ΝΧρ-Γκρέκα15-2

Ο μεγαλύτερος υπαρξιακός μου ενθουσιασμός είναι συνυφασμένος με την ανάγνωση, το χρήμα και τα Μίκυ Μάους. Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι να διαβάζω ολομόναχος και να καταλαβαίνω ήταν μια περιπέτεια του Μπάγκς Μπάνυ στα «Γέλιο και χαρά – Πεχλιβανίδης» (πριν χωριστούν από τα Μίκυ Μάους) με τίτλο «Χρυσωμένα χρυσόψαρα» – κόλπο για λαθρεμπόριο χρυσού όπως εύκολα καταλαβαίνει ο μυημένος. Από τότε ήμουν ιδιαίτερα ευαίσθητος στη φράση «είμαστε πλούσιοι!» όταν νόμιμα ή παράνομα βρίσκουν θησαυρούς διάφοροι (Μουργόλυκοι, Ντόναλντ Ντακ, θείος Σκρουτζ κ.ά.) και χοροπηδάν με τα καπέλα να αιωρούνται πάνω από τα κεφάλια τους. Η επανάληψη αυτής της φράσης με γεμίζει με μία ανεξήγητη χαρά, ακόμα κι όταν δεν γίνομαι πλούσιος – κάτι που έτσι κι αλλιώς δεν κινδυνεύει να μου συμβεί, παρά τα τόσα προπατζήδικα της χώρας. Είναι η χαρά της ανακάλυψης; Η χαρά της συνάντησης με την τύχη; της εκτόνωσης τη στιγμή που οι προσπάθειες (πραγματικές ή φαντασιακές) ανταμείβονται;

Λέμε συνήθως ότι το χρήμα απελευθερώνει. Ελευθερία όμως δεν υπάρχει, ή τουλάχιστον είναι μια αξία το ίδιο ανελεύθερη με τις άλλες. Αν κάποιος το καταλάβει αυτό και σταματήσει να επιδιώκει πάση θυσία να «απελευθερωθεί», κατά τρόπο παράδοξο απελευθερώνεται: «Είμαι πλούσιος!» δηλαδή «είμαι ελεύθερος από την επιθυμία που με βασάνιζε!» δηλαδή «είμαι φτωχός, μπορώ πάλι να θέλω!» και συγχρόνως διαθέσιμος να ξαναγίνω σκλάβος της επιθυμίας μου. Ο πανηγυρισμός ακουμπά σ’ αυτή τη σύντομη στιγμή: λύτρωση από την επιθυμία και αναγγελία της ανακουφιστικής επιστροφής σ’ αυτήν (οι ήρωες των κόμικς απεχθάνονται το farniente και οι περιπέτειές τους δεν σταματάν επειδή «έγιναν πλούσιοι»).