STORY #06

Ο Φ. ήταν ο πιο ενοχικός νταής που είχα γνωρίσει ποτέ. Ακόμα και σε ταινίες, ακόμα και σε βιβλία. Πείραζε κάποιον σκληρά αλλά πάντα ζήταγε συγνώμη και πάντα το εννοούσε.

Φέτος είναι το πρώτο καλοκαίρι που δεν πήγα διακοπές και σκοτώνω τα απογεύματα μου με τον Φ., που όπως ισχυρίζεται δεν έχει πάει ποτέ διακοπές, γιατί πάντα δουλεύει.

Ο θείος του, που’ χουν σχετικά καλές σχέσεις, έχει ένα cafe και ο Φ. τον βοηθάει.

Με το που έκλεισε το σχολείο με παίρνει μαζί του και με έμαθε να παίζω μπιλιάρδο.

Όπως κάθε μέρα, τον περιμένω και σήμερα στο σημείο μας, για να κατηφορίσουμε μαζί προς το καφέ. Φοράω την καινούρια μου βερμούδα και το αγαπημένο μου μπλουζάκι. Τον βλέπω από μακριά να πλησιάζει με σκυμμένο το κεφάλι

«Άργησα; Δεν άργησα;» ρώτησε, χτυπώντας με μαλακά στον αριστερό μου ώμο.

Αρχίσαμε να περπατάμε και συνέχιζε να’ χει κατεβασμένο το κεφάλι και φαινόταν ότι τον βασάνιζε κάτι. Ήθελα να τον ρωτήσω, αλλά η σχέση μας είχε χτιστεί με τέτοιο τρόπο που θα ήταν παράλογο να ρωτήσω. Συνήθως τον άκουγα να μιλάει και που και που πέταγα και καμιά σοφία για να δικαιολογήσω ότι μπορώ και μιλάω. Και πάντα μου το ‘λεγε πως είμαι ο καλύτερος ακροατής που έχει γνωρίσει.

«Πάλι είδα το όνειρο γι’ αυτό είμαι έτσι» είπε συνεχίζοντας να έχει σκυμμένο το κεφάλι του.

«Ήταν εκείνος ο χοντρούλης, που ψοφάω να πειράζω, κατάλαβες ποιος;» ρώτησε και με κοίταξε.

«Ναι, θυμάμαι» είπα και έλεγα την αλήθεια.

«Ωραία! Λοιπόν, ήταν μεγάλος και έκανε ψυχανάλυση και του τη πλήρωνα εγώ, γιατί κυρίως εγώ έφταιγα για τα χάλια του» είπε και μου φάνηκε πως γυάλισαν για λίγο τα μάτια του.

«Με τρομάζει τώρα τελευταία το πόσο εθισμένος είμαι στο να πειράζω όλους αυτούς που σηκώνουν το πείραγμα. Αλλά μετά το μετανιώνω και με πιάνει ναυτία. Αρχίζω να πιστεύω ότι είμαι πολύ χειρότερος από αυτούς που πειράζω και αν με γνώριζα θα με πείραζα πρώτο από όλους. Και χωρίς ενοχές» είπε και έριξε μια ροχάλα κόντρα στον άνεμο, ρισκάροντας να τη λουστούμε και οι δύο.

Συνεχίσαμε να περπατάμε σιωπηλοί και εγώ ήμουν ανήσυχος για το που θα καταλήξει αυτό το εσωτερικό ταξίδι.

«Εμένα γιατί δεν με πείραξες ποτέ;» τόλμησα και ρώτησα.

Εκείνος σήκωσε επιτέλους το κεφάλι και μου χαμογέλασε πονηρά.

«Εσύ είσαι σαν και μένα. Ναι μεν είσαι περίεργος αλλά έχεις επίγνωση και το εκμεταλλεύεσαι. Οπότε σχεδόν μου εμπνέεις το σεβασμό» είπε και με ξαναχτύπησε στον ώμο, πιο δυνατά αυτή τη φορά.

Ο θείος του φαινόταν ανήσυχος. Μπήκαμε μέσα και κάτσαμε δίπλα του.

«Είμαι χάλια, χάλια σου λέω» πάντα απευθυνόταν στον Φ. σαν να μην ήμουνα εκεί, παρόλα αυτά δεν είχα καταλάβει αν τον ενοχλούσε η σιωπηλή μου παρουσία.

«Τι έγινε, πες μου…» είπε και άρχισε να μας φτιάχνει καφέ.

«Ξύπνησα σήμερα με υπαρξιακό άγχος και όσο και αν προσπαθώ να το δικαιολογήσω δεν καταφέρνω τίποτα» εξομολογήθηκε και άρχισε να ξεφυσάει.

Ο Ρ. μου έβαλε το καφέ μου μπροστά στο πρόσωπο μου και εγώ τον άρπαξα προσεκτικά.

Ο θείος το παρατήρησε και μετά ξεκαρδίστηκε.

Ο Φ. αμήχανος και με τον καφέ του στο χέρι, κοιτούσε μία εμένα και μία αυτόν.

«Έχεις χιούμορ ε;» μου είπε με περίσσια λάμψη στα μάτια.

Πλέον με κρατούσε από το δεξί ώμο και δεν ήμουνα σίγουρος αν περίμενε κάτι από εμένα.

«Καλά, εντάξει και η σιωπή θέλει μαστοριά, έτσι δεν λένε;» είπε και σηκώθηκε, τεντώθηκε και πήγε προς την τουαλέτα.

«Είσαι ο πρώτος άνθρωπος που κατάφερε να τον κάνει να γελάσει» είπε σοβαρά ο Φ. που καθόταν πλέον δίπλα μου.

«Εγώ προσπαθώ καιρό τώρα αλλά τα έβρισκε ανέμπνευστες χοντράδες» συνέχισε χωρίς να με κοιτάει, σκυμμένος και με το καλαμάκι σφηνωμένο στο στόμα του.

«Ξέρεις τι νομίζω; Πως είχε μια εικόνα για μένα και του φάνηκε αστείο ότι άρπαξα απότομα τον καφέ μου» είπα και ο Φ. με κοίταζε με απορία.

«Τέλος πάντων δεν με είχε ικανό να κάνω κάτι τέτοιο, γι’ αυτό και γέλασε με την καρδιά του. Ήταν μια ανατροπή, αυτό»

Ο Φ. πλέον χαμογελούσε και πίστεψα πως η εξήγηση μου έπιασε τόπο.

«Δεν είχα καταλάβει τόσο καιρό πως είσαι φιλόσοφος» είπε τελικά, καμπουριασμένος πάνω απ’ το καφέ του.

Δεν τον άκουσα να επιστρέφει, αλλά ένιωσα την παλάμη του στον ώμο μου.

«Λοιπόν λέγε, θες να δουλέψεις για μένα;» με ρώτησε διατηρώντας τη λάμψη στα μάτια του.

«Και τι θα κάνω; Δεν έχω φτιάξει ποτέ καφέ…» ρώτησα και περίμενα να δω που θα το πήγαινε.

Εννοώ μάλλον πως είχα καταλάβει πως με προόριζε για κάτι πιο δύσκολο και γοητευτικό.

«Για αρχή θα συνεχίσεις να με κάνεις να γελάω και μετά βλέπουμε. Για τους καφέδες έχουμε τον Φ. σωστά;» και μόνο όταν είπε το σωστά γύρισε προς το μέρος του Φ., ο οποίος εξακολουθούσε να’ χει το καλαμάκι σφηνωμένο στο στόμα, απλά τώρα ήταν αφηρημένος.

Μάλλον είχε χάσει πάλι το ενδιαφέρον του για την πραγματικότητα.

Μπορεί να σκεφτόταν πάλι το όνειρο με τον χοντρούλη.

 

Κάτι σαν πέτρα που κυλά

Δύο την είχαν στήσει στη μια έξοδο και οι άλλοι τρεις στην άλλη. Το ‘χαν μάθει όμως και ήταν στο προαύλιο και προσπαθούσαν να καταστρώσουν σχέδια για το πώς θα φύγουν χωρίς να τις φάνε.

«Και τώρα αφεντικό;» ρώτησε ο “ψηλός” το “μυαλό” της παρέας.

«Σταμάτα να με λες έτσι. Τίποτα ακόμα. Προσπαθώ να σκεφτώ πώς θα φύγουμε από εδώ χωρίς να τις φάμε» είπε κι έκανε μια μεγάλη τζούρα απ’ το τσιγάρο του. «Πάντως σε λίγο θα αδειάσει το προαύλιο και θα μείνουμε εμείς κι αυτοί» είπε κοιτώντας πάνω απ’ τον ώμο του την ώρα που κατέβαινε χαμογελαστή η Γ.

«Τι κάνουν τα αγόρια μου; Ακόμα να φύγετε;» ρώτησε χαλώντας τη χωρίστρα του “μυαλού”.

«Μας την έχουν στημένη οι ξέρεις ποιοί και έχουν πάλι άγριες προθέσεις» είπε χωρίς να φτιάξει τα μαλλιά του.

«Και τι θα κάνετε; Είστε δύο και είναι πέντε» είπε κι έψαχνε αναπτήρα στην τσάντα της μ’ ένα τσιγάρο να κρέμεται απ’ τα εφηβικά της χείλη.

«Κάτι θα σκεφτεί το αφεντικό. Πάντα κάτι σκέφτεται» είπε ο “ψιλός” ανάβοντάς της το τσιγάρο.

«Μπορούμε να κρυφτούμε κάπου μέσα στο σχολείο μέχρι να βαρεθούν και να φύγουν. Θα κάτσεις μαζί μας να ζήσεις και πάλι την περιπέτεια;» ρώτησε και η Γ. προσπάθησε να του φτιάξει τη χωρίστρα γοητευμένη που την υπολόγιζαν ακόμα.

 

«ΟΜΠ-ΛΑ-ΝΤΙ, ΟΜΠ-ΛΑ-ΝΤΑ»

Εκείνο το κωμικοτραγικό πρωινό και οι τρεις τους ξύπνησαν και είχαν διάρροια.

«Θα τον σκοτώσω τον παλιοφαρσέρ» σχεδόν σκέφτηκαν παράλληλα ενώ έκαναν το μπάνιο τους.

Στο σχολείο το έψαχναν σε κάθε διάλλειμα με αποτυχία έτσι την έστησαν με το σχόλασμα έξω από την έπαυλη του με σκοπό την παραδειγματική του τιμωρία.

«Ε! βλάκες! Η ζωή συνεχίζεται! Ούτε αυτό δεν έχετε καταλάβει;» τους φώναξε και εκείνοι σε έξαλλη κατάσταση άρχισαν να πετούν πέτρες στο παράθυρο από το οποίο ακούστηκε η φωνή του.