Πού πάει ο πόνος τις γιορτές; Ένα αποκλειστικό, χριστουγεννιάτικο διήγημα του Μάριου Περράκη.

 

Πρώτη ημέρα Χριστουγέννων και ο αλλόκοτος κύριος Τζο ήταν έτοιμος να επισκεφθεί τη φίλη του την κυρία Γ.
Λίγο πριν βγει απ’ το σπίτι του, χάζεψε το διακριτικά αλλά γιορτινά πακεταρισμένο δωράκι της, κάπως περήφανος για το γούστο του αλλά και εγκάρδια γενναιόδωρος με το γούστο του εμπνευστή του περιτυλίγματος. Η κυρία Γ. είναι το ίδιο μοναχική μ’ αυτόν αλλά διακριτικά κοινωνικά ιδιοφυής, κάτι που σπρώχνει την φαντασία του στο δρόμο ότι η σχετικά καινούργια  του φίλη,  για κάποιο παράξενο και κάπως μαγικό τρόπο, θυσίασε το ταλέντο της και πλέον μόνη της ονειροπολεί, καθιστώντας αδύνατο να συλλάβουμε το αν της λείπουν οι άνθρωποι και οι αρετές τους. Παραμένει ένα ονειρικό μυστήριο η στάση ζωής της για τον αλλόκοτο κ. Τζο και σχεδόν πηγή έμπνευσης για τις ατελείωτες ώρες που ονειροπολεί καθημερινά και ίσως με αυστηρότητα, θα λέγαμε, ότι είναι ξεκομμένος απ’ την γιορτή μας.

Βγαίνοντας  από το σπίτι του, στιγμιαία αποφάσισε να πάρει ταξί, αν και τον βόλευε και το τρένο. Όταν έδωσε με αυστηρότητα αλλά ακρίβεια τις οδηγίες, ο οδηγός τον ρώτησε, αφού έκανε ξεκάθαρο ότι κατείχε την διαδρομή, πώς πέρασε τη μέρα του.  Δεν ήταν ετοιμόλογος και στην πραγματικότητα δεν πολυήθελε να απαντήσει, αλλά, επειδή ήταν πλέον έμπειρος συνομιλητής ανθρώπων που αδυνατούν να συλλάβουν τις λεπτές αποχρώσεις της ζωής, ξεμπέρδεψε ιδιοφυώς με τον επίλογο (που φυσικά και είχε αποστηθίσει απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή) του 623σέλιδου μυθιστορήματος «Ο Χαμένος Μπή».
Ο οδηγός δεν απάντησε κάτι, φέρνοντας σε αθέμιτη σύγχυση τον κ. Τζο. Και μάλλον η σιωπή θα επικρατούσε, αν δεν σταμάταγαν το όχημα ένας μπαμπάς με μια κόρη.

 

CAM00032mmmm

 

Με την άκρη του ματιού, ζύγισε με το πρωτόγονο ταλέντο του να υπολογίζει με εξοργιστική ακρίβεια την ηλικία των συνανθρώπων του. «Να ξέρεις Π. πως η μαμά σου, αν και θορυβημένη, αξιολόγησε θετικά την παρόρμησή σου να πάμε φαγητό στους άστεγους. Και φυσικά μετά, αμέσως μετά, επικρότησε και μένα που φρόντισα να μαθευτεί το πού θα είμαστε για να έρθουν όσο  το δυνατόν περισσότεροι».

Ο κ. Τζο παρατήρησε πως το κοριτσάκι κράταγε ένα σχετικά μικρό ταψί, καλυμμένο με αλουμινόχαρτο. «Αισθάνομαι λίγο σαν τον Ρομπέν των Δασών» είπε το κοριτσάκι, μ’  ένα τρόπο που φάνηκε στον παρατηρητή τους  πως ήταν μια σκέψη  αστεία, προδίδοντας μια σύγχυση.  Αθώα αλλά και σοφή μαζί. «Η μάνα σου μου είπε πως κληρονόμησες απ’ τον πατέρα της την αίσθηση της υγιούς αλληλεγγύης. Δεν της απάντησα. Απλά την ρώτησα αν έχει ακόμα το βινύλιο με τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια του Bing Crosby» είπε σχετικά παθιασμένα ο μπαμπάς. «Και τι σου ’πε;» ρώτησε η κόρη και ο μπαμπάς της χάιδεψε το κεφάλι.

Κατεβαίνοντας από το ταξί ο κ. Τζο, ήδη δεμένος και με τους δύο, και κάπως μελαγχολικός, σκεφτόμενος πως δεν θα τους ξαναδεί. Ποτέ! Χτυπώντας το κουδούνι της φίλης του, της κυρίας Γ. αναρωτήθηκε για το πού πάει ο πόνος τις γιορτές…

 

CAM00038mmm