ΝΧρ-Γκρέκα18-2

Πριν καλά-καλά ξυπνήσω κι ναι ‘μαι στην οθόνη, στον καθρέφτη, στα σπήλαια με τους σταλακτίτες και την τσουχτερή ησυχία. Λυπηθείτε με επιτέλους. Πάλι εξορία; Πόσο πιο πολύ μπορώ να γίνω αυτό που θέλετε; Και γιατί τώρα με περιφρονείτε; Όταν αντιστεκόμουν πάλι με απορρίπτατε στα μπάζα και με λέγατε ανώριμο. Σκληρότητα της επιβίωσης, χορός ασώματος και χωρίς χώρο, αύριο δίχως ελπίδες. Η οικονομία μας, η πατρίδα μας, οι οικογενειακές μας αρχές, οι μοναξιές μας, η βλακεία του κάθε «εμείς» για το οποίο υπέγραψα με ρομαντική αυταπάρνηση δεκάδες εκδοχές της καταδίκης μου (να πέσω στις γραμμές του τρένου, να πεθάνω πάνω στην αιμόπτυση, να χώσω τη βελόνα  στο λεμόνι, να τσακιστώ σ’ ένα διάζωμα, να βαφτώ στα γελοία χρώματά σας…). Η βαρκάδα ήταν φενάκη. Κάθε παραλία και αγωνία, κάθε γκρεμός και δωρεάν απεριόριστη κλήση, κάθε σημαδούρα βαλμένη εκεί απ’ τους προδότες (προδότες: τι ωραία παιδική λέξη!). Επιστροφή λοιπόν στο λιμάνι του πασά. Δυο γυναίκες αλληλοθαυμάζονται με μαγιό και με φθόνο, δυο άντρες συζητούν ήρεμα ανοησίες στον ήσκιο – μα πώς και κανείς ακόμα δεν έκοψε αυτά τα αρμυρίκια για να βάλει τις ξαπλώστρες του μεροκάματου; Δεν χρειάστηκε, ο μπαμπάς του ήταν τραπεζίτης. Τώρα κλαψουρίζει – τουλάχιστον δεν μυρίζει. Ξαναβρίσκομαι μόνος με τον Ted Nugent και κάνω κεφαλοκλείδωμα στον εαυτό μου.