Η Νίνα Ράπη είναι συγγραφέας θεατρικών έργων, διηγημάτων και δοκιμίων. Ξεκίνησε να γράφει στα αγγλικά καθώς ζούσε μόνιμα στο Λονδίνο όπου τα έργα της παρουσιάστηκαν σε σκηνές όπως του Southbank Centre, το Soho theatre, το Lyric studio, το Tristan Bates, το ICA, το Riverside studios, το Gielgud theatre. Παράλληλα και για πολλά χρόνια δίδαξε Δημιουργική-Θεατρική Γραφή στα Πανεπιστήμια του Λονδίνου και του Γκρίνουιτς. Υπήρξε επίσης ιδρύτρια και αρχισυντάκτρια του πρωτοποριακού λογοτεχνικού περιοδικού Brand Literary Magazine, μέχρι που ένας καλός άνεμος την έφερε πίσω στην Ελλάδα, όπου για πρώτη φορά παρουσιάζει θεατρικό της έργο, τις Άγριες νότες, γραμμένο κατευθείαν στα Ελληνικά. Εδώ μας εξηγεί πώς τα αγγλικά την απελευθέρωσαν και πώς τα ελληνικά, χάρη στην αμεσότητα της μητρικής γλώσσας, της επιτρέπουν μια νέα ελευθερία.

Πώς βρέθηκες στο Λονδίνο; Πήγες με στόχο να σπουδάσεις θέατρο και δραματουργία;
Όχι ακριβώς. Είχα πάει ένα καλοκαίρι στο Λίβερπουλ σ’ έναν πολυχώρο τέχνης, κάτι σαν κατάληψη, σε κάποιο γκέτο και μ’ ενέπνευσε ο τρόπος που αυτοί οι άνθρωποι συνυπήρχαν και δημιουργούσαν, όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και με τη γύρω κοινότητα. Υπήρχε πολλή ενέργεια, ερωτισμός, τέχνη και επανάσταση. Παράδεισος! Εκείνο το διάστημα ήμουν στο Πάντειο, τα παράτησα όλα και έφυγα για εκεί.

Νινα από Ζωη, 1

Πώς κατάφερες να εκφραστείς σε μία γλώσσα που δεν ήταν η μητρική σου;  Μπορεί ένας ξένος να γράψει λογοτεχνία;
Μου άρεσε η απόσταση αυτή της γλώσσας, μου δημιουργούσε κόσμους, μου έδινε ελευθερία. Και μάλιστα δημιούργησε και μια συγκεκριμένη αισθητική αποστασιοποίησης σε όλα μου τα έργα και ιδιαίτερα στην τριλογία Angelstate, Reasons to Hide, Kiss the Shadow.  Σίγουρα ένας ξένος μπορεί να γράψει λογοτεχνία και μάλιστα πολύ ιδιάζουσα. Επιπλέον, όπως όλοι οι outsiders, έχεις το πλεονέκτημα του double vision, έχεις τη δική σου οπτική γωνία του ξένου αλλά κατέχεις εξ ανάγκης και την κυρίαρχη οπτική γωνία διότι απλούστατα είναι παντού και δεν είναι ποτέ αποφευκτέα εξ ολοκλήρου. Ο ξένος μπορεί να προσφέρει και μια διαφορετική, ιδιοσυγκρατική οπτική από πλευράς και θεματικής και αισθητικής.

Ποια είναι τα θέματα που θίγεις στα έργα σου;
Με απασχόλησε για μεγάλο διάστημα το θέμα της σεξουαλικότητας, των εξουσιαστικών σχέσεων, της ελευθερίας και εγκλεισμού, του τι εστί outsider. Από αισθητικής άποψης έχω πειραματιστεί με διάφορα είδη που όμως πιστεύω έχουν όλα το στίγμα μου. Και φυσικά μια queer οπτική. Τα έχουν περιγράψει κριτικοί ως «σουρεαλιστικά», «σκληρά» «λυρικά», «ερευνητικά» και «μαύρη κωμωδία» και κάπως με καλύπτουν αυτοί οι όροι μια που όντως εναλλάσσονται αυτές οι μορφές στα έργα μου. Κατά κάποιον τρόπο η θεματική καθορίζει και την αισθητική προσέγγιση. Αν και υπήρξαν περιπτώσεις που ξεκινάω από την αισθητική όπως στο Angelstate, και η θεματική ακολουθεί. Το χιούμορ  πάντως δεν λείπει ποτέ από τα έργα μου, έστω και σαν υπόγειο ρεύμα. Αυτό ίσως γιατί έτσι προσλαμβάνω την πραγματικότητα συνήθως, σαν κάτι το κωμικο-τραγικό.

Τι σε έκανε να γυρίσεις στην Ελλάδα;
Γύρισα στην Ελλάδα τελείως απρόσμενα. Συνέβη κάτι προσωπικό και έκανα 360 μοίρες στροφή. Αποφάσισα να φύγω από κει που όλα ήταν στρωμένα στο Λονδίνο, με μόνιμη δουλειά στο Πανεπιστήμιο, με περιοδικό που έβγαζα και ενώ τα έργα μου ανέβαιναν με επιτυχία. Αλλά παρά τον προσωπικό καταλύτη, ίσως να μη γύριζα αν όλα εδώ ήταν ομαλά και ωραία. Επί χρόνια άλλωστε δεν γύριζα παρά τα παρακάλια της μάνας μου. Τώρα όμως με τραβούσε κάτι να γυρίσω, πολύ, μα πολύ έντονα. Ήθελα να είμαι μέσα στα πράγματα, να μην είμαι θεατής όταν η Ελλάδα περνάει μια τέτοια κατάσταση.

ÿƒPñÿ

Πώς βρήκες το ελληνικό θέατρο;
Όταν γύρισα με ενέπνευσε η ενέργεια και πρωτοβουλία που βρήκα εδώ. Οι διάφοροι πολυχώροι και οι χίλιες τόσες ομάδες που δεν πτοούνται από την κρίση αλλά δημιουργούν. Από την άλλη, βρήκα ένα κλίμα που αποτελείται από φόβο και εμμονές. Ο φόβος του συγγραφέα που οδηγεί στην πλήρη άρνηση της ύπαρξής του, οι εμμονές τύπου το σωματικό θέατρο ή το θέατρο «επινόησης» που στο Λονδίνο υπήρχε πριν από 20-25 και χρόνια. Ωραία είναι μερικά, αλλά στην πλειοψηφία τους έχουν καταλήξει να αναπαράγουν κλισέ. Ξέρεις ακριβώς τι θα δεις. Κείμενο μηδενικό, επεξεργασία ελάχιστη.  Δηλαδή το Τheatre de complicite, η πρώτη πιο δυναμική ομάδα σωματικού και θεάτρου επινόησης, γρήγορα συνειδητοποίησε ότι χρειάζονται συγγραφείς. Έτσι άρχισαν να βασίζουν τις παραστάσεις τους σε κείμενα, κάτι που τις έκανε πολύ πιο δυνατές, δίνοντάς τους διάρκεια. Εδώ το πρόβλημα είναι ότι όλοι νομίζουν ότι μπορούν να τα κάνουν όλα. Κάτι που οδηγεί ή στη μεγαλομανία ή στην προχειρότητα ή και στα δύο. Σαν συγγραφέας με προβληματίζει το γεγονός ότι στην Ελλάδα έχουμε κυρίως θέατρο σκηνοθετών. Το σύγχρονο ελληνικό θεατρικό έργο δεν υποστηρίζεται δομικά.

Πώς έγινε και επέλεξες να γράψεις τις Άγριες νότες στα ελληνικά;
Οι Άγριες νότες είναι στην ουσία ένα πείραμα – με το μυαλό μας, τις αντιστάσεις μας, το ηθικό μας υπόβαθρο. Λαμβάνει χώρα σε ένα ερευνητικό κέντρο που όμως παραπέμπει σε νοερό τοπίο. Είναι δηλαδή σε τελική ανάλυση η αντιμετώπιση με τον εσωτερικό μας εχθρό. Αλλά έχει πολιτική χροιά, σίγουρα. Μου ήρθε τελείως αυθόρμητα και πηγαία. Τώρα γιατί βγήκε στα ελληνικά δεν ξέρω, έτσι αβίαστα που βγήκε. Το έγραψα στο μεταίχμιο της μεταβίβασης μου από την αγγλική στην ελληνική πραγματικότητα, ίσως γι’ αυτό. Παραδόξως, ενώ έως τότε χαιρόμουν την ελευθερία που μου έδινε η απόσταση με την αγγλική γλώσσα, τώρα είχα ανάγκη την ελευθερία που μου έδινε η αμεσότητα της ελληνικής.

ΑΓΡΙΕΣ ΔΕΛΤΙΟ

Οι Άγριες Νότες της Νίνας Ράπη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Σοκόλη και παρουσιάζονται για 12 παραστάσεις, σε σκηνοθεσία Χρύσας Καψούλη, με: Αθηνά Μαξίμου, Μάνο Καρατζογιάννη, Τσιμάρα Τζανάτο, Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη, στο Αγγέλων Βήμα (Σατωβριάνδου 36, Ομόνοια) μέχρι και 11 Νοεμβρίου, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 20:00 .      Τηλ. 210 5242211

Κείμενο: Χρήστος Παρίδης
Οι φωτογραφίες
των ηθοποιών είναι της Carolyne May, ενώ της κ. Ράπη είναι της Ζωή Μαντά