Το πρώτο άλμπουμ Everlong 13str. του 20χρονου μουσικού είναι ένα εξαιρετικό δείγμα πραγματικά σύγχρονης μουσικής στην Ελλάδα.

 

Είναι νωρίς το απόγευμα στο Άλσος Σχολής Χωροφυλακής, ένα υπέροχο κίτρινο φως λούζει τα πάντα και βάφει δέντρα και θάμνους σε τόνους σέπια και ο FlökosH κάνει κούνια σαν μικρό παιδί. Στον μίζερο «ζωολογικό κήπο» παραδίπλα, δύο πόνι απολαμβάνουν τη ζέστη του ήλιου και πάπιες, χήνες και φραγκόκοτες κολλάνε τα ράμφη στα σύρματα ικετεύοντας για φαγητό. Ο FlökosH (που το κανονικό του όνομα είναι Χάρης) μας ξεναγεί στο πάρκο που γι’ αυτόν είναι ένας χώρος οικείος, η βόλτα δίπλα στο σπίτι του, και κάθεται μέσα στην άδεια λίμνη από τσιμέντο που μοιάζει με κατεστραμμένη πισίνα. Στρίβει συνέχεια τσιγάρα και στο στήθος του έχει χαραγμένη τη λέξη REDRUM. Ο νεαρός μουσικός ανήκει σε μια γενιά που για τον πολύ κόσμο είναι αθέατη και μοιάζει σιωπηλή, αλλά αυτή τη στιγμή δημιουργεί τα καλύτερα πράγματα που γίνονται στην Αθήνα. Το άλμπουμ του με τίτλο Everlong 13str. είναι ένα ηλεκτρονικό κομψοτέχνημα που ακούγεται σαν το soundtrack μιας φουτουριστικής ταινίας, βουτηγμένης στο έρεβος. Σκοτεινό και απελπισμένο, με μικρές αχτίδες φωτός που φωτίζουν αμυδρά στην άκρη του τούνελ, είναι μαζί μέλλον και παρόν, κι ο ιδανικός ήχος για να ντύσει τις «άχαρες» μέρες που ζούμε. Η πρώτη του ολοκληρωμένη δουλειά που φλερτάρει με όλα αυτά που θεωρούνται πρωτοπορία στην σύγχρονη ηλεκτρονική μουσική -ένα ολοκληρωμένο δημιούργημα που σου φέρνει στο μυαλό εικόνες από το πρώτο Blade Runner-, είναι δύσκολο να πιστέψεις ότι είναι φτιαγμένη από κάποιον που είναι μόλις 20 χρονών.

 

 

 

Έτσι, καθισμένος στα γαλάζια ξεθωριασμένα πλακάκια με το skinny παντελόνι και το ανοιχτό πουκάμισο, μοιάζει με 15χρονο, παρόλο που ο λόγος του και η σοβαρότητα που αντιμετωπίζει τη μουσική του δεν θυμίζουν έφηβο. Τον ρωτάω να μου πει ονόματα νέων Ελλήνων μουσικών μου του αρέσουν, αυτούς που αισθάνεται ως μουσικούς συγγενείς, και απ’ όσα μου αναφέρει ξέρω μόνο ένα! Πριν προλάβω να τα σημειώσω μου ζητάει να μην αναφέρω κανέναν, «κάνε μου άλλη ερώτηση» μου λέει, «βγαίνει ολόκληρη λίστα και δεν γουστάρω να αφήσω κάποιον στην απ’ έξω, σίγουρα κάποιον θα ξεχάσω».

Ο ήχος του FlökosH είναι πραγματικά καινούργια μουσική, ρυθμική αλλά με βάθος και συναίσθημα, και χρειάζεται να είσαι εξοικειωμένος με τους νέους ήχους για να την εκτιμήσεις. «Είναι η cloud σκηνή, που λένε στη Γερμανία και στην Αμερική, future cloud ή cloud σκέτο, και μπλέκει grime, techno, rap, απ’ όλα, λίγο house, λίγο footwork, λίγο R&B» εξηγεί. Ό,τι και να είναι, μοιάζει ουρανοκατέβατη σε σχέση με ό,τι ακούς γύρω σου ή με αυτά που παίζει το ελληνικό ραδιόφωνο. Η αίσθηση που μου δημιούργησε είναι παρόμοια με των πρώτων άλμπουμ της Warp, και το Xen του Arca.

«Μου λείπει το Βερολίνο» λέει, «έμεινα εκεί ενάμιση χρόνο και παρόλο που έχω περάσει εδώ τα 17 πρώτα χρόνια της ζωής μου, το ένιωσα πιο πολύ σαν πατρίδα. Φαντάσου, δεν μου κάνει αίσθηση να πάω καν στο σπίτι που μεγάλωσα, από τότε που γύρισα έχω πάει μόνο μια φορά. Στο Βερολίνο ένιωσα πιο μεγάλη ελευθερία, σχετίστηκα πιο πολύ με τον κόσμο, ενώ στην Ελλάδα ο κόσμος πάντα σε περιορίζει. Μου αρέσει και το κρύο και ο ήλιος, οπότε δεν έχω κανένα θέμα με το περιβάλλον, οι άνθρωποι είναι αυτοί που το φτιάχνουν. Μπορεί να είναι και fake όλο αυτό, η ιδέα μου, αλλά το ένιωσα στον αέρα, αισθανόμουν πιο ελεύθερος. Η μάνα μου ζει στις Βρυξέλλες εδώ και 6 χρόνια και από τα 14 μου έχω πάει πολλές φορές, έχω ζήσει και μερικούς μήνες εκεί, αλλά δεν ήταν το ίδιο, το Βερολίνο είναι ξεχωριστή πόλη κι έχει πολλά πράγματα να κάνεις».

Ο νεαρός μουσικός ανήκει σε μια γενιά που για τον πολύ κόσμο είναι αθέατη και μοιάζει σιωπηλή, αλλά αυτή τη στιγμή δημιουργεί τα καλύτερα πράγματα που γίνονται στην Αθήνα. Το άλμπουμ του με τίτλο Everlong 13str. είναι ένα ηλεκτρονικό κομψοτέχνημα που ακούγεται σαν το soundtrack μιας φουτουριστικής ταινίας, βουτηγμένης στο έρεβος.

Ο FlökosH είναι φοιτητής, σπουδάζει ηχοληψία και αυτή τη στιγμή έχει στρωθεί για να πάρει το πτυχίο. «Θέλω να τελειώσω τον Μάρτιο-Απρίλιο» λέει, «και θα ήθελα να ξαναφύγω από την Ελλάδα. Στην σχολή πήγα περισσότερο για τις γνώσεις που θα με βοηθήσουν στη μουσική ή να βρω κάποια δουλειά». Σκοπεύει να αναζητήσει την τύχη του ως ηχολήπτης στη Γερμανία και ονειρεύεται να ξαναβρεθεί στο πράσινο που τόσο αγαπάει. «Ένας λόγος που ήθελα να φύγω από την Ελλάδα είναι η βλάστηση που έχουν οι βόρειες χώρες της Ευρώπης» λέει, «αυτό το ξερό κίτρινο με λίγο πράσινο δεν το μπορώ, μου σπάει την καρδιά».

Το άλμπουμ του είναι σύντομο, τα κομμάτια τρέχουν σαν νερό από τη στιγμή που θα πατήσεις το Play και μέσα τους κρύβουν όλες τις εμπειρίες του των τελευταίων δύο χρόνων. «Αρκετά από αυτά είχαν αρχίσει ως ιδέες από το 2015 και γράφτηκαν και τελειοποιήθηκαν το 2016, σε μία από τις πιό μεταβατικές και σημαντικές περιόδους της ζωής μου» εξηγεί. «Θα μπορούσες να το πεις και στροφή 360 μοιρών ή ένα είδος format στον εαυτό μου. Προσπάθησα να συνδυάσω αρκετά από τα ακούσματά μου στο φάσμα της ηλεκτρονικής μουσικής από τα 11-12 που ανακάλυψα την jungle/drum n bass μέσω του αδερφού μου, λίγο αργότερα το grime/dubstep/UK bass και μετά αρκετή IDM/electro και ambient/experimental. Μεγάλη επιρροή για μένα ήταν και πιο ιντερνετικά genres που είχαν μεγάλη άνοδο από το 2012 έως τώρα: από witch house και seapunk, Jersey/future club και footwork/juke, μέχρι την ατμοσφαιρική cloud trap/wave, έτσι υπάρχουν πινελιές από αρκετά από αυτά διάσπαρτα στο άλμπουμ». Αραδιάζει μουσικούς όρους στη σειρά που για κάποιον που δεν παρακολουθεί σχολαστικά τα νέα πράγματα είναι άγνωστοι, παρόλο που είναι οι ήχοι του σήμερα.

 

 

«Το γεγονός ότι μόλις είχα τελειώσει το σχολείο και είχα γνωριστεί και την Νιόβη -που αποδείχθηκε και η καλύτερη μου φίλη και μετακόμισα μαζί της στο Βερολίνο- αποτέλεσαν άλλον ένα σημαντικό παράγοντα για τη δημιουργία αυτού του άλμπουμ. Από αστείες περιπέτειες, μέρη και κόσμο, μέχρι τα πιο απλά, όπως το πώς περνούσαμε στο σπίτι μας. Για παράδειγμα, τα κομμάτια «Emphysema», «Woodpecker Riddim» και «Hive Mind Surfing» ήταν επηρεασμένα από αρκετές βόλτες στο αγαπημένο μου δάσος (που είναι τεράστιο) και από το αγαπημένο μου ενυδρείο όπου τραβήχτηκε και η photo του artwork. Το «Short Circuit» αναφέρεται σε όσα μας έτυχαν την περίοδο των μετακομίσεων: όλο κάτι ήταν χαλασμένο ή χάλαγε, είτε θα ήταν το PC μου με τις μπλε οθόνες και τα errors του, είτε θα χάλαγαν ηχεία, ακουστικά και, γενικά, συσκευές. Το «Pineapple Flox» μου ήρθε από την αγαπημένη μου Pizzeria στην Eberswalderstraße (δεν καταλάβαμε ποτέ το όνομα της) και το «Bubblegum Flox» το είχα εμπνευστεί από ένα πράσινο ζελέ που μου άρεσε πολύ εκείνο τον καιρό και απεικονίζει ένα είδος candy land».

Γελάει δυνατά και το γέλιο του προκαλεί πανζουρλισμό στα κοκόρια του πάρκου που αρχίζουν τα λαλήματα. «Με τον ανανά έχεις ένα κόλλημα, το θυμάμαι και από την προηγούμενη φορά που είχαμε μιλήσει». «Είναι πολύ ωραίο πράγμα ο ανανάς, και τότε τον σιχαίνονταν όλοι και με εκνεύριζαν» λέει.

 

 

Ακούγοντας κάποιος το άλμπουμ μπορεί να χαρακτηρίσει τον ήχο του δυστοπικό και σκοτεινό. Πώς ένα 20χρονο παιδί βγάζει τέτοιες ατμόσφαιρες;
Δεν θεωρώ την ηλικία κριτήριο για οποιοδήποτε συναίσθημα ή ιδέα. Νομίζω πως όλοι έχουμε αυτά τα στοιχεία μέσα μας λίγο-πολύ, απλά τυχαίνει εγώ να τα εξωτερικεύω μέσω της μουσικής μου. Βέβαια, από μικρός έκρυβα έναν ενθουσιασμό για την sci-fi κουλτούρα. Άλλωστε, πιστεύω ότι δεν απέχουμε και πάρα πολύ από μια πραγματική δυστοπία ή θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήδη έχει αρχίσει ένα πρώτο layer της, κι ας μην χαρακτηρίζεται απαραίτητα από τις ίδιες καταστάσεις που βλέπουμε π.χ. σε ταινίες.

Είσαι από αυτούς που πιστεύουν ότι η χαρούμενη τέχνη δεν έχει ενδιαφέρον;
Μπα, δεν θα το έλεγα τόσο. Πιστεύω ότι το κάθε τι εξυπηρετεί έναν σκοπό. Συχνά παρατηρώ και ο ίδιος στη μουσική μου χαρούμενες μελωδίες που συνήθως συνοδεύονται από dark ατμόσφαιρες. Κάθε συναίσθημα και στιγμή μπορεί να εκφραστεί μέσω της μουσικής, απλά θεωρώ πως έχει σχέση και με πώς το αντιλαμβάνεται ο καθένας. Κάτι που θεωρεί κάποιος σκοτεινό, για τον άλλον μπορεί να είναι το κομμάτι που βάζει όταν είναι χαρούμενος, οπότε παίζει και αυτό ρόλο.

Πώς τα βγάζεις πέρα στην Αθήνα;
Δεν μπορώ να πω ότι είναι και τέλεια τα πράγματα. Ούτως ή άλλως, μόλις τελειώσω τις σπουδές μου πάνω στην ηχοληψία, είμαι έτοιμος να ξαναφύγω. Ευτυχώς, η παρέα της κοπέλας μου και του σκύλου της με βοηθούν ιδιαίτερα να τα βγάζω πέρα καθημερινά μέσω μικρών απολαύσεων, όπως το να δούμε μια ταινία μαζί ή να ζωγραφίσουμε.

Πώς τα βλέπεις τα πράγματα; Στην Ελλάδα και στον κόσμο γενικότερα.
Δύσκολα, θα έλεγα. Και στην Ελλάδα, αλλά και γενικά. Η οικονομία χειροτερεύει καθώς και η επικοινωνία μεταξύ κρατών, ενώ παράλληλα στις διαπροσωπικές σχέσεις επικρατεί εγωισμός και ένα είδος ελιτισμού. Θα ήθελα πάρα πολύ τα πράγματα να ήταν καλύτερα, αλλά κρίνοντας από τους προηγούμενους αιώνες και τη γενικότερη συμπεριφορά των ανθρώπων, μάλλον το βλέπω ως κάτι απίθανο. Όπως ξέρουμε, άλλωστε, η ιστορία επαναλαμβάνεται.

Έχεις κάποιο προσωπικό καταφύγιο;
Η μουσική είναι καταφύγιο για μένα. Ίσως ακούγεται κάπως κλισέ, αλλά είναι και ένας από τους βασικούς λόγους που γράφω, γενικότερα. Ανεξαρτήτως από το πού βρίσκομαι, ξέρω ότι μέσω της μουσικής έχω πρόσβαση στον δικό μου κόσμο. Γι’ αυτό κάποιες μέρες γράφω και μουσική με τις ώρες, χωρίς να είχα εξ αρχής σκοπό για κάτι. Έτσι καταλήγω να έχω και μπόλικη μουσική, κι ας την ακούω μόνο εγώ.

Αν σε ρωτήσουν ποια είναι η κυρίαρχη τάση στην Αθήνα αυτή τη στιγμή, τι θα απαντούσες;
Δεν ξέρω! Υπάρχει;

 

 

Μιλάμε για τον αδερφό του που ήταν κλάμπερ και είχε ζήσει μια άλλη νύχτα στην Αθήνα, στις αρχές των ’90s, τότε που είχε μόνο τρία μαγαζιά που μάζευαν όλο τον κόσμο και πήγαινες εκεί για να ενημερωθείς, να ακούσεις τι παίζει, τον νέο ήχο. Σήμερα η Αθήνα έχει μόνο μπαρ, εκατοντάδες μπαρ που παίζουν το καθένα τη δική του μουσική, με χιλιάδες DJ, και όλα είναι πολύ αυτιστικά. Ο κάθε DJ παίζει για πέντε φίλους του και δημιουργείται ένα χάος. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις κάποιον ήχο, γι’ αυτό δεν υπάρχει καμία σκηνή στην ουσία.

Τι σου δίνει έμπνευση;
Θεωρώ πως είναι μια μίξη πολλών πραγμάτων. Σίγουρα αντλώ μεγάλο μέρος της έμπνευσής μου απλά υποσυνείδητα, από το μυαλό μου π.χ., είτε από ταινίες και ταξίδια. Μετά σε αυτό έρχονται και κολλάνε τα στιγμιαία ερεθίσματα της καθημερινότητας. Αρκετές φορές προσπαθώ να γράφω μουσική κατευθείαν μόλις ξυπνήσω, για να μειώσω όσο μπορώ τα ερεθίσματα του short term memory, τουλάχιστον, ή και για να αποτυπώσω κάποιο όνειρο που είδα. Άλλες φορές που δεν έχω έμπνευση, με βολεύει να γράφω αργά το βραδύ προς ξημέρωμα, ακριβώς επειδή έχω κάνει ή έχω δει αρκετά όλη την υπόλοιπη μέρα και είναι η ώρα που η παραγωγικότητα και το motivation, όλως περιέργως, είναι στο peak τους. Μπόνους πόντους έμπνευσης παίρνω τον χειμώνα και παρατηρώ ότι τα καλοκαίρια είμαι συνήθως λίγο πιο στάσιμος. Ένα τσάι και λίγη βροχή ή χιόνι είναι το ιδεατό.

Τι σε τρομάζει πιο πολύ;
Ο χρόνος. Με τρομάζει το γεγονός ότι εγώ και τα αγαπημένα μου πρόσωπα ίσως δεν προλάβουμε να ζήσουμε κι άλλες εμπειρίες ή καταστάσεις, ή να πραγματοποιήσουμε διάφορα σχέδια η όνειρα που μπορεί να έχουμε. Ένα από τα πολλά όνειρά μου είναι να μπορέσω να ταξιδέψω σε όλο τον κόσμο. Ξέρω ότι είναι αδύνατο σε όλο αυτό το μικρό χρονικό διάστημα της ζωής να προλάβω όλα αυτά και άλλα τόσα. Τα πιο πολλά πράγματα δεν τα φοβάμαι γιατί μου φαίνονται λογικά, αλλά η όλη έννοια του χρόνου μου φαίνεται παράλογη, γι’ αυτό και τον φοβάμαι. Πραγματικά θα ήθελα επιπλέον ζωές.

 

 

Γιατί ονόμασες το άλμπουμ σου Everlong 13str.;
Το 13str. είναι το νούμερο από το σπίτι που νοικιάζαμε στην Γερμανία όπου και γράφτηκε το πιο μεγάλο μέρος του album, αλλά και το σπίτι που μένουμε τώρα στην Αθήνα είναι στο νούμερο 13. Everlong γιατί πρώτον, ένιωσα πως αυτό το άλμπουμ ήθελα να πάρει την μορφή ενός προσωπικού ημερολογίου ή και ενός φανταστικού δρόμου/οδού από καταστάσεις και συναισθήματα που θα ήθελα να μείνουν χαραγμένα για πάντα στο μυαλό μου και, δεύτερον, γιατί επηρεάστηκα από τους ίδιους σχεδόν λόγους που έγραψε και ο Dave Grohl από τους Foo Fighters το κομμάτι Everlong, δηλαδή μία σημαντική μεταβατική περίοδος και ένα αγαπητό πρόσωπο.

Άκουσε το Everlong 13str. στο Spotify 

Στο itunes

Στο bandcamp

Το soundcloud του FlökosH. 

Φωτογραφίες: George Kanis