Στέκομαι έξω απ’ τη Ρωμαϊκή αγορά σε ένα πεζούλι να κάνω ένα τσιγάρο και να ξεκουραστώ από τον ποδαρόδρομο. Λίγο πιο κάτω ένας Αφρικανός παίρνει ένα καφάσι μπύρας, κάθεται και βάζει μια κιθάρα στα πόδια του. Τον ξέρω, τον έχω ξαναδεί εκεί.

«Θα σου παίξω ένα τραγούδι.», μου απευθύνει το λόγο. «Ένα τραγούδι για την πατρίδα μου, για τα παιδιά που υποφέρουν εκεί». Συγκεκριμένα, είπε στα αγγλικά “It is a cry for my country”. «Ποια είναι η χώρα σου;», τον ρώτησα. «Το Κονγκό», μου είπε, «και αυτό το τραγούδι είναι στη γλώσσα μου».  Πήρα κι εγώ ένα καφάσι που ήταν πιο πέρα και κάθισα δίπλα του να κάνω το τσιγάρο μου υπό τους ήχους του τραγουδιού του. Η γλώσσα του είναι τα Σουαχίλι. Δεν καταλαβαίνω τι λένε οι στίχοι, αλλά η φωνή του είναι συγκλονιστική. Τελειώνει το κομμάτι και πιάνουμε την κουβέντα. «Με λένε Ότις και είμαι ντράμερ. Ο φίλος μου παίζει συνήθως κιθάρα, αλλά κουράστηκε σήμερα. Έβγαλε κάλους», μου λέει και δείχνει τα δάχτυλα. Προσπαθεί να με πείσει να αγοράσω το cd του και εγώ του υπενθυμίζω από πού τον γνωρίζω.

12 11 03

Πριν χρόνια ήμαστε σε ρεπορτάζ με μια συνάδελφο φωτογράφο. Περνώντας απ’ τη Ρωμαϊκή Αγορά, συναντήσαμε τους δύο Κονγκολέζους κι εκείνη κοντοστάθηκε να τους βγάλει μια φωτογραφία. Η ιστορία επαναλήφθηκε, με τον Ότις να προσπαθεί να μας πουλήσει το cd του προς 10 ευρώ. Αφού αρνηθήκαμε ευγενικά, η φίλη μου επιχείρησε να τους δώσει μερικά ψιλά. Ο Ότις, που τότε δεν ήξερα το όνομά του, προσβλήθηκε και άρχισε να φωνάζει λέγοντας πως αυτό τον αδικεί σαν μουσικό, πως δεν είναι ζητιάνος και πως οι άνθρωποι τους αντιμετωπίζουν σαν αγάλματα και έδειχνε κουνώντας επιδεικτικά την παλάμη του, τα αρχαία μάρμαρα της Αγοράς. Προσπαθήσαμε να απολογηθούμε μάταια και φύγαμε με μια άσχημη αίσθηση.

Του το διηγήθηκα αυτό το σκηνικό του Ότις κι εκείνος χαμογέλασε αμήχανα. «Είμαι κουλ τώρα, είμαι κουλ. Κανένα πρόβλημα. Αν δεν έχεις να πληρώσεις το cd, κανένα πρόβλημα. Εγώ θα παίξω, το πάρεις δεν το πάρεις». Έφυγε από το Κονγκό για τη μουσική, «Σου είπα είμαι ντράμερ. Ήθελα να παίζω συνέχεια. Έχουμε παίξει με τον Φίλο σε όλη την Ελλάδα» λέει. Στην Ελλάδα βρίσκεται τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Δούλεψε πολύ στην οικοδομή, έφτασε κοντά στο να γίνει «μάστορας» όπως μου λέει. «Ξέρω τα πάντα από οικοδομή, ξέρω πώς να χτίσω ένα σπίτι, αλλά κουράστηκα. Και δεν έχει πια και δουλειά η οικοδομή».

Μαζί με το Φίλο επέλεξαν να παίζουν μουσική δίπλα στη Ρωμαϊκή Αγορά γιατί είναι πιο ήσυχα. «Παλιά παίζαμε και στην Ερμού και στην πλατεία στο Μοναστηράκι, αλλά έχει πολύ κόσμο και δεν μπορώ». «Μα δεν είναι πιο πιθανό να αγοράσει κάποιος τη μουσική σας σε πιο πολυσύχναστους  δρόμους;», τον ρωτάω με απορία. «Κι εδώ είναι καλά. Πιο ήσυχα, πιο καλά» και κάπως του εκμαιεύω το ότι δεν αγοράζει και αρκετός κόσμος το album τους, είτε εκεί που στέκονται είναι πέρασμα, είτε όχι. Μόνο κάποιοι τουρίστες στην προσπάθειά τους μάλλον να γυρίσουν σπίτι με ένα εξωτικό λάφυρο, θα δώσουν στον Ότις και τον Φίλο αυτό το πολυπόθητο 10ευρο.

Ο Ότις και ο Φίλο μένουν στον Αγ. Παντελεήμονα, στο Μαρκόπουλο. Τον ρωτάω πώς έρχονται κάθε μέρα μέχρι το κέντρο και μου λέει «με ό,τι να ‘ναι». Τους φαντάζομαι να κάνουν ωτοστόπ, αλλά δε μπορώ να φανταστώ κανέναν να τους βάζει στο αυτοκίνητό του με τόσες ρατσιστικές εξάρσεις στη χώρα, αλλά και στην Αθήνα. Τον ρωτάω αν του ‘χει συμβεί ποτέ κάτι, αν του έχει επιτεθεί κάποιος. «Όχι, γιατί έχουμε χαρτιά. Μου αρέσει η ζωή εδώ. Γι’ αυτό διάλεξα την Ελλάδα. Μου αρέσει. Άλλωστε παντού είναι δύσκολα τώρα» λέει, και αναφέρεται και στο ρατσισμό και στην οικονομία.

Το δίδυμο των δύο Κονγκολέζων λέγεται Moyovit, που σημαίνει ψυχή, όπως μου εξηγεί ο Ότις, «γιατί τα τραγούδια που παίζουμε είναι βγαλμένα από την ψυχή μας. Γι’ αυτό θέλω και μια μπύρα όταν παίζω», μου λέει και μου δείχνει ένα άδειο μπουκάλι Άμστελ που είχε δίπλα του. Τον ρωτάω μήπως δε μπορεί να παίξει χωρίς αλκοόλ και επιμένει πως χρειάζεται μόνο μια μπύρα, για να του φτιάξει λίγο τη διάθεση και να τον βάλει στο mood της μουσικής του. «Κουράστηκα να παίζω μουσική. Θέλω να γυρίσω στην πατρίδα μου να δω την οικογένειά μου. Έχω έξι αδέρφια εκεί και τη μαμά μου και τον μπαμπά μου».

09 10 06

Τονίζοντας πως δεν έχω δυστυχώς χρήματα να αγοράσω το cd του – υπάρχει ένα κανονικό, αλλά και ένα live edition – του είπα πως πρέπει να φύγω. Του πρόσφερα τσιγάρο, αλλά αρνήθηκε ευγενικά, παρόλο που μια γόπα δίπλα του μαρτυρούσε πως καπνίζει κι ένα τσιγάρο μαζί με την μπυρίτσα του. Σκέφτηκα να πάω να πάρω μια μπύρα και να του τη φέρω, αλλά φοβήθηκα μη τον προσβάλω και πάλι. Έτσι έβαλα το καφάσι πίσω στη θέση του και τον χαιρέτησα κάνοντάς του μια φιλοφρόνηση για τη φωνή του. «Χάρηκα δεσποινίς Φιλίππα», μου είπε χαμογελώντας.

Στρίβοντας στη γωνία δεν ήξερα αν ο συμπαθής Κονγκολέζος είναι περήφανος ή ντροπαλός. Ακόμα δεν ξέρω. Αυτό που κατάλαβα όμως είναι πως ,αν μπορούσε να διαβάσει το άρθρο μου, θα ήθελε να τον παρουσιάσω χωρίς την ταμπέλα του ταλαιπωρημένου μετανάστη. Έτσι αποφάσισα πως ο Ότις είναι απλά ένας κουρασμένος ντράμερ, που μέχρι να πάει πίσω στη χώρα του να ξεκουραστεί, θα παίζει κρουστά δίπλα απ’ τη Ρωμαϊκή Αγορά.

05 02 04

Κείμενο: Φιλίππα Δημητριάδη
Φωτογραφίες: Elizabeth Rovit