελπίδα είναι μια δύναμη που σε ωθεί να μην καταθέτεις τα όπλα. Μια δύναμη που σε πείθει ότι σε πείσμα όλων των καιρών, σε πείσμα όλων των καταστάσεων, μια επόμενη μέρα θα ανθίσει. Η ελπίδα σήμερα πάσχει, παγωμένα πρόσωπα, παγωμένες σκέψεις, παγωμένα συναισθήματα τριγύρω και μέσα μας. Κι όμως η ισχνή φλογίτσα της ελπίδας τελεί υπό συνεχή δυνατότητα αναζωπύρωσης.

Τι μπορούμε να κάνουμε εμείς για αυτό, πως μπορούμε να το αλλάξουμε ειδικά σε αυτή τη δύσκολη εποχή που βιώνει η χώρα μας;
Συνταγές ελπίδας δεν υπάρχουν. Είναι σαν το στοίχημα του Πασκάλ με το Θεό. Πίστεψε σε αυτή την επόμενη μέρα. Ακόμα κι αν όλα τα σημάδια είναι ενάντια. Αν κερδίσεις στην πρόβλεψη, τα έχεις όλα κερδίσει. Αν χάσεις , δεν χάνεις τίποτα. Τι είχες; Τι έχασες; Είναι θέμα δική σου απόφανσης και δέσμευσης με την επιθυμία σου. Να επιτρέψεις στον εαυτό σου να μην φοβηθεί την ελπίδα. Έχουμε φτάσει στο σημείο να τρέμουμε την ελπίδα μήπως και απογοητευθούμε. Το ρίσκο της αποτυχίας  όμως είναι εκείνο που μας σώζει τελικά από την αποτυχία.

Τι συμβουλή θα δίνατε στους νέους που βλέπουν την κοινωνία να τους παραγκωνίζει και το πολιτικό σύστημα να τους θυμάται μόνο κατά τη διάρκεια των εκάστοτε εκλογών;
Εγώ θα προτιμούσα να παίρνω συμβουλές από τους νέους παρά να δίνω συμβουλές σε αυτούς. Νομίζω ότι οι νέοι δεν έχουν δα και τόση ανάγκη από τις δικές μας συμβουλές. Τα λόγια έχουν κουραστεί και έχουν κουράσει. Ξέρεις, πιστεύω ότι έχουν μπουχτίσει οι νέοι από συμβουλές και λόγια και καθοδηγήσεις, δεν είναι αυτό που τους χρειάζεται. Πράξεις και στάσεις ζωής αναζητούν. Μπορούν και να τα καταφέρουν από μόνοι τους και χωρίς τα λόγια τα μεγάλα μας.

Μια και αναφερθήκαμε  στη κρίση που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα, πιστεύετε ότι έχει φέρει μόνο αρνητικά στοιχεία η και θετικά που διακρίνονται δύσκολα;
Υπάρχουν και τα δυο και σε υπερβολικό βαθμό. Έχουν καταστραφεί ζωές ανθρώπων αλλά υπάρχουν και άνθρωποι που έχουν δει αλλιώς τη ζωή τους, έχει ενισχυθεί μέσα τους μια άλλη αίσθηση απεύθυνσης στον άλλο, μια άλλη μορφή συλλογικότητας, μια άλλη επιθυμία ενδυνάμωση δεσμών. Υπάρχουν  σχέσεις που έχουν καταστραφεί αλλά υπάρχει και η επιθυμία να χτιστούνε σχέσεις ανθεκτικές, να φροντίσουμε παραπάνω τις σχέσεις μας. Υπάρχει ένα πολύ σκοτεινό κομμάτι που έχει βγει στην επιφάνεια με την κρίση, κάτι σαν «νύχτα» υπάρχει όμως και ένα «φως», ένα ξέφωτο. Η κρίση έχει υποδαυλίσει το διπλό των πραγμάτων που έτσι κι αλλιώς χαρακτηρίζει το είναι μας. Αυτό το αγγελικό και μαύρο φως έχει αναδείξει η κρίση. Μας απομακρύνει έτσι από την αυταπάτη της μονοχρωμίας. Από την άλλη η κρίση έχει προκαλέσει  και μία αφυπνιστική λειτουργία, υπάρχει κόσμος που είναι σαν να ξύπνησε μέσα από έναν λήθαργο. Γιατί αυτή η ευμάρεια  της μεταπολιτευτικής φάσης είχε και μια αφασία μέσα, μια αίσθηση ότι τα πράγματα θα είναι για πάντα έτσι, μέσα σε μία πλασματική και πλαστική αφθονία. Πάντως  δυσκολεύεσαι να πεις ότι έχει και καλά στοιχεία αυτή η κρίση όταν ξέρεις πόσοι άνθρωποι πεθαίνουν όχι μόνο βιολογικά αλλά και ψυχολογικά, υπαρξιακά, εργασιακά . Υπάρχει μια σκιά θανάτου που παραμονεύει.

Foteini Tsalikoglou 6

Οι φοιτητές σας τι σας ρωτάνε στο αμφιθέατρο, πόσο τους απασχολούν αυτά;
Όσο και να ταλαιπωρούνται το μέλλον είναι ανοιχτό μπροστά τους. Και το τελευταίο που αξίζει να κάνουμε εμείς είναι να τους το σκεπάζουμε. Να τους μεταφέρουμε την αίσθηση ενός κλειστού, σαν χτισμένο παράθυρο, μέλλοντος.

Ένα άλλο σας βιβλίο, πολύ όμορφο κατά τη γνώμη, η νουβέλα «Όλα τα ναι του κόσμου» θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κάποιος παραμύθι για μικρούς αλλά και μεγάλους. Πώς αποφασίσατε να γράψετε ένα παραμύθι;
Είναι ψεύδο-παραμύθι. Πραγματεύεται πράγματα  σκοτεινά όπως είναι ο θάνατος, ο αποχωρισμός, ο ανεκπλήρωτος έρωτας και ένα πολύ διαφορετικό μεγάλωμα την μικρής πρωταγωνίστριας μέσα σε ένα περιβάλλον, μιας μεγάλης επιτρεπτικότητας μέσα από μία μοναδική σχέση που έχει με τη γιαγιά της. Καμία φορά μια μικρή ιδέα φτάνει για να ξεκινήσει να ξετυλίγεται το κουβάρι του μύθου. Ας πούμε στο συγκεκριμένο παραμύθι σκέφτηκα ότι η λέξη « γιά – γιά» είναι στα γερμανικά δυο φορές το ναι- ναι. Μου ήρθε ξαφνικά μια κατάφαση, το ναι αναδιπλασιασμένο, το οποίο κάπου μπορεί να ακυρώνει το θάνατο αυτή η συγκεκριμένη γιαγιά και  έτσι  ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο.

Η σχέση που δημιουργείται στο βιβλίο μεταξύ της μικρής ηρωίδας της Ελένης, με τη γιαγιά της είναι πολύ ιδιαίτερη, προχωρημένη, θα λέγαμε είναι σχεδόν ερωτική η σχέση που δημιουργείται.
Είναι σαν έρωτας και ολίγον σαν απαγορευμένος έρωτας γιατί έχει πολλές παρεκτροπές και παρεκκλίσεις από το κανόνα. Αλλά νομίζω δεν είναι επικίνδυνα αυτά τα πράγματα. Καμιά φορά σε βοηθάνε  να μεγαλώσεις πιο ολοκληρωμένα, με μια αίσθηση εμπιστοσύνης στον εαυτό σου και στη γενναιοδωρία των πραγμάτων γύρω και μέσα σου.

Εγώ θεωρώ ότι είναι μια πολύ όμορφή και ουσιαστική σχέση. Αλλά υπάρχουν αυτές οι σχέσεις σήμερα στην Ελλάδα που είναι μια συντηρητική χώρα, και ας βρίσκεται στον 21ο αιώνα.
Νομίζω, ναι, υπάρχουνε. Μπορεί να είναι σπάνιες αλλά εγώ θέλω να πιστεύω ότι υπάρχουνε.

Στο συγκεκριμένο βιβλίο βλέπουμε τη γιαγιά της μικρής Ελένης να παίρνει ενέργεια μέσα από τη ζωή της εγγονής της. Την προστατεύει από τους κινδύνους και της παραδίδει με πολύ αγάπη μαθήματα ζωής. Γιατί έχουν οι άνθρωποι την ανάγκη της αγάπης και της προστασίας τόσο πολύ;
Ναι. Η ανάγκη αγάπης και προστασίας υπάρχει και αξίζει να μην την λογοκρίνουμε αυτή την ανάγκη. Δεν δηλώνει  αδυναμία, ευαλωτότητα, είναι μία ανθρώπινη ανάγκη που συχνά την καμουφλάρουμε για να δείξουμε ότι είμαστε αυτόνομοι, δυνατοί, ανεξάρτητοι.  Ψάχνουμε για μια δήθεν ελευθερία και κατασκευάζουμε τα δεσμά της ανελευθερίας μας.  Οι σχέσεις, το πλησίασμα του άλλου γίνεται μέσα  από τις ρωγμές σου, τις αδυναμίες σου. Αλίμονο αν επικοινωνούσαμε με τον άλλον μέσα από μια πλασματική αίσθηση αυτάρκειας. Θανατώνοντας την ανάγκη σου για τον άλλον προετοιμάζεις μια ανάπηρη ζωή για σένα.

Foteini Tsalikoglou 5

Στο ίδιο βιβλίο αναφέρεστε και σε μια συμμαθήτρια της Ελένης, τη Σεχίρ, ένα κορίτσι ξένης καταγωγής που βιώνει στη χώρα μας και στις τάξεις των σχολείων το ρατσισμό, την παρενόχληση,  την ενδοσχολική βία, το bulling όπως λέμε, ένα φαινόμενο που σύμφωνα με τελευταίες έρευνες έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Ποια είναι η άποψη σας;
Είναι σε έξαρση το bulling. 1 στα  4 παιδιά μπορεί να γίνει  θύμα εκφοβισμού και βίας. Η βία έχει πάρα πολλές μορφές. Η βία δεν είναι μόνο σωματική, δεν είναι μόνο λεκτική, ίσως η πιο σημαντική είναι η ψυχολογική. Η αίσθηση, ο φόβος ότι γίνεσαι υποχείριο του άλλου και δεν μπορείς να προστατέψεις το εαυτό σου. Ταυτίζεσαι  με την εικόνα του θύματος,  με την εικόνα ενός στιγματισμένου θύματος. Μπορεί   να πιστέψεις ότι κάπου φταις, ότι αξίζεις αυτό που υφίστασαι, ότι σου ταιριάζει ο εξευτελισμός. Δεν υπάρχει κάτι πιο υπονομευτικό της ταυτότητας για ένα παιδί από αυτό. Να ζει ενοχικά, να ζει μέσα στην ντροπή. Κρυμμένο από τον εαυτό του ως φταίχτης ενός φανταστικού εγκλήματος που ποτέ δεν έκανε.  Με τη σειρά του το θύμα συχνά μεταμορφώνεται σε θύτη.  Και ο φαύλος κύκλος της βίας καλά κρατεί.

Γιατί πιστεύετε ότι γίνεται αυτό; Γιατί οι άνθρωποι γινόμαστε κακοί με τους άλλους;
Είναι μία εποχή που προσφέρει απλόχερα σαν τρόπο ζωής το σενάριο της κακίας. Να ζεις μέσα από την κακία.  Είναι ένα τρόπος ύπαρξης, που  σου επιτρέπει να μην πληγώνεσαι εσύ, αλλά να πληγώνεις τον άλλον. Να μην βασανίζεσαι εσύ, να βασανίζεις τον άλλον. Είναι μια διαστροφή την αυτοπροστασίας, ένας στρεβλός τρόπος να αυτοπροστατεύεσαι εσύ και να γίνεσαι κακός με τον άλλον, να αποκτάς εσύ μια πανοπλία αναλγησίας.

Πείτε μου δυο λόγια για το βιβλίο που γράψατε με την Μαργαρίτα Καραπάνου το «Μήπως;»
Αυτό ήταν ένα βιβλίο που δεν το γράψαμε αλλά το είπαμε, το συνομιλήσαμε καλύτερα. Βρισκόμασταν και οι δυο μας κάθε πρωί, πολύ πρωί, από τα άγρια χαράματα στο Σεν Τζορτζ, στο Λυκαβηττό    καθόμασταν σε ένα τραπέζι και εκεί με έναν καφέ, ένα κρουασάν και ένα μαγνητόφωνο αφήναμε τη σκέψη μας να μας πάει όπου ήθελε, μιλούσαμε για τα πάντα, από τα πιο ας πούμε «ασήμαντα» που μπορεί να είναι ένα φόρεμα η μία κρέμα, μέχρι ας πούμε τα πιο σημαντικά που μπορεί να είναι η τρέλα, η ψυχική διαταραχή, ο εγκλεισμός, η λογοτεχνία, ο θάνατος. Πως μιλάνε δύο φίλες, ε κάπως έτσι. Στην αρχή το κάναμε λίγο σαν πείραμα, ιδέα δεν είχαμε,  αν αυτό θα είχε απήχηση,  γιατί αυτά που λέγαμε ήταν δικές μας σκέψεις, απολύτως προσωπικές και έλεγα «γιατί να ενδιαφέρουν και κάποιον άλλον;». Κι όμως ενδιέφεραν πολλούς, ίσως γιατί αυτά που λέγαμε όσο και αν ήταν προσωπικά δημιουργούσαν  μια κοινή εμπειρία. Το βιβλίο έπεισε για την αλήθεια του. Χαίρομαι που πρόλαβε το βιβλίο κι  έδωσε μεγάλη χαρά στη Μαργαρίτα, όσο ήταν καιρός.

Foteini Tsalikoglou 2

Γιατί «Μήπως;» ο τίτλος του βιβλίου;
Από μια μαρτυρία της Μαργαρίτας. Είναι σε μια ψυχιατρική κλινική έγκλειστη, σε πολύ κακή ψυχολογική κατάσταση, στα πρόθυρα της κατάρρευσης και ξαφνικά βλέπει στο παράθυρο της κλινικής ένα πουλάκι. Βλέποντας αυτό το πουλάκι αρχίζει και γίνεται μια μεταμόρφωση μέσα της και λέει «Μήπως όλα δεν είναι τελειωμένα; Μήπως υπάρχει σωτηρία ;» και το βγάλαμε «μήπως» αυτό το βιβλίο. Από τότε δεν έχω παψει να  έχω κατά νου ότι  όσο εκτυφλωτικό και να είναι  το σκοτάδι υπάρχει πάντα αυτό το μήπως.

Ήταν δική σας ιδέα αυτό το βιβλίο;
Δεν είμαι σίγουρη, δική μου δική της, από κοινού μια μέρα το αποφασίσαμε. Προσωπικά είχα μέσα μου μια αγωνία, κάτι να περισώσω από το λόγο της Μαργαρίτας, επειδή ένιωθα πως δεν θα τον είχαμε για πολύ καιρό ακόμα, και ήταν λίγο σαν να έδινα μία παράταση της ζωής.

Πώς σας ωφέλησε αύτη συνεργασία με τη φίλη σας;
Πάρα πολύ. Πάρα πολύ, γιατί ένα βασικό πράγμα που της χρωστάω ήταν το ότι με βοήθησε να ξεφύγω από την ανυπόφορη  σοβαροφάνεια και τον καθωσπρεπισμό, από την επιταγή,  «αυτά δεν τα λένε οι καθηγητές, πρέπει να προσέχεις τι λες». Στο βιβλίο μας αφήσαμε να μας κατακλύσει ένας  βιωματικός λόγος. Της χρωστάω την επιτρεπτικότητα σε μια αμεσότητα που η στενή μου σχέση της μαζί της μου χάρισε.  Είναι όπως λένε ότι «όταν συναναστρέφεσαι με έναν βλάκα γίνεσαι και εσύ ο ίδιος λίγο βλάκας» και «όταν είσαι  με έναν άνθρωπο με χιούμορ , σε εκπαιδεύει κι εσένα στο χιούμορ» όταν συνυπάρχεις και συνδιαλέγεσαι  με έναν άνθρωπο όπως η Μαργαρίτα κάτι θα σου μεταφέρει, από τη δική της ανατρεπτική αλήθεια.  Αυτό μου λείπει τώρα και αυτό της χρωστάω.

Ας έρθουμε τώρα μέσω της τέχνης του λόγου και λίγο πιο κοντά στη επαγγελματική σας ιδιότητα. Λένε ότι το γράψιμο ενός βιβλίου η ενός ημερολογίου, είναι ένας τρόπος ψυχοθεραπείας, εσείς τι πιστεύετε;
Είναι, αλλά έτσι είναι σαν να υποτιμούμε το γράψιμο που είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια θεραπευτική αγωγή, ασχέτως αν μπορείς μέσα από αυτό  να γιατρέψει την ψυχή σου. Τι θα πει γιατρειά ψυχής άλλωστε. Στόχος δεν είναι να γράφεις για να γιατρευτείς, η «έκφραση» είναι κάτι πολύ πέραν της γιατρειάς. Μπορεί να έχει σχέση και με την αποτύπωση μιας αρρώστιας, μιας οδύνης, έχει σημασία να αποτυπωθεί το ίχνος της οδύνης, της καταστροφής. Ας μην ταυτίσουμε τη λογοτεχνία, τη γραφή, τη τέχνη με μία μορφή ατομικής θεραπείας. Θα ήταν άδικο για τη τέχνη.

Για εσάς τι είναι η γραφή;
Ένα ταξίδι μύησης. Μαζί και μέσα από τους ήρωες μου να ανακαλύπτω πράγματα που τους βασανίζουν,  τους απελπίζουν, τους σαγηνεύουν. Μια συνεχής προσπάθεια ώστε  να μην είναι χάρτινοι οι ήρωες μου. Να έχουν δέρμα και σάρκα, να αναπνέουν, να ανατριχιάζουν, να ριγούν.  Είναι αυτό που έλεγε ο Προυστ ότι « τα μόνα αληθινά πρόσωπα είναι τα πρόσωπα της λογοτεχνίας». Αυτό σε βασανίζει με τη γραφή, να πλησιάσεις την αλήθεια των προσώπων που επινοείς, να βρεις τις κατάλληλες λέξεις που θα αποδώσουν όσο γίνεται, αυτό που κρύβεται πίσω από τις λέξεις. Να γεφυρώσεις το χάσμα που χωρίζει τη λέξη από το λεγόμενο.

Εάν προσέξει κάποιος στα βιβλία σας θα δει κάποια βασικά χαρακτηριστικά που αναγνωρίζουμε σε όλο το έργο σας και ιδίως στο τελευταίο σας βιβλίο «8 ώρες και 35 λεπτά»: μιλάτε για την έννοια της οδύνης, της απώλειας και του θανάτου.
Είναι αλήθεια. Το τελευταίο μου βιβλίο εξελίσσεται μαζί με την ιστορία του τόπου μας. Ξεκινάει με τη Μικρασιατική καταστροφή και φτάνει μέχρι το σήμερα. Δεν έχω ξαναγράψει ποτέ μου ένα βιβλίο που να είναι τόσο αγκιστρωμένο στην ιστορική πραγματικότητα και ταυτόχρονα τόσο φευγάτο από αυτή. Έχω την αίσθηση ότι αυτή η εποχή μας παρακινεί να τοποθετηθούμε απέναντι στην ιστορία της χώρας μας. Πολλά πράγματα που έχουν σημαδέψει αυτόν το τόπο έχουνε μείνει σαν ανοιχτά τραύματα, δεν τα έχουμε επεξεργαστεί και συνεχίζουνε κάπου να στοιχειώνουν το μέσα μας. Υπάρχουν ακόμα πολλά διχαστικά και φορτισμένα σημεία της ιστορίας που σαν υπόγεια ρεύματα συνεχίζουν να επηρεάζουν τις ζωές μας. Θέλησα να αφηγηθώ την ιστορία μιας οικογένειας που μέσα στο αίμα της κυκλοφορεί η ιστορία της απώλειας, των τραυμάτων, της μετανάστευσης, των απαγορευμένων μυστικών, της αυτοθυσίας, της αυτοχειρίας των παράνομων ερώτων. Μια αλληγορία για τα πάθη του τόπου και της ψυχής μας. Τα τραύματα ομιλούν πληρέστερα  για εμάς απ ότι τα επιτεύγματα μας.

Γιατί πιστεύετε ότι έχετε τόσο μεγάλο γυναικείο κοινό; Κάθε χρόνο οι διαλέξεις σας, στο Μέγαρό μουσικής γεμίζουν την αίθουσα πλειοψηφικά οι γυναίκες.
Και εγώ τις αγαπώ, ίσως για αυτό. Κοίταξε, δεν ξέρω, δεν το έχω σκεφτεί. Και στο τμήμα ψυχολογίας που διδάσκω πάλι υπερτερούν οι γυναίκες, δεν θέλω να πιστεύω ότι αυτό γίνεται διότι γράφω γυναικεία λογοτεχνία, δεν πιστεύω ότι υπάρχει αυτό που λέμε γυναικεία λογοτεχνία. Είμαστε δίφυλοι όταν γράφουμε, δηλαδή έχεις και τα δύο φύλα μαζί. Ίσως έχει να κάνει με μια μαθημένη συμπεριφορά του φύλου μας. Το «Είμαι γυναίκα» επιτρέπει περισσότερο την έκφραση, την ανάδειξη των ρωγμών μέσα σου, δεν λογοκρίνει τις αδυναμίες σου ακόμα και τη θλίψη σου. Έχουμε μάθει αυτά τα πράγματα να είναι πιο πολύ συνδεδεμένα με τη γυναικεία ύπαρξη, άρα η γυναίκα όταν επιτρέπει στον εαυτό της να είναι μελαγχολική, να είναι καταθλιπτική, είναι πιο κοντά σε αυτό που έχουμε μάθει να ονομάζουμε γυναίκα, σαν κοινωνική κατασκευή. Ο άνδρας θεωρεί ότι προδίδει τον ρόλο του όταν θα εκφράσει ένα παράπονο, θα ζητήσει μια βοήθεια, θα αφήσει να φανεί μια ρωγμή. Ναι, δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα έγραφε στη θέση μου αυτά που γράφω εγώ, έτσι όπως τελικά τα γράφω κάποιος…Φώτης Τσαλίκογλου.

Βλέπουμε  το τελευταίο διάστημα πολλοί νέοι αρχίζουν και φεύγουν μετανάστες στο εξωτερικό, πολλοί μαζί με τις οικογένειές τους για ένα καλύτερο μέλλον. Ποια είναι η γνώμη σας για αυτό;
Αυτό πάντα συνέβαινε, αλλά υπάρχει μια μεγάλη διαφορά και είναι θλιβερή. Ότι όταν παλαιά φεύγανε είχανε στο νου να επιστρέψουν, τώρα φεύγουν για να φύγουνε. Φεύγουν διωγμένοι από αυτή τη χώρα και όπως έλεγε μια φοιτήτριά μου «δεν φεύγω εγώ από τη χώρα, η χώρα μου φεύγει από μένα». Για πολλά παιδιά η χώρα αυτή αρχίζει και λειτουργεί σαν άστοργη μητριά και όχι σαν μια μητέρα την οποία αποχωρίζεται για ένα διάστημα και θα επιστρέψει πίσω. Η επιστροφή είναι θολή στο μυαλό αυτών που φεύγουν. Για μένα αυτό είναι το πιο δυσάρεστο. Η χώρα αυτή πρέπει κάτι να γίνει, να επανακτήσει την σημασία και την αξία που δεν έπαψε να έχει. Πρέπει από μητριά να ξαναγίνει μητέρα, αυτό είναι το  μεγάλο στοίχημα της μεταμνημονιακής Ελλάδας. Πρέπει να επανακτήσει τη χαμένη της αξία, τη χαμένη της υπερηφάνεια, το δεσμό που είχαμε μαζί της.

Θα γίνει αυτό κάποια στιγμή;
Εγώ θέλω να πω ένα απερίφραστο χωρίς να το αλλοιώσω, ναι. Ένα σκέτο, ναι, θα ήθελα εδώ να πω.

Κείμενο: Τάσος Αντωνόπουλος
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Ακρίβος