«Κωλόπαιδο ξέρουμε ότι πήγες κι έγινες –κι άμα θέλαμε τώρα σε σταματάγαμε και το βρίσκαμε, αλλά δε θέλουμε». Ο άγνωστος του μιλάει με τόση σιγουριά που δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι δεν του λέει μαλακίες. Ο Μιχάλης συνεχίζει να περπατάει παίζοντάς το αδιάφορος –όσο αδιάφορος γίνεται να το παίξει κανείς όταν, ενώ περπατάει βιαστικά σε έναν πολυσύχναστο δρόμο με τις τσέπες γεμάτες κουμπιά, του την πέφτει από το πουθενά ένας ασφαλίτης.

Προτού προλάβει να τον πιάσει ο πανικός και καρφωθεί για τα καλά στρίβει στη γωνία, ενώ ταυτόχρονα μπουκώνεται την καρτέλα με τα χάπια και αρχίζει να τη μασάει όσο πιο καλά μπορεί -αλουμίνιο, πλαστικό και χάπια όλα μία μάζα-μέχρι που την καταπίνει με δυσκολία.

Χρειάζεται να περάσουν αρκετές ώρες για να ξενερώσει αρκετά και να καταλάβει πως η συνάντηση με τον ασφαλίτη δεν έγινε ποτέ. Όλα ήταν μία αγχωμένη παραίσθηση. Και αυτό που έφαγε μέσα στον πανικό του δεν ήταν η καρτέλα με τα Akineton, αλλά ένα δεκάευρο που είχε στη τσέπη. Τα Akineton, προφανώς, τα είχε φάει νωρίτερα.

Γυρνάει σπίτι με τα πόδια γιατί δεν έχει για ταρίφα.

Υπάρχει μία κατηγορία drugs που λίγοι γνωρίζουν σε βάθος. Για την αστυνομία είναι «ναρκωτικά δισκία» -ασχέτως του ότι αν τα πάρεις με συνταγή είναι απλώς φάρμακα. Άλλες φορές είναι «ναρκωτικά σιρόπια» -εκτός φυσικά κι αν έχει κανείς ξερόβηχα, οπότε και είναι απλώς σιρόπια για το βήχα. Υπάρχουν και φυτά -για τα οποία η αστυνομία αδιαφορεί, μιας δεν είναι παράνομα –και η αστυνομία πάντοτε αδιαφορεί αν ξέρει ότι δε θα βγει κάτι από την υπόθεση, συνήθως είναι εδώ για να δένει κι όχι για να προλαμβάνει. Ούτως ή άλλως, ο περισσότερος κόσμος δεν έχει ιδέα γι αυτά, και ντραγκς σαν την ηρωίνη και την κόκα προσφέρονται πολύ περισσότερο για δακρύβρεχτες ιστορίες στα κανάλια και για ηθικοπλαστικά «σου-το-λεγα-εγώ-τώρα-καλά-να-πάθεις-παλιοπρεζάκι» άρθρα στον τύπο. Δε γίνεται να κάνεις φωσκολιάδα καταγγέλοντας τη μάστιγα των λεξοτανίλ που πίνει και η θεία σου -και η μέση ροκ μπάντα δε θα φανεί κ τόσο περπατημένη και ατημέλητα χάι γράφοντας κομμάτια για το φίλο που κάηκε «απ’ τους παλιούς τους ύπνους / τα δυάρια τα καφέ / σε χάσαμε αδερφέ».

FullSizeRender(1)

Τα συγκεκριμένα ντραγκς περνάνε απαρατήρητα. ΟΚ, σχεδόν απαρατήρητα. Σε κάθε περίπτωση, είναι αρκετά άγνωστα ώστε πολλές φορές ούτε αυτοί που τα πίνουν να μην γνωρίζουν τη δραστική ουσία. Σαν τους καταναλωτές έτοιμων γευμάτων και συσκευασμένων γλυκών από τα σουπερμάρκετ, γνωρίζουν τα ντραγκς που πίνουν μόνο με το εμπορικό τους όνομα -υπνοσεντόν-βουλμπεγκάλ-λέξοι. Καταναλωτές γεννημένοι στην εποχή των μεγάλων εταιρειών, με το βιότοπό τους να καθορίζεται από τα ονόματα των μεγάλων εταιριών.

Οι εξαιρέσεις φυσικά υπάρχουν -όπως η ντάτουρα που μας έδωσε η μάνα φύση αυτοπροσώπως. Και ο,τι κάνει η μάνα φύση, το κάνει καλύτερα, γι’ αυτό και στην συγκεκριμένη κατηγορία ντραγκς, η ντάτουρα ανακηρύσσεται με διαφορά, το αθλιότερο. Σε τέτοιο βαθμό, που χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά είτε λόγω εφηβικής περιέργειας -με σκυλομετάνιωμα στάνταρ στο καπάκι- είτε λόγω παντελούς έλλειψης ο,τιδήποτε άλλου μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο να την ακούσει.

Ποιά είναι όμως αυτά τα ντραγκς; Καταρχήν, η ομαδοποίηση έχει περισσότερο πρακτική παρά φαρμακολογική βάση, μιας που το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι πως πρόκειται για ουσίες ανάγκης μάλλον, παρά επιλογής. Αναμφισβήτητα όμως οι συγκεκριμένες ουσίες έχουν παρόμοια στοιχεία στο άκουσμά τους, με προεξέχον αυτό της μείωσης της επίγνωσης -και ο,τι αυτό συνεπάγεται.

Πρόκειται βασικά για μια ετερόκλητη ομάδα ουσιών. Από φαρμακολογικής άποψης, θα μπορούσαμε να τις κατηγοριοποιήσουμε ως εξής:

FullSizeRender(4)FullSizeRender_4(1)

Αντιισταμινικά / Αλκαλοειδή του τροπανίου: ντάτουρα, δραμαμίνες, Buscopan

Δράση: ξηροστομία, κόμπο στο λαιμό, κακουχία, θολούρα, άσχημες ψευδαισθήσεις, έμμονες ιδέες, κενά μνήμης, ξηροστομία, κόμπο στο λαιμό, ξηροστομία… Όταν χρησιμοποιούνται σε δημόσιο χώρο, στη λίστα προστίθεται και το «περίγελος», μιας που το να συνομιλεί κανείς με αόρατους φίλους βγάζοντας άναρθρους -λόγω ξηροστομίας- ήχους, δεν θεωρείται γενικά η καλύτερη τακτική για μια έχει κανείς μία διακριτική παρουσία.

Αντιπαρκινσονικά / Αντιμουσκαρινικά: Artane, Viorex, Akineton

Δράση: Ακριβώς τα ίδια με παραπάνω, με το πλεονέκτημα όμως ότι δεν κρατάνε και δυο μέρες όπως η ντάτουρα για παράδειγμα, κάνοντας την κατάσταση λίγο, ελάχιστα πιο ανθρώπινη.

Βενζοδιαζεπίνες

Εδώ θα πρέπει να ορίσουμε δύο υποκατηγορίες. Από τη μία τα απλά, καθημερινά, ταπεινά ηρεμιστικά: Tavor, Stedon (το γνωστό Valiumβασικά), Lexotanil, Xanax και συναφή. Κι από την άλλη, η αγία τριάδα της φλουνιτραζεπάμης: Hipnosedon, Vulbegal, Ilman –τα χάπια που κάψανε δυο γενιές ντόπιων, αλβανών και ρωσοπόντιων, κινητήρια δύναμη πίσω από άπειρα επεισόδια σε live, γήπεδα, πάρκα και σπίτια, που αν οι πωλήσεις φαρμάκων μπαίνανε στο Billboard, το υπνοσεντόν του ενός μιλιγκράμ θα έτρωγε τη δόξα απ’ το Dark Side Of The Moon, τα βούμπλε θα είχαν το δικό τους αστέρι στο Hollywood Boulevard, ενώ τα εγχώρια Ιλμάν θα τα είχανε φτιάξει με τη Σοφία Αλιμπέρτη και θα τραγουδούσαν «Με τα χείλη τα δικά σου ανασαίνω».
Η δράση τους; Σαν μεθύσι από ούζο με άδειο στομάχι σε αργή κίνηση. Κενά μνήμης. Έμμονες ιδέες. Παντελής έλλειψη αναστολών. Πόρτα στα μαγαζιά.

Οπιοειδή

Tramal, Subutex, το αντιβηχικό Sival-b -ελαφρύτερα από την ηρωίνη, αλλά κατα τα άλλα μία από τα ίδια, με το σούμποτεξ να προκαλεί ανησυχία εδώ και κάποια χρόνια στις Σκανδιναβικές χώρες -ιστορικά επιρρεπείς σε παρόμοιες “επιδημίες”, μιας που το ίδιο είχε συμβεί και κάτι δεκαετίες νωρίτερα με τις αμφεταμίνες.
Επιστρέφοντας στα δικά μας, κλείνουμε την κατηγορία με μία ιδιαίτερη μνεία για ιστορικούς λόγους στο Peracon, το θρυλικό αντιβηχικό σιρόπι που έκανε το να πηγαίνει κανείς στο γήπεδο στα’90s μια εντελώς νέα οπτικοακουστική εμπειρία. Μπορεί να έχει αποσυρθεί εδώ και χρόνια, αλλά παραμένει μέτρο σύγκρισης -έχοντας σαφώς περισσότερους νοσταλγούς απ’ ό,τι ο βασιλιάς, η χούντα, ή το ροκ-εν-ρολ, συνώνυμο σχεδόν του βασιλικού στο παραθύρι, σύμβολο μιας παλιάς, αγνής εποχής όταν «τα φώτα γίνονταν γραμμές και τα χέρια άφηναν ίχνη».

Τα παραπάνω drugs είναι δημοφιλή για πολλούς λόγους: ευκολία προσπορισμού, χαμηλή τιμή, ένα καθεστώς (ημι-)νομιμότητας -για κάποια από αυτά τουλάχιστον- και πάνω απ´ όλα το εύθραυστο και αναξιόπιστο δίκτυο διακίνησης «κανονικών» «σκληρών ναρκωτικών», με την ποιότητα της ηρωίνης να είναι κατά κανόνα τόσο χαμηλή, που για πολλούς χρήστες δε θα αρκούσε ένα –καλό- μεροκάματο για να την ακούσουν όπως θέλουν –με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούν άλλες ουσίες ως ενισχυτές. Φυσικά, ώρες-ώρες είναι και τα μοναδικά διαθέσιμα, λόγω χρονικών, γεωγραφικών και ηλικιακών περιορισμών.

Σε ένα από τα εφηβικά καφέ στην επαρχία. Επιτραπέζια παιχνίδια, η τηλεόραση παίζει Eurosport και πίσω από τη μπάρα ο βαριεστημένος ιδιοκτήτης -και ρουφιάνος της ασφάλειας- που τα κονομάει από δυο μεριές από την πελατεία του. Σε ένα τραπεζάκι, μια παρέα από πιτσιρικάδες, 17-18 χρονών την έχει ακούσει χοντρά από μπύρες και Akineton. Μερικοί συζητάνε ακυρότητες κι οι υπόλοποι απολαμβάνουν το χάσιμο ξεροκαταπίνοντας. Ο Ρούλης, ο μεγαλύτερος της παρέας, την έχει ακούσει τόσο που νομίζει πως είναι στην οικοδομή. Σηκώνεται γέρνοντας, παίρνει τα αόρατα εργαλεία του και αρχίζει να καλουπώνει. Ένα ακόμα αόρατο μεροκάματο, μιας που -από ένα μείγμα συνήθειας και τύψεων- κάθε φορά που γίνεται λιώμα, ο εγκέφαλός του λουπάρει άσχημα και νομίζει πως είναι στη δουλειά. Οι υπόλοιποι της παρέας ξεσπούν σε γέλια. Ο Ρούλης το παρακάνει πάντα και τρώει 15 και 20 κουμπιά από μόνος του.

FullSizeRender(6)

Οι ουσίες με τις οποίες καταπιάνεται το άρθρο, δε φημίζονται για τη διεύρυνση της αντίληψης, το άνοιγμα της σκέψης, για τη γιορτή των αισθήσεων που δίνουν τα ψυχεδελικά. Δεν έχουν να μάθουν κάτι σε κανέναν. Δεν έχουν να δώσουν τίποτα. Έχουν μόνο να πάρουν –το χρόνο που θα τους δώσει ο καθένας. Κανείς δεν είδε τα μυστικά του σύμπαντος πίνοντας Αρτάν. Το αντίθετο ακριβώς. Με την εξαίρεση του Peracon –αποσυρμένου χρόνια τώρα- το οποίο είχε ψυχοδιευρυντική δράση, τα υπόλοιπα ντραγκς της κατηγορίας θαμπώνουν τις αισθήσεις, σταματούν ή -ακόμα χειρότερα- λουπάρουν τη σκέψη και λειτουργούν σαν το αλκοόλ στα πολύ χειρότερά του: Ευφορία όχι λόγω αυξημένης αντίληψης αλλά λόγω άγνοιας και μειωμένης επίγνωσης.

Αυτό, οδηγεί με χαρακτηριστική άνεση στην κλασική συμπεριφορά «χαπακωμένου» -όπως την παρουσιάζουν τα μίντια όταν τους βολεύει να το θυμηθούν, και όπως το έχει στο μυαλό του ο περισσότερος κόσμος: Απρόβλεπτη συμπεριφορά, ρεσιτάλ καφρίλας, σπάσιμο, πεσίματα σε κόσμο, ψειρίσματα και όλα τα σχετικά. Συμβαίνουν αυτά. Αλλά αυτό είναι μόνο η μία – λιγότερο συχνή όψη.

Στην πραγματικότητα, το 90% του χρόνου, περνά σα να μην υπήρξε ποτέ. Καμία δράση, λίγες μνήμες, και ο χρόνος να περνάει από μόνος του. Και μαζί με το χρόνο περνάνε και τα χρόνια μέσα σε μία σταθερή μόντα. Ο καθένας έχει τη δική του – και μερικοί τη φέρνουν στα μέτρα τους: μισό από αυτό το πρωί, μαζί με τρία από εκείνα, μετά το μεσημέρι άλλο ένα, το απόγευμα δύο από τα άλλα, το βράδυ ένα υπνωτικό και αύριο πάμε πάλι – ο λιγότερο επίπονος και πιο αποστασιοποιημένος τρόπος για να τη βγάλει κάποιος, έτσι ώστε ο χρόνος να περνά με τη λιγότερη δυνατή επίγνωση.

Η χρήση ουσιών που μειώνουν την επίγνωση (δηλαδή «ναρκωτικά» εξαιρουμένων των ψυχεδελικών) είναι κλασική τακτική ολόκληρων πληθυσμών κάτω από αντίξοες συνθήκες. Κατάρρευση πολιτισμών κι αυτοκρατοριών, πόλεμοι, διωγμοί, καταστροφές. Σε μικρότερη κλίμακα, μία ματιά στις φυλακές αρκεί. Ή μια -φαινομενικά- απλή καθημερινή στο κέντρο της πόλης. Κάτι που οι εθισμένοι στα οπιοειδή ξέρουν καλύτερα απ’ όλους. Η στέρηση θα κάνει κάποιον εκτοπισμένο πρόσφυγα στην ίδια του τη γειτονιά. Σε αυτή την περίπτωση, η τακτική επιβίωσης είναι το μπούκωμα με ηρεμιστικά -με τη φλουνιτραζεπάμη να αποτελεί σταθερή αξία, μιας που σε σχέση με τα υπόλοιπα ηρεμιστικά έχει τα πλεονεκτήματα της έξτρα ευφορίας και της απώλειας πρόσφατης μνήμης. Με λίγα λόγια, από τη μία την ακούς όσο πάει, κι από την άλλη δε θυμάσαι καν για ποιό λόγο χαλάστηκες τόσο που ήθελες να την ακούσεις εξ αρχής.

FullSizeRender_1(2)

Κάπου κοντά στην πλατεία Βικτωρίας σε ένα μικρό διαμέρισμα με θέα στον ακάλυπτο. Ο Εύρης, εκπατρισμένος Σαλονικιός έχει μείνει από φράγκα, άσε που είναι μια από αυτές τις μέρες που για κάποιο λόγο δεν παίζει τίποτα: 2 ώρες Γερανίου και πρέζα ούτε για δείγμα. Δεν είναι δύσκολο να εγκαταλείψει η Τύχη ένα πρεζάκι, ποτέ της δεν του ’χε και ιδιαίτερη συμπάθεια. Ας ειν’ καλά οι Ύπνοι: θα βγει το βράδυ «κάπως» και το πρωί βλέπει. Σπάει δύο-τρεις από την καρτέλα και πάει να τους καταπιεί. Τους κοιτάζει για λίγο σκεπτικός. Μετά τους σπάει σε κομμάτια, τους ρίχνει στο κουτάλι και τους βράζει. Γεμίζει το σέο και ετοιμάζεται. Κοιτάζει το διάλυμα μέσα στη σύριγγα που έχει ένα έντονο μπλε χρώμα –χρωστική για να αποφεύγεται η χρήση του Hipnosedonως rape drug. Το κοιτάζει ξανά και ξανά, διστάζοντας να σουτάρει στη φλέβα του το χρωματιστό -σχεδόν φωσφοριζέ- υγρό.

Με μια ξαφνική αποφασιστικότητα, φωνάζει  «Άντε Ηρακλάρααα! Όλα μπλε ρέε!» και βαράει.

Όσο κι αν σε κάποιους η παραπάνω ιστορία, μπορεί να φανεί ως ένα βαθμό γοητευτική και μποέμικη, η πραγματικότητα απέχει πολύ. Όσο μελοδραματικό τόνο και να είχε ο Εύρης όταν το διηγήθηκε, όσο και να τα το ξαναζούσε λέγοντας τα σαν γέρος Αντάρτης που θυμάται το Βίτσι το ’48, οι παρόντες γελούσαν για κανά δεκάλεπτο. Κι αυτό γιατί οι παρόντες τα είχανε φάει στη μάπα αρκετά, ώστε να μη βλέπουν τίποτα το μελοδραματικό στα παραπάνω παρά αυτό που ήτανε στην πραγματικότητα –κι ας μη το ονόμαζαν έτσι: maladaptive coping mechanism.

Κι αυτός θα μπορούσε να είναι ένας από τους σημαντικότερους λόγους για τη χρήση όλης αυτής της οικογένειας των άχαρων και πρακτικά άχρηστων ντράγκς. Υπάρχουν εκεί σαν ασπίδα στα αρνητικά της καθημερινής ζωής.

Ας το πάρουμε αλλιώς:

Ο Κούλης και ο Γιάννος, αδέρφια κάπου μετά τα 30 τους, καίνε ένα-ένα τα Buscopan και τα κάνουν σκόνη. Στρώνουν από μία τεράστια γραμμή ο καθένας και μετά από ένα τέταρτο είναι χωμένοι σε ένα σύμπαν άχαρων ψευδαισθήσεων και ανυπόφορης ξηροστομίας. Θα μείνουν εκεί μέσα για το υπόλοιπο της ημέρας -σαν ασθενείς παγιδευμένοι στα τρομακτικά όνειρα του πυρετού από τα οποία είναι αδύνατο να βγουν. Έστω κι αυτό όμως είναι καλύτερο από τη  βαρετή πραγματικότητά τους –αλλιώς, θα το κάνανε;

FullSizeRender_1(3)

Μπροστά στην απόλυτη βαρεμάρα, φάτσα-φάτσα με τη μέρα της μαρμότας, το απόλυτο χάος φαντάζει πιο καθησυχαστικό. Το σπίτι-δουλειά-δουλειά-σπίτι δεν είναι για όλους. Οι επιλογές είναι δύο βασικά –ή κάνεις κάτι δικό σου με τους δικούς σου όρους, ή βγαίνεις εκτός. Πολλές φορές και τα δύο μαζί –το ένα θρέφει το άλλο. Αλλά υπάρχει «εκτός» και «εκτός». Και το «εκτός» των παραπάνω ντρακς είναι άγονο χωράφι. Και σ’ αυτό δε διαφέρει και ιδιαίτερα από το κάθε καφενείο ή καφέ, που τις περισσότερες φορές μοιάζουν περισσότερο με πάρκινγκ απογοητευμένων ανθρώπων παρά με χώρους κοινωνικοποίησης. Και των μεν και των δε τα συκώτια χαλάνε, ο χρόνος σκοτώνεται κι από τις δύο πλευρές και τα μόνα λόγια που ακούγονται είναι μονότονες επαναλήψεις ήδη γνωστών πραγμάτων. Απλά οι του καφενείου διαλέξανε να κάνουν ότι συμμετέχουν στο παιχνίδι κι ας μη θέλουν ή ας μη τους παίρνει, ενώ οι των κουμπιών κτλ είπανε ένα «βρε δε γαμιέστε» και πήρανε τα ρίσκα τους –απλά δεν τους βγήκε το ποντάρισμα. Το αποτέλεσμα είναι συνήθως ακόμα περισσότερη απογοήτευση και κατά συνέπεια, ακόμα περισσότερα ντραγκς, τα οποία μοιραία φέρνουν ακόμα περισσότερη περιθωριοποίηση και πάει λέγοντας.

Όλα τα παραπάνω έρχονται σε απόλυτη αντιστοιχία με το διάσημο Rat Park Experiment του Bruce Alexander στα τέλη των ‘70ς: Σε δύο ομάδες αρουραίων παρέχεται μορφίνη διαλυμένη σε νερό. Η μία ομάδα, περιορισμένη σε κλασικά κλουβάκια εργαστηρίου –με έναν αρουραίο ανά κλουβί έτσι ώστε να μην έχουν επαφή- πέφτει με τα μούτρα κι εθίζεται σε χρόνο d/t. Η άλλη ομάδα, έχει τοποθετηθεί σε ένα τεράστιο πάρκο-παράδεισο για αρουραίους: Άφθονος χώρος, τροφή, παρέα, μπάλες και τροχοί για παιχνίδι και το ελεύθερο να ζευγαρώνουν και να μεγαλώνουν τα μικρά τους σε βολικές, ασφαλείς γωνίες. Αποτέλεσμα; Οι αρουραίο δοκιμάσανε μορφίνη, δεν τους άρεσε (είναι πικρή), την αφήσανε στην άκρη και συνεχίσανε τη ζωή τους. Οι ερευνητές πρόσθεσαν ζάχαρη στο διάλυμα μορφίνης για να τους βάλουν σε πειρασμό. Οι αρουραίοι αδιαφόρησαν και πάλι. Τέλος, πήραν μερικούς αρουραίους από την απομόνωση και τους βάλανε στο πάρκο. Οι αρουραίοι-πρεζάκια, κόψανε γρήγορα και ούτε που ξαναήπιανε. Αντίθετα, το ρίξανε στις βόλτες, το παιχνίδι και το σεξ, μασουλώντας μύγδαλα.

FullSizeRender_2(3)

Το -προφανέστατο- συμπέρασμα, υποστηρίχτηκε από περαιτέρω έρευνες, οι οποίες λένε λίγο-πολύ τα ίδια: Όταν το περιβάλλον είναι ενδιαφέρον και γεμάτο ερεθίσματα, οι αρουραίοι ήτανε “high on life” και δε μασούσανε ούτε από μορφίνη, ούτε από κόκα, ούτε από ζαχαρωμένα, ευχάριστα στη γεύση μείγματα.

Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν και κάτι ακόμα: Η κόκα και η μορφίνη έχουν -αναμφισβήτητα- ευχάριστη δράση, άρα ίσως φαντάζει λογικό να ανταλλάξει κανείς μία μονότονη και κατά βάση εχθρική πραγματικότητα σε ένα κλουβί στην απομόνωση, με μία ζωή σε συνεχόμενο χαϊλίκι και χουχούλιασμα με την καρό κουβερτούλα της ντάγκλας.

Πόσο χάλια πρέπει όμως να είναι η δεδομένη πραγματικότητα για κάποιους από εμάς έτσι ώστε να την ανταλλάσουν με αρτάν κι ακινετόν, ξηροστομία, παράνοια κι αμνησία; Πόσο σκατά πρέπει να βλέπει κανείς τα πράγματα για να διαλέγει να μη θυμάται τίποτα; Και πόσο πληκτικός μπορεί να είναι ο περίγυρος έτσι ώστε να προτιμά κανείς να συνομιλεί ακατάληπτα με ανύπαρκτες φιγούρες ενώ η ντοπαμίνη έχει φρακάρει στους υποδοχείς από τα μύτα buscopan;

Μήπως όλα τα άτομα που διαλέγουν να πίνουν άθλια κουμπιά είναι σαν τα καναρίνια στο ορυχείο; Μήπως αντί για περιθωριοποίηση και κράξιμο θα έπρεπε να είναι σε τρίποδα σαν την Πυθία;

Μέχρι κάποιο βαθμό, μάλλον ναι: Το να διαλέγει κανείς ξηροστομία, κακουχίες και κάψιμο, δείχνει οτι η όποια εναλλακτική δεν αξίζει τα λεφτά της με την καμία. Και η εναλλακτική αυτή είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε όλοι. Μοιάζει με μία αποστασιοποιημένη, φιλική παρατήρηση ότι η πραγματικότητά μας πάσχει σε επίπεδο ερεθισμάτων, εμπειριών, δυνατοτήτων και υποσχέσεων.

FullSizeRender_2(5) FullSizeRender_2 FullSizeRender_3(3)

Ε και; Χέστηκα θα μου πείτε, αλλά μην είστε και τόσο σίγουροι: Οι έρευνες δείχνουν ότι αυτή η ίδια έλλειψη ερεθισμάτων στο περιβάλλον που σχετίζεται με τη χρήση ντραγκς, σχετίζεται και αυξημένες πιθανότητες για νόσο του Πάρκινσον. Η έλλειψη ερεθισμάτων καίει τον εγκέφαλο με έμμεσο ή άμεσο τρόπο. Κι η μόνη λύση είναι «περισσότερα ερεθίσματα». Ίσως το να λέει κανείς «δεν πίνω τίποτα, ζω τον κόσμο όπως είναι» να είναι τελικά το ίδιο καμένο με το «αρτάν-ζωή και κίνηση» αν αυτή η επιλογή δεν παράγει στην πορεία περισσότερα ερεθίσματα.

Στο ενδιάμεσο, ο καθένας μας είναι βασικά στο δικό του κόσμο. Απλά ο κόσμος κάποιου είναι φτιαγμένος από τη Roche. Κάποιου άλλου από μια εταιρία σοκολάτας. Κι ενός τρίτου από το LVMH Group.

…και οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα σε αυτές τις επιλογές, είναι πολύ λιγότερες από τις διαφορές που δεν υπάρχουν.

[Όλα τα περιστατικά είναι αληθινά. Τα φάρμακα είναι θεραπευτικά όταν στα δίνει κάποιος γιατρός για συγκεκριμένη χρήση. Όταν τα χρησιμοποιείς λάθος, είναι δικιά σου η ευθύνη για τις παρενέργειες].