Ερευνητής, ακτιβιστής των media, συνθέτης/μουσικός και κινηματογραφιστής – μεταξύ άλλων – ο Julien Ottavi είναι ένας από τους πιο δραστήριους νέους Γάλλους καλλιτέχνες. Στις πολυμεσικές του performance συνδυάζει ήχο, βίντεο σε πραγματικό χρόνο και νέες τεχνολογίες. Για την παραγωγή ήχων έχει κατά καιρούς ασχοληθεί με λογισμικά όπως το PureData και με ιδιοκατασκευασμένα ηλεκτρονικά όργανα, πιστός στο πνεύμα της ελεύθερης διακίνησης της γνώσης και της τεχνολογίας. Η πρακτική του δεν περιορίζεται μόνο στο χώρο της μουσικής αλλά διαπερνά πεδία όπως η φιλοσοφία της τεχνολογίας, η θεωρητική έρευνα και ο βιομιμητικός πειραματισμός. Έχει συνεργαστεί με μια πλειάδα σημαντικών πειραματιστών και θεωρητικών όπως ο Brandon Labelle, ο Keith Rowe, o Phill Niblock και ο Zbigniew Karkowski, ενώ έχει παρουσιάσει τη δουλειά του σε ιδρύματα και φεστιβάλ όπως τα STEIM, Piksel, Knitting Factory, κ.ά.

julien1

Είναι ιδρυτής της κολλεκτίβας APO33 με έδρα τη Νάντη, η οποία έχει σα σκοπό τη διευκόλυνση και τη διάδοση της ηχητικής δημιουγίας, του μουσικού και του κοινωνικού πειραματισμού σε ένα ανοιχτό πλαίσιο. Μέσα από εργαστήρια, σεμινάρια, καλλιτεχνικές δημιουργίες, διεθνείς συναντήσεις, εκδόσεις και παρεμβάσεις στο δημόσιο χώρο, το APO33 διερευνά τους σύγχρονους μετασχηματισμούς στην καλλιτεχνική και πολιτισμική πρακτική σε συνάρτηση με την επανοικειοποίηση και χρήση της επικοινωνίας και των τεχνολογιών της πληροφορίας. Αυτές οι πρακτικές έχουν οδηγήσει το APO33 στην αιχμή του πολιτισμικού πεδίου, μέσω της αναζήτησης πιθανών περασμάτων και συναντήσεων ανάμεσα στην καλλιτεχνική δημιουργία και άλλα κοινωνικά πεδία και πρακτικές (πολιτικός ακτιβισμός, κοινωνική δράση, ανθρωπιστικές, περιβαλλοντικές και εφαρμοσμένες επιστήμες, οικονομία, οικολογία).

Με αφορμή την εμφάνιση του στο Athens Video Art Festival του ερχόμενου Οκτωβρίου σαν προσκεκλημένος του Ρόμβου, αναδημοσιεύουμε μέρος της συνέντευξης του στον Kasper T. Toeplitz για το περιοδικό Revue & Corrigée.

Έχω ασχοληθεί αρκετά με τον αυτοσχεδιασμό και αυτό που με ενδιαφέρει πραγματικά είναι η σχολή των AMM. Όχι τόσο η σχολή του Derek Bailey, παρόλο που είναι κι αυτός πολύ ενδιαφέρων. Αυτό που βρίσκω πραγματικά ενδιαφέρον στους ΑΜΜ, και πιο συγκεκριμένα στον Keith Rowe, είναι ότι ήταν εκεί ακριβώς τη στιγμή που δημιουργήθηκε ένας προβληματισμός σχετικά με την παρτιτούρα, με το τέλος της παρτιτούρας και με αυτό που οραματίζονταν μετά από αυτή, το πώς να γίνει μουσική χωρίς παρτιτούρα.Υπήρχαν επίσης προβληματισμοί στους μουσικούς και τους συνθέτες που βρίσκονταν μέσα σε αυτό, προβληματισμοί μουσικοί βέβαια, οι οποίοι όμως είχαν άλλη απήχηση σε αυτό το πλαίσιο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι επρόκειτο για ένα μαοϊκό τρόπο θέασης των πραγμάτων. H δραστηριοποίησή τους δεν είχε να κάνει μόνο με το να παίξουν μια μουσική που δεν ήταν πλέον γραμμένη: ήταν πολιτικά στρατευμένοι και είχαν θέληση για αλλαγή. Αν πάρουμε κάποιο σαν τον Cornelius Cardew, είχε τη θέληση να παίξει σε πολλά επίπεδα και ήταν τόσο ταγμένος σε αυτό που στο τέλος ασχολήθηκε με το τραγούδι, το ιρλανδέζικο τραγούδι, τη λαική μουσική και μπορεί να αναρωτηθεί κανείς το γιατί. Μα γιατί ήθελε να μιλήσει στους ανθρώπους, να στρατευθεί με τη μουσική του κι αυτό δε γίνεται παίζοντας αυτοσχεδιασμό και σύγχρονη σύνθεση. Οπότε τι έκανε; Τραγούδι και λαική μουσική…

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Άρα σήμερα και από το 2000 και μετά αν κάνεις αυτοσχεδιασμό ή noise, τι το πολιτικό έχει; [Κι έχω πολλά να πω για το βιβλίο Noise & Capitalism (του Mattin), και θα είχε ενδιαφέρον να γίνει ένας δεύτερος τόμος, αλλά όχι όπως ο πρώτος που ήταν μια δικαιολόγηση του τύπου «κοιτάξτε κάνουμε noise, κοιτάξτε είναι πολιτικό γιατί…», θα μπορούσε να γραφτεί ένα βιβλίο που θα λεγόταν Silence & Capitalism, γιατί όχι]. Το noise υπάρχει παντού, τι αλλάζει στις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές σχέσεις; Αυτό που αλλάζει είναι το πλαίσιο στο οποίο βρίσκεται, το πλαίσιο στο οποίο κάνει κανείς noise. Αν κάνεις noise σε μεγάλες σκηνές ή μέγαρα μουσικής, είναι για να «σοκάρεις τους αστούς» κι αυτό ήταν. Αυτό το έκαναν κι οι φουτουριστές και μετά από αυτούς πολλοί άλλοι. Ιστορικά, αν μιλάει κανείς για τέχνη και πολιτική δε μπορεί να μη λάβει υπόψη του ότι το λιγότερο για εκατό χρόνια υπήρχαν κολλεκτίβες, καλλιτεχνικά γκρουπ που προσπάθησαν εξίσου, που είχαν ένα πολιτικό όραμα. Σε μια δεδομένη στιγμή ένα καλλιτεχνικό ή μουσικό γκρουπ είναι επίσης μια αναπαράσταση της κοινωνίας σε μικροσκοπικό επίπεδο. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν οικονομικά θέματα, υπάρχουν σχέσεις εξουσίας. Και ανεξάρτητα από αυτό που θα μπορούσε να πει κανείς, δεν κάνουμε τόσο μουσική όσο ανθρώπινες σχέσεις (και σκέφτομαι τον λετρισμό, το νταντά, τον André Breton και όλες αυτές τις ομάδες που ήταν πολιτικοποιημένες, συχνά γραμμένες στο κομμουνιστικό κόμμα και που κάποιες αναπαρήγαγαν φασιστικά στοιχεία του κομουνισμού, το σταλινισμό, με το σύνδρομο της «απόλυσης από το συγκρότημα»), και αν δεν το λαμβάνουμε αυτό υπόψη μας λέγοντας απλά «η μουσική μου είναι πολιτική», αυτό παραμένει σχετικά ελαφρύ. Κι αυτό ακριβώς με ενδιαφέρει εδώ και 15 χρόνια με το APO33: να ξαναθέσουμε τα ερωτήματα του συλλογικού και του πολιτικού στο μικροεπίπεδο. Δεν είμαι μόνο μουσικός και αυτό είναι που με ενδιαφέρει. Είναι περισσότερο η οπτική του Duchamp, όταν λέει πως γι’ εκείνον ένας καλλιτέχνης είναι κάποιος που είναι ικανός να κάνει οτιδήποτε. Αυτό σημαίνει για παράδειγμα ότι αύριο θα κάνω κάτι που δεν έχει τίποτα να κάνει με αυτό με το οποίο ασχολούμαι εδώ και χρόνια, γιατί θα πειραματιστώ. Αυτό που έχει ενδιαφέρον με τον πειραματισμό, είναι ότι ξαναβάζεις στο παιχνίδι κάποια κλισέ, κάποια ήδη δεδομένα πράγματα, κι αυτό μπορεί να γίνει όχι μόνο στο επίπεδο της τέχνης αλλά και στην καθημερινή ζωή. Άρα αυτό που με ενδιαφέρει είναι η συλλογικότητα, η μικρο-πολιτική αλλά και όλα αυτά που πάνε μαζί τους.Κι αυτό που είναι δύσκολο είναι ότι σε διάστημα 15 ετών υπάρχουν βαθιές διαφωνίες, ανθρώπινες, και υπάρχουν και διαφορετικοί άνθρωποι που καταφθάνουν, η μορφή αλλάζει συνεχώς, εξελίσσεται. Και πράγματι υπάρχουν ζητήματα εξουσίας μέσα σε μια ομάδα.

Εγώ μια εποχή απέρριπτα αυτά τα ζητήματα εξουσίας: ήμουν υπέρ μιας εντελώς οριζόντιας οργάνωσης. Αλλά σήμερα νομίζω ότι δεν γίνονται να είναι όλα οριζόντια οργανωμένα, ότι υπάρχουν άνθρωποι που περιμένουν από εσένα να πάρεις μια άλλη θέση σε μια κάθετη ιεραρχία. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι μια κάθετη ιεραρχία θα παραμείνει, κι εκεί ακριβώς έγκειται το παιχνίδι της εξουσίας: υπάρχουν άνθρωποι που δε θέλουν να κατέβουν – είναι άνετα όταν είσαι ψηλά!

julien3

Πέρα από τη μουσική, η διαδρομή μου είναι μια διαδρομή ενός πολιτικού ακτιβιστή: ήμουν στο κομμουνιστικό κόμμα αλλά αυτό με δυσαρέστησε γρήγορα γιατί αυτό που ήθελα δεν ήταν να ξαναζήσω την ίδια ιεραρχία αλλά σε ένα κόμμα αυτό είναι κάτι πολύ δυνατό. Δε μπορούν να βγουν από αυτό, οπότε δημιουργούν καινούργιες ομάδες και αυτο-ακρωτηριάζονται από αυτή την ίδια ιεραρχία, δεν ξέρουν τι να κάνουν. Αμέσως ασχολήθηκα με τα κοινωνικά φόρουμ, τους αντι-G8 έχοντας κι εκεί σαν οδηγό τις εμπειρίες μου με τις καλλιτεχνικές ομάδες, προσέχωντας πάντα να μην πέφτω στα ίδια κλισέ: «κάνω πειραματική μουσική, noise, είμαι πολιτικοποιημένος». Αλλά κι εκεί τελικά, αποτυχία! Δε δούλεψε καθόλου. Μπορούσαμε να είμαστε δίπλα στους ακτιβιστές, να μιλάμε μαζί τους στο ίδιο επίπεδο, χωρίς προβλήματα και κάποια στιγμή μάλιστα φτιάξαμε εξοπλισμό, αρχίσαμε να δουλεύουμε πάνω στο ελεύθερο λογισμικό, να σκεφτόμαστε την ανοιχτή τεχνολογία, τα ανοιχτά εργαλεία κι αυτό ενδιέφερε ένα μέρος των ακτιβιστών κι έτσι βρεθήκαμε γρήγορα να τους δείχνουμε εναλλακτικά συστήματα μετάδοσης, το streaming, με σκοπό να εξυπηρετήσουμε τα πολιτικά μηνύματα και τα εναλλακτικά μέσα επικοινωνίας. Υπήρχαν δυο τάσεις σε αυτά τα κινήματα: η κλασσική, με τους στρατευμένους οι οποίοι πρέπει να οργανωθούν και να επαναστατήσουν και να αλλάξουν τον κόσμο, και μετά υπήρχαν τα πιο ανεπίσημα παρακλάδια, οι hackers, τα νέα μέσα, ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που ήταν περισσότερο καλλιτέχνες ή τέλος πάντως στο περιθώριο των στρατευμένων. Στο APO33 είχαμε μια στρατευμένη λογική αλλά πίσω από αυτή δε θέλαμε τόσο να κατασκευάσουμε απλά ένα τεχνολογικό εργαλείο για τους ακτιβιστές αλλά να θέσουμε το ερώτημα του πώς θα φέρουμε στο κίνημα τη δημιουργία, τις τέχνες και τη μουσική. Οκ, θέλαμε να συμμετάσχουμε σε συζητήσεις, φόρουμ, να φτιάξουμε τα τεχνολογικά εργαλεία αλλά θέλαμε επίσης να προτείνουμε δημιουργίες. Κι εκεί μας είπαν: «οκ, υπάρχουν πορείες, μπορείτε να πάτε εκεί να κάνετε θόρυβο!» – και βέβαια όχι, δε θέλαμε να πάμε να κάνουμε «θόρυβο» στις πορείες, θέλαμε να προτείνουμε κάτι διαφορετικό. Κι αυτό δε δούλεψε, δουλεύαμε με ανθρώπους που διαχειρίζονταν μεγάλα πολιτικά γεγονότα, κοινωνικά φόρουμ και σε ένα σημείο είπαμε σαν APO33: «φτιάξαμε όλο το σύστημα streaming, όλα τα εργαλεία, αλλά θέλουμε να το ανακτήσουμε όλο αυτό, να χρησιμοποιήσουμε τις μηχανές, να τις μετατρέψουμε σε κάτι άλλο, να παίξουμε, να ανασυνθέσουμε όλο αυτό το πράγμα». Και μας απάντησαν: «είστε τρελοί, υπάρχουν 200 χιλιάδες άτομα που φτάνουν, δε μας νοιάζει η ιδέα σας». Κι εμείς απαντήσαμε: «ναι, αλλά εμάς μας νοιάζει, γιατί αν δεν το κάνουμε έτσι, όλο αυτό που έχετε κάνει δε μας ενδιαφέρει. Λέτε ότι σας ενδιαφέρει ο πειραματισμός αλλά δουλεύετε ακριβώς όπως κι ένα φεστιβάλ – σε τι χρησιμεύει να έρθουμε να κάνουμε αυτό όταν βρίσκουμε τις ίδιες ιεραρχίες όπως σε ένα φεστιβάλ;» Κι έτσι προβληματιστήκαμε με άλλες ομάδες σχετικά με την ιεραρχία σε αυτά τα κινήματα. Φύγαμε γιατί  δε μπορέσαμε να ανακατέψουμε τις τέχνες με τα πολιτικά κινήματα. Ήταν μια όμορφη εμπειρία αλλά μας έδειξε πόσο πολύπλοκο ζήτημα είναι κάτι τέτοιο.

Για μένα σήμερα αυτό επανέρχεται διαφορετικά, μακροπρόθεσμα, όχι μόνο διαδηλώνοντας αλλά σκεπτόμενος και ποιες είναι οι νέες μορφές ακτιβισμού, οι καινούργιες πολιτικές φόρμες και η σχέση τους με την τέχνη. Νομίζω ότι είναι αυτό το ζήτημα της μικρο-πολιτκής το οποίο έχει σημασία, περισσότερο από το μαζικό ακτιβισμό. Βλέπαμε ακτιβιστές που έκαναν μόνο αυτό όλη τους τη ζωή, επαγγελματικό ακτιβισμό, και ξαφνικά γινόταν μια δουλειά όπως όλες οι άλλες.

Όταν έφυγα για Λονδίνο ήταν δύσκολο, γιατί προσπάθησα εκείνη τη στιγμή να πω: «θα έρχομαι καμιά φορά, αλλά δε θα είμαι εκεί, σειρά σας να διευθύνετε το APO33» – κι αυτό έγινε προοδευτικά ένας εφιάλτης. Στο Λονδίνο είχα ξεκινήσει το Medialab, ήμουν χαρούμενος με αυτό και το APO33 δεν προχωρούσε. Όταν επέστρεφα καμιά φορά τίποτε δε συνέβαινε κι αναρωτιόμουν: «κάνει κανείς τίποτα εδώ;». Αλλά για δυο χρόνια το APO33 δε λειτουργούσε, μέχρι να επιστρέψω. Κι όταν επέστρεψα δεν το έκανα γι’ αυτό – έλεγα να κάνω μια παύση. Είχα ένα παιδί, το Λονδίνο ήταν ακριβό, έτσι επέστρεψα και ξαναπήρα τα πράγματα στα χέρια μου κι αμέσως είδα εκείνα τα ζητήματα εξουσίας.

Αλλά ήδη πριν το Λονδίνο υπήρξε ένα στάδιο αποδόμησης: πάνω στους πειραματισμούς μας στο APO33, πειραματιστήκαμε επίσης με την ίδια τη δομή, την πήγαμε τόσο μακριά που αποσυνθέσαμε τη δομή σε περισσότερες μικρές οργανωτικές δομές. Και όσο δεν υπάρχουν πολλά χρήματα και μοιράζονται οι δυνάμεις τόσο μίκραινε το κέντρο. Κάναμε μικρότερους σχηματισμούς, πιο εξειδικευμένους, γιατί οι άνθρωποι δεν καταλάβαιναν καλά αυτό που κάναμε, την οργάνωση που υπήρχε από πίσω. Είναι ζήτημα οικονομίας, πάνω στο πώς μπορείς να επιβιώσεις και βλέπαμε ότι όλο αυτό μπλόκαρε αυτούς που έδιναν επιδοτήσεις, οι οποίοι μας έλεγαν «δεν καταλαβαίνουμε τίποτα». Δε μπορούσαμε να κάνουμε τους άλλους να καταλάβουν ότι υπήρχε μια οικονομία από πίσω, projects, και είπαμε ότι αν πολλαπλασιάζαμε τις οργανωτικές δομές θα ήταν πιο ξεκάθαρο, θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε μια παράλληλη οικονομία. Ήταν ίσως λίγο ουτοπικό. Αυτό που πετύχαμε ήταν να διώξουμε κόσμο ο οποίος είπε: «έχω τη δική μου δομή, φεύγω από το APO33». Και αυτός ο δομικός πολλαπλασιασμός συνέπεσε με την αναχώρησή μου για Λονδίνο. Και σε κάποιο σημείο χρειάστηκε να πω στον εαυτό μου ότι ξαναρχίζω το APO33, ότι του δίνω όλη μου την ενέργεια. Κι αυτό έθεσε ένα ζήτημα εκ νέου: αυτό της συλλογικότητας. Μέχρι ένα σημείο είχα βάλει όλη τη δουλειά μου, όλη την ενέργειά μου, όλες μου τις έρευνες και τις εμμονές μου στο APO33. Όμως έφτασε μια στιγμή όπου άρχισαν συγκρούσεις μεταξύ των ανθρώπων της συλλογικότητας κάποιοι εκ των οποίων θέλησαν να βάλουν το όνομά τους εδώ κι εκεί, να υπογράφουν πράγματα με το κανονικό τους όνομα. Κι αυτό είναι οκ, αλλά αν θέλουμε να λειτουργούμε σα συλλογικότητα και ένας βάλει το όνομά του, είναι φυσικό να το βάλουν όλοι όσοι έχουν συμμετάσχει: κι αυτό είναι μικρο-πολιτική.

Τώρα που γύρισα από την Αγγλία όπου ο τρόπος σκέψης είναι διαφορετικός έχω μια διαφορετική αντιμετώπιση: αναρωτιέμαι γιατί κρύβομαι πίσω από το όνομα μιας συλλογικότητας, γιατί δε βάζω το όνομά μου στα πράγματα που κάνω. Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι δεν έχει όλος ο κόσμος την ίδια δυνατότητα ή την ίδια ταχύτητα στο να κάνει κάτι. Οπότε είπα ότι θα έπρεπε να κάνω τη δική μου δουλειά σε άλλο πλαίσιο – και παραδόξως ήταν κάτι που έδωσε νέα πνοή στο ΑPO33, η στιγμή που είπαμε ότι έχουμε το δικαίωμα να κάνουμε τα δικά μας πράγματα ξεχωριστά, μέσα στον οργανισμό και αλλού. Σήμερα νομίζω πως όλη αυτή η ιστορία της συλλογικότητας, όπου μέσα της όλος ο κόσμος εξαφανίζεται, δε λειτουργεί πολιτικά. Αλλά χρειάστηκε να πειραματιστούμε για να μπορούμε τώρα να είμαστε ξεκάθαροι απέναντι σε αυτό. Κι αυτό μας επιτρέπει να κάνουμε με περισσότερη ηρεμία συλλογικά πρότζεκτ. Είναι αυτή η ισορροπία η οποία είναι πολλή σημαντική.

Το ζήτημα του ελεύθερου λογισμικού είναι κεντρικό στην πρακτική του APO33, δίπλα στη μουσική και τη δημιουργία. Το ελεύθερο λογισμικό σου επιτρέπει να έχεις μια άλλη σχέση με την πολιτική, που δεν είναι η ίδια με τα κλασσικά σχήματα. Έτσι βρίσκεται κανείς σε κάτι πιο σύγχρονο μέσω της τεχνολογίας, κάτι που το APO33 έκανε πολύ γρήγορα: βρισκόμασταν εντελώς μέσα στη μηχανή, στο δίκτυο. Θυμάμαι τη μέρα που ο Jean-François Rolez, χάκερ και παλιός ακτιβιστής, ήρθε στο APO33. Είχαμε πολλά Mac και σπασμένα τα Windows. Έρχεται και λέει: «μα γιατί χρησιμοποιείτε σπασμένο λογισμικό;», και μας δείχνει τα ελεύθερα λογισμικά, όπου μπορούμε να δούμε τον κώδικα, να τον τροποποιήσουμε και να κάνουμε ότι κάνουμε και με τα λογισμικά του εμπορίου. Για μένα η αληθινή αλλαγή πήρε περίπου ένα χρόνο, όταν είχα δίπλα-δίπλα ένα Mac με διάφορα πρότζεκτ και ένα PC στο οποίο πειραματιζόμουν με το ελεύθερο λογισμικό. Το πέρασμα από το ένα στο άλλο έγινε σιγά-σιγά. Είναι αλήθεια ότι στην καθημερινή ζωή αυτό το πέρασμα δεν είναι πάντα εμφανές γιατί η τεχνολογία είναι συνδεδεμένη με την κοινότητα, με τους ανθρώπους, με την ανάπτυξη όλου του κόσμου – ο χρήστης δεν έχει καμιά σχέση, το μόνο που θέλει είναι κάτι να δουλεύει. Υπάρχουν πολλά πίσω από το ελεύθερο λογισμικό, όπως το copyleft – αλλά το ζήτημα με το copyright είναι πιο γενικό. Είναι ένα πραγματικό πρόβλημα παγκόσμιας πολιτικής, το να ξέρεις ή να καταλαβαίνεις ποιος διευθύνει τι, ποιος αποφασίζει και σχεδιάζει. Και εκεί ακριβώς είναι που ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος, θέλεις να αποφασίζεις εσύ για σένα και όχι μόνο αυτό που έχει αποφασιστεί για σένα στη θέση σου. Το πρόβλημα με το hardware είναι ακριβώς αυτό: είναι άλλοι αυτοί που αποφασίζουν για σένα, που σου υπαγορεύουν τις επιθυμίες και τις ανάγκες σου.

http://www.apo33.org/noise/doku.php

Η ομάδα Ρόμβος κάνει guest editing για αυτό το Σαββατοκύριακο στο site του ΓΚΡΕΚΑ.

Ακολούθησε το ΓΚΡΕΚΑ στο facebook: https://www.facebook.com/grekamag
Ακολούθησε το ΓΚΡΕΚΑ στο instagram: http://instagram.com/grekamag