Αλλόκοτη και δύσκολη, με αποδομημένο footwork, ξαναορίζει τη χορευτική μουσική μετατρέποντάς τη σε διονυσιακή γιορτή.

Το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό όταν ακούω το όνομα της Jlin είναι «μουσική από το μέλλον». Δεν είναι καλλιτέχνης για αυτό που λες «μεγάλο κοινό», δεν είναι εύκολη, η μουσική της είναι αλλόκοτη και μερικές φορές σε κάνει να νιώσεις άβολα, την κατατάσσουν στο footwork αλλά δεν χορεύεται ακριβώς, οι ρυθμοί της είναι γρήγοροι, αγχωτικοί, πρωτόγνωροι, με φωνές που ακούγονται σαν κραυγές, κάποιες στιγμές μπορεί να γίνουν ενοχλητικοί, μονότονοι, που σε προτρέπουν όμως σε μια κίνηση που παραπέμπει σε διονυσιακή γιορτή (φαντάζομαι ότι κάπως έτσι θα πρέπει να χόρευαν εκστασιασμένοι). Είναι ένας ήχος που δεν ξέρεις πώς να τον χαρακτηρίσεις, αλλά είναι αδύνατο να μην σε ταρακουνήσει.

Το πώς κατάφερε να έχει τέτοια τεράστια απόδοχή από όλα ανεξαιρέτως τα μέσα και να αποκτήσει τόσο φανατικό κοινό είναι άξιο μελέτης. Δύσκολα (πολύ δύσκολα) όνομα με τόσο παράξενο και ιδιόρρυθμο ήχο γίνεται εξώφυλλο σε μέινστριμ περιοδικά όπως το Spin την ίδια περίπου περίοδο που την επιλέγει για εξώφυλλο και το WIRE. Το 2015 οι συντάκτες του WIRE είχαν ψηφίσει το πρώτο αλμπουμ της Dark Energy ως «άλμπουμ της χρονιάς» και παρόλο που το καινούργιο της Black Origami είναι ακόμα πιο δύσκολο και ακόμα πιο χωμένο μέσα στην κουλτούρα της «μαύρης Αμερικής» -με όλες τις έννοιες που σου έρχονται ως συνειρμοί από τη λέξη-, σε λίγο που τελειώνει η χρονιά θα υπάρχει σίγουρα σε πολλές λίστες με τα καλύτερα. Και είναι όντως ένα εκπληκτικό άλμπουμ.

Δεν είναι να απορεί κανείς γιατί έγινε sold out η αποψινή εμφάνισή της στην Αθήνα: αν ρίξεις μια ματιά στο κακογυρισμένο βίντεο που έχει ανέβει στο YouTube από την performance που έκανε τον Απρίλιο στο Boiler Room με την Ινδή χορεύτρια Avril Stormy Unger να τη συνοδεύει, καταλαβαίνεις γιατί τα live της ενθουσιάζουν τόσο τους φαν της. Θυμάμαι και άλλο ένα βίντεο από live της σε ένα περσινό φεστιβάλ του Pitchfork όπου παίζει το BuZilla και διάφοροι τύποι χορεύουν βιαστικά πάνω στο κοφτό, αγχωτικό beat του footwork κάνοντας επίδειξη γρηγοράδας (σαν τα χορευτικά στα βίντεο των Prodigy σε fast forward).

 

 

Καταλαβαίνεις τι δυναμική έχει αυτή η μουσική και τι ενέργεια, κι ας μην τολμάει πολύς κόσμος να τη χορέψει. Σε προτρέπει σε κίνηση, να κουνήσεις τα πόδια και τα χέρια με έναν τρόπο ανοίκειο, πρόστυχο, σε ακανόνιστα σχήματα που φαινομενικά δεν έχουν σχέση με κανενός είδους αρμονία, να χορέψεις μεγαλοπρεπώς αλλά και στα όρια του γκροτέσκου, όπως ο Corey Scott-Gilbert στο βίντεο του Carbon 7 που δημιουργεί τις ίδιες αμήχανες αντιδράσεις που δημιουργούσαν και τα βίντεο του Aphex Twin.

 

 

Κι αν στο Dark Energy ξαναόρισε το footwork κάνοντάς το να ακούγεται απόκοσμο και φουτουριστικό, στο Black Origami το πάει ακόμα πιο μπροστά, μπλέκοντάς το με άλλα είδη, αποδομημένες ανατολίτικες μουσικές, ινδικούς ρυθμούς, βιομηχανικούς ήχους, ήχους από πουλιά και πνευστά που παραπέμπουν σε ένα μεταλλαγμένο «new age». Μουσική που δεν καταναλώνεται εύκολα, αλλά που σε αναγκάζει να επιστρέψεις ξανά και ξανά και κάθε φορά να ανακαλύψεις μέσα της και κάτι καινούργιο.

Το πόσο σημαντική είναι η κίνηση για την Jlin φαίνεται από τις χορογραφίες στα βίντεό της: στο Unknown Tongues η Lilian Steiner συσπάται και αναδιπλώνει ολόκληρο το σώμα της μιμούμενη τις κινήσεις κάποιας ανατολίτικης πολεμικής τέχνης. Η κίνηση, ακόμα και η πιο ανεπαίσθητη, είναι η πιο μεγάλη της έμπνευση δηλώνει στο WIRE η Jlin, της εξάπτει τη φαντασία. «Είναι το πιο σημαντικό πράγμα για μένα» λέει. «Ο τρόπος που κουνάει κάποιος τα μάτια του μπορεί να με εμπνεύσει να κάνω κάτι, ή ο τρόπος που πήρε κάποιος μια βαθιά ανάσα, ο τρόπος που κοίταξε κάτι… Όταν σκέφτομαι μια κίνηση είναι κάτι περισσότερο από απλά ένας χορός».

 

 

Ο Jlin είναι σήμερα 30 χρονών και ασχολείται με τη μουσική από τα 19 της, από τότε που σπούδαζε στο πανεπιστήμιο αρχιτεκτονική και computer graphics. Εκείνη την εποχή άρχισα να μισώ το σχολείο με πάθος» λέει. Ένας φίλος της την σύστησε στο footwork, άρχισε να το ακούει φανατικά και μέσω MySpace γνώρισε καλλιτέχνες όπως ο DJ Rashad ή παραγωγούς από το Σικάγο που της άλλαξαν τη ζωή. «Σταμάτησα εντελώς να πηγαίνω στα μαθήματα» θυμάται, «οι φίλοι μου ήταν στην αίθουσα κι εγώ ήμουν στην βιβλιοθήκη με τα ακουστικά και άκουγα κομμάτια ή έφτιαχνα μουσική. Ώρες ατελείωτες. Έκανα άπειρη εξάσκηση. Έπρεπε να είμαι στην τάξη αλλά δεν ήμουν». Δεν τέλειωσε ποτέ το πανεπιστήμιο.

«Όταν έφτιαχνα το Dark Energy, δεν ήξερα να παίζω ζωντανά. Μου είχε πει ένας κολλητός μου από την εταιρεία (Planet Mu), αν σκέφτομαι να κάνω περιοδεία.  Δεν ήξερα τίποτα, ήξερα μόνο πώς να κάνω παραγωγή. Σε δύο μήνες έπρεπε να μάθω πώς να παίζω μουσική παράλληλα με την καθημερινή δουλειά μου, τις συνεντεύξεις, την κανονική ζωή μου.  Έπρεπε να το μάθω σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Μερικές φορές είναι απαραίτητο να γνωρίζεις καλά τον εαυτό σου. Να προσπαθείς, ακόμη και αν αποτύχεις. Ποτέ, όμως, στην ουσία δεν αποτυγχάνεις, γιατί κάθε αποτυχία είναι ένα ακόμη βήμα προς την επιτυχία. Αν κάνεις κάτι λάθος, την επόμενη φορά που θα σου τύχει θα ξέρεις τι να κάνεις. Με αυτόν τον τρόπο λειτουργώ. Είμαι από τους ανθρωπους που φοβούνται την υπερβολική κολακεία. Οι πολύ καλές κριτικές με τρομάζουν. Μερικές δεν μπορώ καν να τις διαβάσω. Η κολακεία μπορεί να σε κάνει να κολλήσεις σε ένα πράγμα και να μείνεις στάσιμος, ενώ μπορείς να πας πολύ παραπέρα. Εκτιμώ τους ανθρώπους που τους αρέσει η δουλειά μου, αλλά πρέπει να ξεφύγω από τον εγωισμό και την περηφάνεια που είναι μέρος τη φύσης μου. Να κάνω τη διαφορά και να πάω μπροστά. Χρειάζεσαι περισσότερα άτομα στην ζωή σου που να σου λένε «όχι», παρά «ναι». Και προσπαθώ πάντα να είμαι ο εαυτός μου και όχι να κάνω αυτό που ευχαριστεί τον κόσμο».

Είναι μια κατηγορία από μόνη της και ελπίζω απόψε να το αποδείξει και στην Αθήνα.

 

 

Στις 9 το βράδυ εμφανίζεται στην Αγγλικανική Εκκλησία Αγίου Παύλου, Φιλελλήνων 27 Σύνταγμα.