Ένα overview στον ΣτάθηΑλέξανδρο Ζούλια με αφορμή τη νέα ατομική του έκθεση και το αναπαραστατικό Χάος!

 

 O Στάθης γεννήθηκε στο Παρίσι στις αρχές του ’80 και στα τέλη του ’90 αποφοίτησε από το ελληνογαλλικό σχολείο Lycée Léonin της Νέας Σμύρνης όπου ζει μέχρι τώρα. Σπούδασε αρχιτεκτονική στην Πάτρα και την Αθήνα, ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό «Χώρος-Σχεδιασμός-Πολιτισμός» (NTUA), έχει παρακολουθήσει σεμινάρια αρχιτεκτονικής και φιλοσοφίας στην ENSAPLV στο Παρίσι στο πανεπιστήμιο Paris 8, το 2015 συμμετείχε στο διεθνές συνέδριο «Deleuze – Guattari. Refrains of freedom» στην Πάντειο. Σήμερα πραγματοποιεί ένα διδακτορικό πάνω στον Ζιλ Ντελέζ και κάποιους τομείς της Θεωρία του Χάους στο NTUA. Έχει λάβει μέρος σε workshop στα πλαίσια της Ελληνικής συμμετοχής στη Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας (2004), σε ομαδικές εκθέσεις όπως LOCUS SOLUS, μουσείο Μπενάκη (2010) «Αντί-κουλτούρα: Η ανάδυση ενός νέου κοινωνικού υποκειμένου» CAMP (2012) και «Domestic Matter» στο σπίτι-εργαστήριο μιας καλλιτέχνιδος στην οδό Πραξιτέλους 31 (2017). Από τις 31 Μαρτίου (μέχρι τις 22 Απριλίου) θα δούμε την πρώτη ατομική του έκθεση με τίτλο «Overview – Ikon» στο χώρο του Booze Cooperativa σε επιμέλεια του Θεόδωρου Δασκαλάκη.

 

 

 

 

Τα σχέδια σου φαίνεται ότι προκύπτουν μέσα από μια οργανική διαδικασία, αυθόρμητα όπως λες, μοιάζουν εμμονικά, επαναληπτικά  αλλά ταυτόχρονα επειδή εσύ τα κατευθύνεις δεν είναι τυχαίακάπου τα σταματάς. Ξεκινάς με ένα bic και καταλήγεις σε μια κόλλα χαρτί, υλικά που είναι καθημερινά, τα βρίσκεις οπουδήποτε. Σε ενδιαφέρει να κάνεις άπειρα τέτοια σχέδια ή τα ορίζεις με κάποιο τρόπο;

Μια οργανική διαδικασία σχετίζεται με τη σύσταση ενός οργανισμού, με την επιτέλεση δηλαδή μιας συγκεκριμένης διαρρύθμισης στοιχείων και λειτουργικών ρόλων. Σχέδια σαν αυτά θα τα έλεγα περισσότερο προ-οργανικά με την έννοια ότι αναζητούν τις ποιότητες από τις διεργασίες και τις ροές εκείνες που προηγούνται της διαμόρφωσης ενός οργανισμού. Υπάρχει όντως μια εμμονή στη λεπτομέρεια την όποια μάλιστα θα ήθελα να μεγεθύνω ακόμα περισσότερο. Τα υλικά που χρησιμοποιώ και που είναι σχεδόν παιδικά, με απελευθερώνουν, ακριβώς γιατί επικεντρώνομαι στην ουσία του σχεδίου, χωρίς τις δευτέρες σκέψεις και τον πανικό των δυνατοτήτων που μπορεί να προκαλεί η απειρία των διαθέσιμων υλικών. Ναι, θα μου άρεσε να δημιουργήσω μια πολύ μεγάλη σειρά τέτοιων σχεδίων, σαν μια αχανής συλλογή ψυχικών αποτυπωμάτων ωστόσο θα ήθελα κάποια στιγμή να πειραματιστώ και με αλλά πράγματα.

 

 

«Αχανής συλλογή ψυχικών αποτυπωμάτων», σαν ένας λαβύρινθος, θα έλεγα, ή είναι κάποιου είδους αυτοπροσωπογραφία;
Ναι, κατά κάποιο τρόπο θεωρώ ότι είναι ψυχογραφήματα εφ’ όσον προσπαθώ να μην σκέφτομαι τίποτα ενώ σχεδιάζω, να κρατάω το μυαλό απασχολημένο με κάτι άλλο. Συνήθως ακούω μουσική ή τηλεοπτικές συζητήσεις με καλούς ομιλητές, εννοώντας ομιλητές των οποίων ο λόγος ρέει όμορφα και απασχολούν με ευχάριστο τρόπο την εγκεφαλική λειτουργία. Είναι μια εμπειρία αντίστοιχη των σχεδίων που κάνουμε μιλώντας στο τηλέφωνο, ένα είδος υποσυνείδητου αυτοματισμού. Θα μπορούσε να είναι ένας ψυχικός λαβύρινθος όπως λες, αλλά όχι μια αυτοπροσωπογραφία.

Ποιά ήταν η αφορμή να ξεκινήσεις το διδακτορικό σου πάνω στον Ζιλ Ντελέζ και σε τομείς της Θεωρίας του Χάους και πώς η έρευνά σου εμπλέκεται με την καθημερινότητά σου και με την τέχνη σου;
Ήρθα σε μια πρώτη επαφή με τη φιλοσοφία του Ντελέζ στην διάλεξη του προπτυχιακού της Αρχιτεκτονικής (με θέμα τα σύγχρονα ερείπια των ελληνικών πόλεων) μέσα από κάποια σύντομα κείμενα που βρήκα στο internet περί της έννοιας του ριζώματος.  Μετά σιγά σιγά άρχισα να διαβάζω όλο τα έργο του και κατάλαβα ότι καλύπτει πολλές από τις θεωρητικές αναζητήσεις μου, χωρίς βεβαία να έχω κάποια ευρύτερη εκπαίδευση σε θέματα φιλοσοφίας. Έτσι, διαισθητικά σε πρώτη φάση, πρόεκυψαν και οι διάφορες διασυνδέσεις της φιλοσοφίας του με έννοιες από τη θεωρητική προσέγγιση της θεωρίας του Χάους ενώ άρχισε να δημιουργείται και ένας προσωπικός τρόπος σκέψης βασισμένος σε αυτές τις κατευθύνσεις. Σχετικά με την τέχνη μου, ο τρόπος αυτός με τον όποιο ζωγραφίζω, γεννήθηκε στα πρώτα έτη της σχολής με αφορμή ένα μάθημα εικαστικών πάνω στον ζωγραφικό αυτοσχεδιασμό βάσει μουσικής. Αυτό ήταν πολύ πριν έρθω σε επαφή με όλα τα παραπάνω και έτσι δεν φαίνεται καταρχήν να υπάρχει τόσο άμεση επαφή. Σίγουρα όμως, σχετικά με το πως εξελίχθηκε στην πορεία αυτή η τεχνική σχεδιασμού, οι φιλοσοφικές μου αναζητήσεις έπαιξαν σημαντικό ρόλο.

 

 

Το Παρίσι το επισκέπτεσαι συχνά; Λόγω σπουδών και έρευνας θα περίμενα να ζεις εκεί...
Στο Παρίσι έζησα 3 χρόνια στο πηγαινέλα, τώρα έχω να πάω απ’ το 2010, σίγουρα μου έχει λείψει αρκετά, πάντως πρέπει να πω ότι γενικά μάλλον περνάω καλυτέρα στην Αθήνα. Το Παρίσι αρχιτεκτονικά είναι εξαιρετικά ομορφότερο, εδώ όμως υπάρχουν άλλου είδους ποιότητες, περισσότερο αρχέγονες, τόσο χωρικά όσο και βιωματικά.

Ένα παράδειγμα αρχέγονου βιώματός σου στη σύγχρονη Αθήνα;
Υπάρχουν γιορτές που στήνονται στους δρόμους σε διάφορες γειτονιές σχετικά αυθόρμητα και με μια σχεδόν διονυσιακή δυναμική, καταλαμβάνοντας άναρχα για λίγο το δημόσιο χώρο,  κάτι που δεν έχω δει να συμβαίνει στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Πες μας λίγα λόγια  για την παρουσίαση που έκανες το 2015 στο διεθνές συνέδριο «Deleuze Guattari. Refrains of freedom στην Πάντειο.
Αφετηρία της μελέτης και της παρουσίασης αυτής ήταν ο εντοπισμός κάποιων γενικών συσχετισμών ανάμεσα στη  χωρική υπόσταση των χαοτικών συστημάτων και ορισμένων βασικών εννοιών της Ντελεζιανής φιλοσοφίας, διαδικασία που ξεκίνησε από το μεταπτυχιακό μου. Αναφορικά δούλεψα με δίπολα εννοιών όπως το «φαινόμενο της πεταλούδας» και η απεδαφικοποίηση (deterritorialization), οι παράξενοι φρακταλικοί ελκυστές (strange attractors) και η «οργιαστική αναπαράσταση», τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των συστημάτων κατά την είσοδό τους στη χαοτική κατάσταση και η θεωρία της Πτύχωσης. Το πλήρες κείμενο της παρουσίασης υπάρχει στο βιβλίο “Architectural and Urban reflections after Deleuze and Guattari” σε επιμέλεια Constantin V. Boundas και Vana Tentokali που δημοσιεύτηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Rowman & Littlefield.

 

 

Ο Gilles Deleuze στο Gilles Deleuze on Cinema: What is the Creative Act 1987 λέει ότι «το όνειρο αυτών που ονειρεύονται απασχολεί εκείνους που δεν μπορούν να ονειρευτούν». Στο επεισόδιο «A comme Animal» του Labécédaire στην Claire Parnet (1988-1989), λέει ότι ο συγγραφέας γράφει στη θέση του ζώου που δεν μπορεί να γράψει. Νομίζω επειδή ελίσσεται ανάμεσα σε έννοιες με μια απολυτότητα δίνει την αίσθηση του αντιφατικού. Εσύ που τον μελετάς πώς σε επηρεάζει και πώς τον βρίσκεις επίκαιρο;
Οι έννοιες αυτές του ονείρου και του «γίγνεσθαι-ζώο» (devenir animal) με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα ως προς τη χωρική τους ερμηνεία. Το κάθε όνειρο πιστεύω ότι είναι η αφορμή για μια εν δυνάμει επαφή με την ολότητα ενός κόσμου. Φαίνεται να καθοδηγείται αρχικά από κάτι που είναι γνωστό ως «ο ομφαλός του ονείρου», ένα σημείο ιδιομορφίας με βάση το όποιο δομείται η πλοκή και η εξέλιξή του, ωστόσο πιστεύω ότι αυτό το σημείο δεν είναι απαραίτητα μοναδικό αλλά στην πορεία προκύπτουν πολλαπλοί τέτοιοι ομφαλοί, δημιουργώντας ένα συνεχώς επεκτεινόμενο χωρικό δίκτυο. Φυσικά σε κάθε όνειρο υπάρχουν τόσο χρονικοί περιορισμοί που σχετίζονται με τον ανθρώπινο οργανισμό όσο και περιβαλλοντικοί παράγοντες (όπως για παράδειγμα θόρυβοι) που συνήθως το διακόπτουν είτε ομαλά είτε απότομα. Στην ιδανική του κατάσταση πάντως, όσον αφορά τη χωρική του πάντοτε υπόσταση, θα μπορούσε να είναι ένας μεταβαλλόμενος λαβυρινθώδης σχηματισμός που εξελίσσεται συνεχώς μέχρι να εξαντλήσει πολλές από τις πιθανές πτυχές ενός κόσμου. Ο τρόπος του ζώου μέσα σε έναν τέτοιο χωρικό σχηματισμό είναι ο τρόπος του να βιώνεις το χώρο με μια γνησία παιδικότητα και με μια «πρωτόγονη» αίσθηση συνεχούς επανανακάλυψης, σχεδόν ψηλαφώντας, χωρίς καμία έξωθεν και συνολική εποπτεία. Αυτή η αίσθηση είναι κάτι που αναζητώ τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή αλλά για την ώρα, τουλάχιστον όσον αφορά το βιωματικό επίπεδο, αποτυγχάνω παραδειγματικά.

Ένας καλλιτέχνης, αρχιτέκτονας ο Vito Acconci έχει πει «Σκέψου ένα κτίριο που υπάρχει μόνο πάνω σε άλλα κτίρια, σαν βδέλλα, ή μέσα σε άλλα κτίρια, σαν ιός, μόνο πάνω σε ανθρώπους σαν ένα σακίδιο, ή μέσα σε ανθρώπους, σαν ένα τραγούδι που δεν μπορείς να βγάλεις από το μυαλό σου». Εσύ Στάθη τι κρύβεις μέσα στο σακίδιο σου και ποιό τραγούδι δεν μπορείς να βγάλεις απ᾽το μυαλό σου;
Το σακίδιο προκύπτει από το ότι μέσα στην πόλη κινούμαι συνήθως με τα πόδια, ενώ δεν μου αρέσει καθόλου να έχω αντικείμενα στις τσέπες μου, όπως για παράδειγμα το κινητό τηλέφωνο.. Έχει πλάκα αυτό που λες, να το αντιλαμβάνεται κάνεις ως ένα κτίριο – παράσιτο πάνω στο σώμα. Κατά μια έννοια είναι ένας μικρός κινητός ιδιωτικός χώρος, ένα σαλονάκι που κουβαλάει κάνεις μαζί του. Μάλιστα, με φίλους λέγαμε πως θα ήταν να στηθεί ένα μικρό πάρτυ με μοναδικό εξοπλισμό ένα σακίδιο που θα παρείχε όλα τα απαραίτητα, ακόμη και τη μουσική. Όσον αφορά τα τραγούδια-ξενιστές που εγκαθίστανται στο μυαλό, αυτά ευτυχώς πάνε κι έρχονται ανάλογα με τη στιγμή, δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο.

 

 

Κείμενο: Αντιγόνη Θεοδώρου

Φωτογραφίες: Μάνος Χρυσοβέργης

 

«Overview – Ikon» στο χώρο του Booze Cooperativa σε επιμέλεια του Θεόδωρου Δασκαλάκη από 31/3-22/4. Κολοκοτρώνη 57, Μοναστηράκι.