Ο Αργύρης Πανταζάρας γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Βόλο. Ανήσυχο και πολυμήχανο αγόρι που έψαχνε απελπισμένα την ταυτότητά του, καταπιάστηκε από πολύ νωρίς με άπειρα πράγματα ταυτόχρονα, βιολί, κιθάρα, πιάνο στην αρχή ενώ ξενυχτούσε ζωγραφίζοντας και συγχρόνως φόραγε τα πατίνια του, έπαιρνε φόρα και πηδούσε από το πρώτο όροφο. Σαν μια πρώτη μορφή απόδρασης… Έψαχνε παθιασμένα έναν χώρο που θα τον κρατούσε σε εγρήγορση , που θα τον έκανε να αισθάνεται ζωντανός καθώς όπως λέει και ο ίδιος «Ζωντανός σημαίνει να αμφισβητείς, να αναιρείς, να ανατρέπεις, να είσαι ήσυχος μέσα στην ανησυχία σου». Το δρόμο του θεάτρου του τον έδειξε η αδελφή του που πρώτη το ανακάλυψε.  Έγινε πρώτη ηθοποιός και ξαφνικά αυτό του κίνησε την περιέργεια. Άρχισε να παρακολουθεί πίσω από τα παρασκήνια, ανάμεσα στους θεατές και τη σκηνή. «Νομίζω ότι για αυτή την νοητή γραμμή έγινα ακροβάτης του θεάτρου, ήταν σαν να είσαι ξύπνιος μέσα σε όνειρο, είχα πείσει τον εαυτό μου ότι θα ασχοληθεί με την σύλληψη των ονείρων που μετατρέπονται σε κοινή εμπειρία. Έδωσα και πέρασα στο Εθνικό και ήταν σαν ένα αστείο καθώς έβλεπα σιγά σιγά να εγκλωβίζομαι μέσα στις κρυφές μου επιθυμίες. Νόμιζα ότι θα μου περάσει, όμως το να είσαι ταχυδακτυλουργούς και να κρατάς το χρόνο και την ανάσα του κόσμου στα χέρια σου λέγοντας ιστορίες και ξεδιπλώνοντας σκέψεις είναι τελικά εθιστικό. Παράλληλα, το θέατρο είναι ένας χώρος που μπορούσα να εκμεταλλευτώ όλες μου τις δυνατότητες, μια αέναη μόρφωση προς όλες τις κατευθύνσεις», λέει σήμερα.

DSC_1184DSC_1232 DSC_1358 DSC_1251

Αμέσως μετά την αποφοίτηση του από τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου συμμετείχε στον αξέχαστο χορό του «Ηρακλής Μαινόμενος» με σκηνοθέτη τον Μαρμαρινό. Η Ρούλα Πατεράκη ήξερε προφανώς πολύ καλά τι έκανε αφού με τον ρόλο του Μίμη στον «Κόκκινο βράχο» του Ξενόπουλου που του ανέθεσε, κέρδισε την πρώτη του υποψηφιότητα για το  βραβείο Χορν ενώ στη βραβευμένη παράσταση του Χουβαρδά  « Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» ήταν ο λοχαγός Πήτερ Νάιλς. Άλλος αξιοσημείωτος «σταθμός» του Αργύρη ήταν η συμμετοχή του στο «Θερμοκήπιο» του Πίντερ, στη θρυλική  πια σκηνοθεσία του Λευτέρη Βογιατζή, ο οποίος τον ετοίμαζε για τον επόμενο «Οιδίποδα» που δεν έμελε να πραγματοποιηθεί, αφού ο σπουδαίος σκηνοθέτης μας άφησε πρόωρα. Πρόσφατα ανήκε στη ξεχωριστή παρέα – διανομή του  Δημήτρη Παπαϊωάννου ως ερμηνευτής στο  Still Life και τώρα ετοιμάζεται για την Επίδαυρο στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών με τις «Βάκχες» σε σκηνοθεσία της  Άντζελας Μπρούσκου, όπου θα είναι ο αγγελιαφόρος. «Αυτό που βρήκα στο έργο του Ευριπίδη είναι η πίστη μέσα από το θέατρο και η πορεία του φθαρτού σώματος μέσα στη μέθη της ζωής. Μέσα από την πίστη ο εξαγνισμός, μετά η μεταμόρφωση φύλου και ζώου και έπειτα ο διαμελισμός, η έκρηξη. Είναι ένα έργο με μανιφεστικό  χαρακτήρα για το θέατρο, είναι η γένεση του ηθοποιού και της τραγωδίας επί σκηνής. «Όπου δεν κείται λείψανο δεν πέφτει ίσκιος θυρσού» λέει η Αγαύη στο τέλος και είναι μια φράση που τη σκέφτομαι συνέχεια. Όπου υπάρχει ζωή και θάνατος υπάρχει και η αναζήτησή του θεϊκού, αυτού του «αλλού» που είμαστε κομμάτι του και μας συμπεριλαμβάνει και μας κοιτάει που το κοιτάμε και χορεύουμε για να μας αγκαλιάσει».

DSC_1421

Τον χειμώνα θα συνεργαστεί με τον Δημήτρη Καρατζά στο «Σλάντεκ» του Έντεν φον Χορβαρτ που θα παίζεται στο θέατρο Πόρτα, επίσης με την ομάδα Kursk που είναι σα δεύτερή του οικογένεια και τέλος θα καταθέσει την μελέτη του πάνω στο θέατρο με αφορμή το μυθιστόρημα του Μπέκετ «Ακατανόμαστος». Ένας μονόλογος που θα παρουσιάσει  στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων-Λευτέρης Βογιατζής. Λέει γι’ αυτόν του το στόχο: «Η υποκριτική είναι ένα πόστο του θεάτρου, δεν μπορώ να δω τα πράγματα από μία γωνία. Αντιλαμβάνομαι τη τέχνη μόνο στη ολότητά της. Θέλω να τα κάνω όλα. Το πρότυόο μου δεν είναι ο Di Caprio αλλά o Da Vinchi. Διάλεξα να παίξω μονόλογο γιατί νομίζω ότι είναι η απόλυτη έκθεση απέναντι στη σιωπή. Είναι σαν να είσαι μόνος στο κόσμο ή ο μόνος απών από τον κόσμο… Επίσης, ο Μπέκετ γράφει ένα έργο για μια φωνή που ψιθυρίζει στον εαυτό της, όλες τις ιστορίες που έχουν ειπωθεί μέχρι να πετύχει τη τέλεια αυτήν που θα τον οδηγήσει στη σιωπή. Επειδή ο μονόλογος έχει μεγάλο κίνδυνο εσωστρέφειας, έχω οργανώσει ένα επιτελείο συντελεστών σε μέγεθος ενός πολυμελούς θιάσου που αποτελείται από δραματουργούς, καθηγητές,  μουσικούς, εικαστικούς, ράφτες, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, φίλους και εμπνευστές. Στην πραγματικότητα θα υλοποιηθεί από όλους αυτούς που θαυμάζω κ αγαπάω. Εγώ απλά θα υπογράψω, θα ‘’εξαφανιστώ’’ και θα υποκλιθώ» συμπληρώνει.

DSC_1284 DSC_1112 DSC_1187

Κείμενο: Χρήστος Παρίδης
Φωτογραφίες: Θανάσης Καρατζάς