gkgkg

Τριγυρισμένη από γκρεμούς και υφάλους η παραλία αποκλείει αυστηρά κάθε σύνοψη ζωής. Όποιος προσπαθώντας να την αποφύγει φτάσει μέχρι εδώ θα χρειαστεί να ξεχάσει τις σκοτεινές χαρές της γραμμικότητας. Παρελθόν παρόν και μέλλον θα μοιάζουν με κουβάρι υπαρξιακών σταθμών και στόχων που δεν μπορούν πια να μπουν στη σωστή σειρά. Ευτυχώς εξάλλου. Καθώς δεν υπάρχουν εργαλεία, συσκευές και δίκτυα, η δημιουργία στρέφεται στην ενατένιση, στις εντυπώσεις καθώς βέβαια και στα συμβολικά μπουσουλήματα που ονομάζουμε σκέψη. Το βλέμμα μπορεί άνετα να χαθεί στο άπειρο και να επιστρέψει με ηδονικό τρόμο στα γνωστά άγνωστα μονοπάτια, ο νους θα ασκηθεί μετρώντας κόκκους της άμμου, το σώμα ούτως ή άλλως έχει σβήσει αφήνοντας δυο-τρία ειρωνικά συννεφάκια σκόνης. Ησυχία παντού, ησυχία που φωνάζει, που επιβάλλεται. Θέλει κουράγιο. Συνήθως οι αναμνήσεις υπαγορεύουν, μέσω  τις αφηγήσεών μας, τη ζωή που πέρασε. Όλα τα άλλα αλαλάζουν το αλλού. Καμία ανάγκη επιβίωσης όταν δεν υπάρχει τίποτα να τροφοδοτήσει κάποια ταυτότητά μας: όνομα, επίθετο, μορφωτικό επίπεδο, αγαπημένο χρώμα και φαγητό. Ποιος είπε ότι οι άνθρωποι δεν βλέπουν ταυτοχρόνως ωροσκόπια, τηλεόραση και τη βροχή να πέφτει μακριά; Να κάτι που πρέπει να σκεφτώ. Προς το παρόν όμως η προσοχή μου τρώει ένα χαστούκι (πήγα να πω ένα μπιφτέκι) και στρέφεται αλλού. Κάποια ανύπαρκτα ανθρώπινα πρόσωπα θυμίζουν ανύπαρκτα ψάρια, κάποια έχουν έκφραση θυμωμένης λαγνείας, κάποια εκπέμπουν «πακέτα» νοημοσύνης, το cloud αυτάρεσκα διευρύνεται, οι άρχοντες της συσσώρευσης ψηλαρμενίζουν, ο πλανήτης αρπάζεται, οι επικυρίαρχοι δεν θα έρθουν ποτέ. Τι να γίνονται άραγε οι παλιοί μου συμμαθητές? Ένας έγινε νεκροθάφτης, άλλος καπετάνιος του εμπορικού, άλλος διευθυντής πωλήσεων στη Ford. Αφήνει αυτό περιθώριο φιλοσοφικού στοχασμού; «Άπειρο!» θα μου απαντήσει ένας γλάρος επιθετικά. Καταλαβαίνω την στάση του και βγαίνω απ’ το τριπάκι μου, φεύγω τροπικούς με το τζιπάκι μου. Έλλην ΚΑΙ ξένος, Αμερικανός ΚΑΙ Ευρωπαίος, ζει ΚΑΙ πέθανε, δούναι ΚΑΙ λαβείν: άπειρο – η σωστή λέξη τη σωστή στιγμή. Κι όλα γκρεμίζονται στο όνειδος. Ντρέπομαι για τον ελιτισμό μου, τον σνομπισμό μου, την μνησικακία μου, την αφασία μου. Ντρέπομαι γι’ αυτό το αξύριστο αγόρι με το γυναικείο βάδισμα, γι’ αυτό το τατουάζ που ακούει τέρμα λαϊκά, γι’ αυτό τον συνταξιούχο που τρώει μια φρυγανιά μπροστά στην τηλεόραση. Ντρέπομαι που κυκλοφορώ οπλισμένος, που είμαι τόσο θυμωμένος… Και συγγνώμη. Συγγνώμη που με διαβάζετε. Ποιοι είστε όμως εσείς; Υπάρχετε; Γιατί εγώ δεν υπάρχω. Πλέω κουφός στην ψηφιακή οχλαγωγία, τυφλός στα χίλια απεικάσματα, άτρωτος στο μυριόπτερο βουητό της άνοιξης, περιπαθώς αρνούμενος τις συμβουλές της επιστήμης, την τηγανίλα της αναγνώρισης, τη σκόπιμη ασάφεια της αξιοκρατίας, τη βλακώδη κακεντρέχεια κάθε υπεροχής.