Ο Αλέξανδρος Παπαϊωάννου έγινε ηθοποιός εντελώς τυχαία, αλλά αμέσως κατάλαβε ότι είναι αυτό που θέλει να κάνει για την υπόλοιπη ζωή του. «Άλλο ξεκίνησα να κάνω, άλλο σπούδασα και άλλο έκανα στην πορεία. Έκανα από μικρός κλασικό μπαλέτο, σπούδασα μαγειρική και μετά ασχολήθηκα με την ενδυματολογία» λέει. «Έχω περάσει από πάρα πολλές δουλειές, πωλητής σε μαγαζιά, έχω δουλέψει σε εστιατόρια, εταιρείες, μπαρ και μετά μπήκε στη ζωή μου το θέατρο. Αποφάσισα να βρω τι πραγματικά ήθελα να κάνω. Έτσι κι αλλιώς πάντα έκανα διπλές δουλειές και ήθελα τουλάχιστον η μία μου δουλειά να είναι αυτό που πραγματικά μου αρέσει. Για μένα αυτό είναι το θέατρο. Δεν ξέρω γιατί, δεν παρακολουθούσα καθόλου θέατρο πιο πριν, αν μου έλεγες Μήδεια εγώ σκεφτόμουνα μύδια σαγανάκι. Νομίζω ότι με βοήθησε το σώμα Ελληνικού Οδηγισμού (αδελφό σώμα προσκόπων), εκεί με τα παιδιά ανεβάζαμε συνέχεια παραστάσεις. Μετά από αυτό πήγα σε δραματική σχολή και αυτό ήταν».

Alexandros Papaioannou 01 Alexandros Papaioannou 03

Ο Αλέξανδρος πρωταγωνίστησε στην πετυχημένη παράσταση «ΣΑΡΛΒΙΛ… χαίρε καλοσύνη» στο θέατρο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, ένα έργο του Αχιλλέα Κούμπου για τη ζωή του ποιητή Αρθούρου Ρεμπώ. «Είναι μία παράσταση εικόνων που σου αφήνει ένα αίσθημα αισιοδοξίας. Δεν είναι ανάγκη να φτάσεις στα άκρα για να καταλάβεις κάποια πράγματα πιστεύω ότι είμαστε έξυπνοι άνθρωποι και μπορούμε να καταλάβουμε που οδηγούμαστε από τις πράξεις που κάνουμε. Στην παράσταση λέει η Ματίλντ στον Βερλέν ‘έλα μα πάμε μέχρι την Ληψεία’  και αυτός δεν ήθελε να πάει εκεί γιατί δεν του αρέσουν οι Γερμανοί. Τότε η Βερλέν του λέει αυτή του δεν έχει σημασία που θα πάμε απλά θέλω να μοιραστώ την άμαξα μαζί σου. Ο Αλέξανδρος βρήκε πολλά κοινά στοιχεία με τη ζωή του Ρεμπώ και τον έκανε να συνειδητοποιήσει ότι στη ζωή δεν πρέπει να είσαι σε τίποτα απόλυτος. «Στα 18 πήρα μία βαλίτσα και 50 ευρώ και σηκώθηκα και έφυγα από την οικογένειά μου. Ήταν πολύ συνειδητή επιλογή. Έφυγα από το Λουτράκι και ήρθα στην Αθήνα, μόνος μου τελείως. Μετά τριγύρισα, πήγα Θεσσαλονίκη, σε νησιά για να δουλέψω ως μάγειρας. Δούλευα πάρα πολύ, διπλές δουλειές, έπρεπε να έχω πολύ συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για να μπορώ να τα προλαβαίνω όλα. Δουλεύω για καθαρά βιοποριστικούς λόγους και ξέρω ότι δεν θα σταματήσω ποτέ να το κάνω. Αλλά πλέον έχω συνηθίσει, κοιμάμαι το πολύ έξι ώρες και μου φτάνει. Δεν με ρίχνει το γεγονός ότι δεν πληρώνομαι από το θέατρο, γιατί το ήξερα όταν ξεκίνησα, ξέρω ότι θα πρέπει να κάνω πάντα δύο δουλειές.  Έχω περάσει από τη φάση του σύγχρονου Νεοέλληνα ότι θέλω να ντύνομαι έτσι, να έχω καλύτερο αμάξι αλλά πλέον δεν με αφορά καθόλου, το μόνο που θα ήθελα είναι ένα καλό ποδήλατο και μία μηχανή, όπως τη θέλω. Και πιστεύω ότι θα έρθουν με λίγη οικονομία μπορείς να πάρεις αυτό που θες πολύ».Alexandros Papaioannou 06

Alexandros Papaioannou 05

Η περιπλάνηση και τα ταξίδια για τον Αλέξανδρο δεν σταματάνε ποτέ. Πριν από δύο χρόνια πήγε στο Λας Βέγκας και από την πρώτη στιγμή ένιωσε σαν το σπίτι του. «Έγινε κάτι πολύ παράξενο πριν φύγω για Λας Βέγκας, μου είχαν κλέψει το iPhone στα Εξάρχεια και στο Λας Βέγκας βρήκα ένα ίδιο στο δρόμο! Άρχισα να φωτογραφίζω τα πάντα, για να νιώθω ότι κάνω κάτι δημιουργικό. Το Λας Βέγκας δεν είναι ωραίο μέρος, δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε στις ταινίες. Αυτό που βλέπουμε είναι μόνο 3 χιλιόμετρα δρόμου και στο από πίσω στενό εξαπλώνονται δύο Αθήνες. Εξακόσιες χιλιάδες κόσμου δουλεύουν για αυτά τα τρία χιλιόμετρα δρόμου και οι υπόλοιποι δουλεύουν για αυτά τα εξακόσιες χιλιάδες άτομα. Είναι μία πόλη απολύτως τετραγωνισμένη. Δεν έχει φυσική ομορφιά, βλέπεις μόνο μάντρες, εισόδους και στενά. Εκεί εκτίμησα τη φυσική ομορφιά της Ελλάδας. Ο κόσμος δεν περπατάει, τα πάντα είναι drive in φαρμακείο, τράπεζα, φαγητό. Είναι πολύ καταθλιπτικά, σαν στρατόπεδο συγκέντρωσης. Γυρνώντας στην Ελλάδα εκτίμησα τους Αμερικάνους. Το χαζοαμερικάνοι που λέμε εμείς οι έξυπνοι Έλληνες, σημαίνει ότι σου λένε καλημέρα το πρωί, σου χαμογελάνε και δεν σε βρίζουν».

Alexandros Papaioannou 02

Ο Αλέξανδρος είναι 30 χρονών και απολαμβάνει τα απλά πράγματα στη ζωή και έχει μάθει από την οικογένεια του να μην τα παρατάει ποτέ. «Οι γονείς μου έγιναν οικονομικοί μετανάστες στα 55, πήγαν στην Αμερική και τίποτα δεν ήταν στάνταρ, γιατί δεν εξαρτάται από εσένα. Έχω φτιάξει το σπίτι μου όπως ακριβώς το θέλω και μου αρέσει να μένω μέσα και να το απολαμβάνω. Αυτή είναι η πολυτέλειά μου. Μου αρέσει να περνάω χρόνο με τον εαυτό μου. Θέλω να κάνω αυτοκριτική. Πιστεύω ότι ο εγωισμός μπορεί να σε οδηγήσει σε λάθος επιλογές. Προσπαθώ να μην κάνω στους άλλους αυτό που δεν θέλω να μου κάνουν. Για το μέλλον του ο Αλέξανδρος ονειρεύεται να κάνει πολύ κινηματογράφο και θέατρο και να δημιουργεί. «Η δημιουργία μου δίνει μεγάλη χαρά, κάνει το μυαλό μου να καίγεται. Για μένα αυτό είναι η απόλυτη έκσταση».

Κείμενο: Μαρίνα Πετρίδου
Φωτογραφίες Αλέξανδρος Ακρίβος