îò¿-éí¿Gíÿ9-2

Θυμάμαι με απορία την πρώτη μου ανάγνωση του Lovecraft που μου κόστισε μια νύχτα αϋπνίας στο σπιτάκι της Besançon και σκέφτομαι ότι είμαι πλέον πολύ μεγάλος για να φοβάμαι τέρατα, πλάσματα και οτιδήποτε σκοτεινό – αν κάτι με κάνει να κουμπώνομαι, είναι η υποτιθέμενη μία και μοναδική αλήθεια των ανθρώπων, των καταστάσεων ή των αριθμών, κυρίως όταν προέρχεται από έγκυρες πηγές. Και ενώ παριστάνω τον σοβαρό, δηλαδή παραβλέπω πως κατά βάθος όλοι, συνειδητά ή μη, είναι αβέβαιοι για τα πάντα (και κυρίως για την αγάπη, κάτι που τους τρομοκρατεί και τους θυμώνει), περιμένω με αδημονία τις υπαρξιακά λάγνες στιγμές που το θραυσματικό προσωπικό μου σύμπαν αναδύεται σε άτακτες δόσεις μορφών, χρωμάτων, αντικειμένων και ιδεών. Ζούσα κι εγώ κάποτε στην πραγματικότητα, όπου και είχα ντρεσαριστεί να σταθεροποιώ την ύπαρξή μου και να αποδεικνύω την αξία μου. Τώρα όμως απολαμβάνω μυστικά την εσωτερική μου κατάσταση ως αποτέλεσμα άγρας και συλλογής εντυπώσεων λέξεων, εικόνων, ήχων, ενίοτε προσώπων. Κάθε τόσο, ανάλογα με την εσωτερική και εξωτερική συγκυρία, αναμειγνύω αυτά τα συστατικά και συνθέτω τις εαυτικές μου εκδοχές και στιγμές. Σ’ αυτό το σύμπαν τα πράγματα δεν είναι ιεραρχημένα, δεν υπάρχει σωστό και λάθος, ύλη και πνεύμα, δημιουργία και καταστροφή. Κυριαρχεί η χαρά του εξής τελετουργικού παιχνιδιού: για μια σπάνια αλλά ιλιγγιώδη στιγμή, ξέρεις ότι το τεχνητό είναι αληθινότερο του αληθινού, το ψεύτικο γοητευτικότερο του γνήσιου, το φευγαλέο καλύτερο από το μόνιμο και η υπόνοια ουσιαστικότερη των πραγματιστικών κατακτήσεων.