O νέος δίσκος Bodega Funk του Jeff Gonzales στην γερμανική K73 είναι ένα εκρηκτικό μίγμα από λάτιν ρυθμούς της Κεντρικής Αμερικής και ινδικό funky beat με χιπ χοπ αισθητική.

 

Με τον Jeff Gonzales (γνωστό και ως Bruises n Cuts –BnC) συναντηθήκαμε μέσα στο καλοκαίρι λίγο πριν κυκλοφορήσει το νέο άλμπουμ του Bodega Funk στη γερμανική Κ73. Είχε μόλις σχηματίσει συγκρότημα, τους Disco Vampire, με τους οποίους παρουσιάζει ζωντανά ένα «εκρηκτικό» μίγμα από λάτιν, ρέγγε και φανκ, με χιπ χοπ αισθητική και τα samples να συνδυάζονται με το οργανικό μουσικό κομμάτι. Η πρόοδος που έχει γίνει από το προηγούμενο άλμπουμ του Ruff Rowdy & Unfocused είναι τεράστια, ίσως επειδή τα 6 χρόνια που μεσολάβησαν ήταν γεμάτα από μουσικές εμπειρίες: έπαιξε αμέτρητα live, συμμετείχε σε παραγωγές φίλων του και σε πολύ δημοφιλή άλμπουμ, αναζήτησε την τύχη του στο εξωτερικό και υπόγραψε σε μία πολύ αξιόλογη εταιρία. Με την Κ73 είχε προηγηθεί μία συνεργασία το 2015, με τη συμμετοχή του στο διπλό LP Basement Stories, μαζί με θρύλους του boombap από ολόκληρο τον κόσμο. Στο Bodega Funk συμμετέχουν σημαντικοί Έλληνες beatmakers όπως ο RSN, ο Palov, ο Stiko και οι Supersan και ο Βενεζουελάνος Pedro Santana στα φωνητικά σε ένα ηχητικό μίγμα όπου ρυθμοί της Νότιας και Κεντρικής Αμερικής (ο Jeff έχει καταγωγή από τον Άγιο Δομίνικο) συναντούν τα funky beat τους ήχους των Δυτικών Ινδιών.

Η συζήτησή μας αφορούσε κυρίως την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί σήμερα στη μουσική και την απαξίωσή της από το νεανικό κοινό που της γυρνάει την πλάτη και δημιουργεί αγωνία για το μέλλον της. Ένα μέλλον που είναι άγνωστο πώς θα εξελιχθεί και με ποιες συνέπειες για τους ανθρώπους που σήμερα ζουν από τη μουσική, με οποιονδήποτε τρόπο. Ο Jeff, εκτός από μουσικός ήταν και συνιδιοκτήτης της Cast-a-Blast, μιας εταιρίας που έβγαζε εξαιρετικούς δίσκους μέχρι το 2012.

«H Castablast έκανε τον κύκλο της, πετύχαμε και την αντίφαση με την κρίση που το mp3 και το streaming μπήκαν δυνατά στην αγορά, και δεν υπήρχε λόγος να κάθεσαι να τυπώνεις άλμπουμ σε CD και βινίλια, αν είσαι τόσο ανεξάρτητος» λέει. «Το φαινόμενο να έχει σταματήσει να ασχολείται με τη μουσική το κοινό που θα έπρεπε να τη στηρίζει είναι κυρίως ελληνικό, ισχύει πιο πολύ για τα ελληνικά δεδομένα. Η ελληνική αντίληψη πάνω στη μουσική είναι πολύ παράξενη γιατί η κατανάλωση -από ό,τι έχω δει εγώ, τουλάχιστον- γίνεται κατά κύριο λόγο μέσω του YouTube, παρόλο που υπάρχουν όλα τα μέσα σαν application στο κινητό (Spotify, Tidal, applemusic) και εύκολα μπορείς να κάνεις ένα streaming service. Με μία φτηνή μια συνδρομή μπορείς να έχεις όλη τη μουσική όλου του κόσμου στα δάχτυλά σου. Παρόλα αυτά, βλέπεις όταν σου λέει κάποιος για να σου βάλω ένα κομμάτι, πάει κατευθείαν στο YouTube, από κει γίνεται σήμερα η ενημέρωση και προκύπτει η μουσική παιδεία, αποκλειστικά από το ίντερνετ. Και δεν αγοράζει πια κανένας. Οι μόνοι που αγοράζουν μουσική σήμερα είναι οι DJ, ή όσοι ασχολούνται με τη μουσική επαγγελματικά με κάποιον τρόπο. Φταίει που έχει χαθεί και η έννοια του άλμπουμ, έχει χαθεί αρκετά η λογική του κι όλοι βγάζουν singles. Το χιπ χοπ είναι από τα λίγα είδη μουσικής που στηρίζει την έννοια του άλμπουμ.

Παρατηρούσα τις πωλήσεις στο Juno UK και είδα ότι τα περισσότερα πράγματα στις στατιστικές που μπαίνουν σε πωλήσεις αφορούν κυρίως DJs, -DJs που φτιάχνουν mixtape για άλλους DJs, για να παίζουν σε κλαμπ και μαγαζιά. Δεν είναι μουσική που ακούς στο σπίτι, είναι πιο πολύ για να διασκεδάσεις, και περιέχει πολλά remix σε διάφορα κομμάτια. Είναι και ζήτημα συνήθειας, έχουν συνηθίσει να καταναλώνουν έτσι τη μουσική οι άνθρωποι σήμερα, ιντερνετικά, αλλά έχει να κάνει και με το πώς έχει μάθει ο κάθε λαός να ακούει. Στη Γερμανία που ανεβαίνω για δουλειά, βλέπω ότι οι Γερμανοί είναι πολύ πιο συνεπείς, δηλαδή έχουν έναν λογαριασμό στο Spotify, τσεκάρουν τα κομμάτια σου με Shazam και μετά πάνε στο Spotify και κάνουν add το άλμπουμ σου ή το κομμάτι σου, -τουλάχιστον αυτό είναι λίγο πιο διαδραστικό με τον καλλιτέχνη.

 

 

Έχουν αλλάξει και πολύ τα πράγματα, η αγοραστική δύναμη πλέον σε μουσική και συναυλίες δεν είναι οι πιτσιρικάδες, αυτοί δεν αγοράζουν καθόλου μουσική. Έχει αλλάξει πολύ το καταναλωτικό μοντέλο, κι αυτοί που καταναλώνουν μουσική είναι κυρίως αυτοί που παίζουν μουσική. Μπορεί να μην είναι πολλοί, να είναι ένα μικρό κομμάτι της πίτας, αλλά τουλάχιστον είναι ένα ταγμένο κομμάτι της.

Ως μουσικός βλέπω ότι χρειάζεται επιμονή, γιατί μου κάνει εντύπωση που παρόλο που το CD έχει πεθάνει σαν μέσο, υπάρχει ξανά μια άνοδος του βινιλίου. Δηλαδή, όλο και περισσότερες δισκογραφικές εταιρίες, ανεξάρτητες και μεγάλες, έχουν αρχίσει και τυπώνουν πλέον κάποια ονόματά τους σε συλλεκτικά βινίλια, γιατί βλέπουν ότι υπάρχει ένα 10% του κόσμου που θέλει να τα έχει στο ράφι του. Αυτό σε ενθαρρύνει να μην σταματάς να προσπαθείς.

Από την εμπειρία μου σου λέω ότι τα νεαρά παιδιά έχουν χάσει το ενδιαφέρον γιατί έχει χαθεί και ο τρόπος που ακούγαμε εμείς μουσική. Είχα την ευκαιρία να κάνω μαθήματα σε παιδιά μέσω μιας εκπαιδευτικής δράσης της Στέγης και πηγαίναμε για τρία χρόνια στα σχολεία με το πρόγραμμα «hip hop και Καβάφης» και κάθε φορά έκανα πολλές ερωτήσεις στα παιδάκια –πήγαμε σε διάφορες περιοχές της αθήνας και σε διάφορα σχολεία, ακόμα και στην επαρχία. Η κλασική ερώτηση που έκανα ήταν “πώς καταναλώνετε μουσική στο σπίτι; Έχετε στερεοφωνικό; Πώς ακούτε;” και όλοι έλεγαν ότι ακούνε απ’ το κινητό ή απ’ το λάπτοπ. Δεν ήξεραν τι είναι αυτό που λέμε εμείς hi-fi. Δεν είχαν ακούσει ποτέ μουσική από ενισχυτή και ηχεία. Με κανέναν τρόπο όμως δεν μπορούμε να πούμε ότι έχει πεθάνει η μουσική, έχουν αλλάξει οι συνθήκες και ο τρόπος που καταναλώνεται.

 

Οι μόνοι που αγοράζουν μουσική σήμερα είναι οι DJ, ή όσοι ασχολούνται με τη μουσική επαγγελματικά με κάποιον τρόπο. Φταίει που έχει χαθεί και η έννοια του άλμπουμ, έχει χαθεί αρκετά η λογική του κι όλοι βγάζουν singles.

 

Θυμήσου πώς ενημερωνόμασταν εμείς για μουσική. Σήμερα έχει πεθάνει και το κλάμπινγκ, δεν υπάρχουν κλαμπ με την παλιά έννοια, αυτά που κρατάνε τη μουσική ζωντανή είναι τα μπαρ. Και ακούς πολύ καλύτερη μουσική στα μπαρ πλέον από ο,τι θα ακούσεις σε κλαμπ. Κάποτε, υπήρξε μια περίοδος που μπορούσες να πας σε κλαμπ και να ακούσεις φανταστικά καινούργια πράγματα από DJ. Τώρα όλα όσα παίζουν είναι μόνο mainstream. Δεν ξέρω τι φταίει, αλλά σίγουρα είναι ένα θέμα. Το παρήγορο είναι ότι αυτά γυρνάνε πάντως, κάνουν κύκλους και έχουν τα ups και downs τους. Σίγουρα θα αλλάξει η κατάσταση.

Για να λέμε όμως και τα θετικά, με το ίντερνετ έχουν χαθεί τα σύνορα, που σημαίνει ότι όλοι έχουν περισσότερες ευκαιρίες να φτάσει η μουσική τους σε περισσότερο κόσμο. Ένας καλλιτέχνης που ζει στην Ελλάδα και πριν από μερικά χρόνια μπορεί να μην τον άκουγε κανένας, μπορεί πλέον να κάνει καριέρα στο εξωτερικό επειδή υπάρχει το ίντερνετ. Έχει την ευκαιρία να απευθυνθεί σε ένα κοινό που είναι 20 φορές μεγαλύτερο από αυτό που θα τον άκουγε στην Ελλάδα. Και δεν έχεις ιδέα τι μπορεί να καταφέρει. Μπορεί να περπατάει κάποιος ανάμεσά μας που έχει κάνει χιτ κάπου αλλού στον κόσμο κι εσύ να μην το γνωρίζεις. Έχουμε πολλά τέτοια παραδείγματα στην Ελλάδα, ανθρώπων της μουσικής που διαπρέπουν στο εξωτερικό. Υπάρχουν καλλιτέχνες που το κοινό τους στην Ελλάδα δεν είναι ούτε 100 άτομα και στο εξωτερικό παίζουν σε μεγάλα φεστιβάλ με πολύ κόσμο και κλείνουν gigs και πάει μια χαρά, τουλάχιστον όσον αφορά το καλλιτεχνικό κομμάτι. Με το ίντερνετ μπορεί ο καθένας να δικτυωθεί πέρα από τον μικρό κύκλο που έχει και μάλιστα χωρίς κανέναν μεσάζοντα. Χάνεται και το παραδοσιακό μοντέλο που μας τάιζαν τόσα χρόνια ότι πρέπει να ’χεις μάνατζερ και εταιρία και ένα σωρό τέτοια.

 

 

Με ενδιαφέρει να ζω αποκλειστικά από τη μουσική και έτσι θα έπρεπε, όλοι οι μουσικοί που είναι επαγγελματίες και αυτή είναι η κύρια ασχολία τους να ζουν από τη μουσική. Και δεν πρέπει να κριτικάρεις κανέναν για τις επιλογές του. Υπάρχουν άνθρωποι που παίζουν σαν session μουσική για να ζήσουν και πολύ καλά κάνουν. Νομίζω ότι αυτοί που τρων το κόλλημα είναι αυτοί που έχουν καλλιτεχνική κατεύθυνση, όταν κάποιος έχει μια συγκεκριμένη γραμμή που θέλει να ακολουθήσει δυσκολεύεται να κάνει άλλο πρότζεκτ γιατί ταυτίζεται με αυτό που έχει στο μυαλό του ως ιδανικό, δεν θέλει να σχετίζεται με άλλα. Είναι και μέσα στην ιδιοσυγκρασία του μουσικού αυτό. Και κάποιοι το πληρώνουν αυτό με το να έχουν λιγότερες δουλειές, αλλά απ’ την άλλη θεωρώ ότι κάνει καλό το να έχεις καλλιτεχνική γραμμή, γιατί έτσι χτίζεις και τη δικιά σου καριέρα εξολοκλήρου. Κάνεις το δικό σου όνομα όπως θες να το κάνεις εσύ. Και τα δύο είναι μία οπτική που εξαρτάται από το τι βολεύει τον καθένα.

Δεν ξερω αν είναι καλύτερα ή χειρότερα τα πράγματα, είμαστε σε ένα μεταίχμιο, ότι κάτι αλλάζει, δεν είναι όπως το 2006-7 που ξεκινήσαμε με την Cast-a-Blast. Το μόνο σίγουρο είναι ότι παραπάνω κόσμος δίνει σημασία σε αυτό που συμβαίνει, όχι μόνο από την Ελλάδα, νομίζω ότι πλέον παγκοσμίως έχουμε βρει έναν τρόπο να κάνουμε μάρκετινγκ τους εαυτούς μας. Είναι ωραίο το ότι βγαίνουν όλοι παραέξω και δεν μένουν μόνο εδώ. Μακάρι ό,τι κάνω να γινόταν εδώ massive, αλλά είναι δύσκολο και αν κάνεις εδώ επιτυχία συνήθως σου αρκεί αυτό. Οι καινούργιες γενιές έχουν πάρα πολλά ακούσματα μαζί και είναι πιο εύκαμπτοι, δηλαδή αν ξέρεις πώς να μαζεύεις τον κόσμο ίσως κάποια στιγμή τους πείσεις ότι πρέπει και να πληρώσουν για όσα κάνεις. Θα το θέλουν κάποια στιγμή μόνοι τους. Είμαι σίγουρος ότι τα πράγματα θα αλλάξουν προς το καλύτερο.

Χρειάζεται εκπαίδευση και καλύτερη συνειδητοποίηση για το πώς ακούνε μουσική. Να ενδιαφερθούν κάποια στιγμή να την ακούσουν όπως την έχει φτιάξει ο καλλιτέχνης. Όταν έχω ξοδέψει ενάμιση και δυο χρόνια για να φτιάξω ένα άλμπουμ, και έχω χαλάσει ένα σωρό λεφτά σε καλά μηχανήματα, ε, μην το ακούς το άλμπουμ από το λάπτοπ, παρε δύο καλά ηχεία και άκουσέ το όπως πρέπει για να το απολαύσεις. Είναι σαν να βλέπεις ταινία που έχει γυριστεί σε hi-definition σε streaming του κώλου».

 

Μπορείς να αγοράσεις το Bodega Funk εδώ:

Bandcamp iTunes Spotify Tidal Google Play Soundcloud

Και να ακολουθήσεις τον Jeff εδώ:

Facebook Twitter Instagram Soundcloud Mixcloud

Φωτογραφίες: Πάρις Ταβιτιάν