Ο Γιάννης Κουκουράκης γράφει και σκηνοθετεί το «Εις Μνήμην», μια μαύρη κωμωδία που έρχεται για να σας πεθάνει, στο γέλιο. Όλοι θεατές είναι υποχρεωμένοι να φορούν μαύρα σε ένδειξη σεβασμού στο θανόντα – μυστήριο και καλούνται να συμμετάσχουν σε όλο το εθιμοτυπικό ενός παραδοσιακού μνημόσυνου.

Ο Γιάννης δε θέλει να αυτοανακηρύσσεται σε ηθοποιό και σκηνοθέτη, όμως είναι δοσμένος και συγκεντρωμένους στην τέχνη του. Είναι ένα παιδί που δε ξεχνά τις ρίζες του και αποφάσισε να επιστρέψει σε αυτές, καθώς πιστεύει στην αποκέντρωση της τέχνης και στις δυνατότητες της ιδιαίτερης πατρίδας του, Κρήτης. Είναι ένα παιδί που αποφάσισε να αστειευτεί με το θάνατο και τον έρωτα. Τα δύο πιο σουρεαλιστικά πράγματα στη ζωή.

10471256_10203680113018297_5424644913859056622_n

Πότε αποφάσισες ότι θες να γίνεις ηθοποιός;
Κατ’ αρχάς το να αυτοαποκαλέσω τον εαυτό μου ηθοποιό το θεωρώ γελοίο αν όχι θράσος. Για να φτάσεις στο σημείο, κατά τη γνώμη μου, να μπορείς να πεις πως είσαι ηθοποιός σημαίνει ότι πρέπει να έχεις διανύσει πολλά χιλιόμετρα στον κόσμο του σανιδιού και να έχεις πολλά αποκτήματα από εμπειρίες με διαφορετικούς συνεργάτες.

Ναι αλλά έχεις κάνει σπουδές, έχεις κάνει δουλείες. Έχεις μέσα σου το μικρόβιο. Ανέβαζες αυτοσχέδιες παραστάσεις όταν ήσουν μικρός ή έκανες σκετσάκια μπροστά στον καθρέφτη;
Έχω μεγαλώσει σε επαρχία, μάζευα ελιές, δούλευα στην ταβέρνα του πατέρα μου από τα 11 κάθε καλοκαίρι, θυμάμαι να βοηθάω τον παππού μου στα χωράφια και τα ζώα που είχε… Οπότε όπως καταλαβαίνεις τα ερεθίσματα που είχα ήταν τελείως διαφορετικά. Άρα δεν είχα ούτε την ανάγκη αυτή, ούτε και την ευκαιρία, αλλά ούτε και το έδαφος για κάτι τέτοιο. Άσε που ήμουν πολύ μαζεμένο και ντροπαλό παιδί. Αυτό που λέμε φλώρος. Ακριβώς αυτό. (γέλια) Προέκυψε η ηθοποιία. Τα έφερε η ζωή που λέμε.

Μίλησε μου για τις σπουδές σου στο Εθνικό. Πώς ήταν η πρώτη μέρα εκεί; Τη θυμάσαι;
Το Εθνικό Θέατρο ως σχολή ήταν ένας εντελώς άγνωστος κόσμος σε μένα, δεδομένου ότι πέρασα με την πρώτη φορά χωρίς κάποια προηγούμενη τριβή με δραματικές σχολές, θεατρικά εργαστήρια και σχετικές ενασχολήσεις. Φυσικά και την θυμάμαι, την πρώτη μέρα, δεν ξεχνιέται, γιατί εκείνη η αίσθηση που είχα μέσα μου κάτι σαν «WOW»,  ήταν πολύ έντονη. Σαν να μπήκα σε άλλο πλανήτη γιατί ως τότε ήμουν φοιτητής οικονομικών με τους καφέδες, τις βόλτες και με συμβατικό τρόπο σκέψης. Δεν σου κρύβω στην αρχή μου φάνηκαν όλοι τρελοί εκεί μέσα. (γέλια)

Αποτέλεσε κάποιος δάσκαλός σου εκεί ρόλο μέντορα στη ζωή σου;
Όχι δεν μπορώ να μιλήσω για μέντορες και ανεξίτηλες επιρροές, δεν θα ήταν δίκαιο. Στην Σχολή όλοι έδιναν από κάτι χρήσιμο, όλοι είχαν μεγάλη συμβολή στην πορεία όλων μας και την εξέλιξη του καθένα μας. Επίσης για κάποιο λόγο δεν είχα ποτέ κάποιο συγκεκριμένο πρότυπο να με οδηγεί ή να με εμπνέει. Το μόνο πρότυπο που είχα και έχω ακόμα σταθερό και ακλόνητο στο νου μου είναι αυτό της Ελληνίδας μάνας με τα ταπεράκια γεμάτα κεφτεδάκια και μια «Και καλά εγώ τώρα μη νομίζεις ότι σε ελέγχω» φωνή που ρωτά «Και τι ώρα θα γυρίσεις;».

Πώς αποφάσισες να σκηνοθετήσεις μια παράσταση; Το χεις ξανακάνει;
Είναι η πρώτη φορά που κάνω κάτι τέτοιο. Έγραψα το συγκεκριμένο έργο, πάντα ήθελα να γράψω κάποια στιγμή, και επειδή το έβλεπα την ώρα της γραφής μπροστά στα μάτια μου με την φαντασία μου, ήταν αναπόφευκτο το να μην το σκηνοθετήσω. Δεν έχω κάνει απόπειρα να πάρω κείμενο άλλου και να το αποδώσω σκηνοθετικά ως τώρα. Ακόμα τουλάχιστον. Ανακαλύπτω όμως πως η σκηνοθεσία είναι ένα πάρα πολύ ενδιαφέρων κομμάτι.

Ήταν εύκολο να σκηνοθετείς και να πρωταγωνιστείς;
Η αυτοσκηνοθεσία δεν είναι η προτίμηση μου. Δεν μπορείς να είσαι απόλυτα αντικειμενικός πιστεύω, όσο δεινός και να είσαι. Εικάζω ότι είναι πιο δύσκολο από το να σκηνοθετείς κάποιον άλλον γιατί απλά δε σε βλέπεις «απ’ έξω».

1507002_10203712211100729_7379964260132946981_n

Τι πραγματεύεται η ιστορία του «Εις μνήμην»;
Το »Εις Μνήμην» πραγματεύεται όλη αυτήν την πάλη μεταξύ του πως φαινόμαστε απ’ έξω, στα μάτια των άλλων και του τι πραγματικά γίνεται μέσα μας. Πως οι άνθρωποι στην αγωνιώδη προσπάθεια τους να κρατηθούν στους κανόνες, που η εκάστοτε κοινωνία και ο καθωσπρεπισμός επιβάλουν, ξεφεύγουν τελείως από αυτόν. Και πως προσπαθώντας να πατάξουν όλα αυτά τα μη διαχειρίσημα που συμβαίνουν μέσα τους ώστε να διατηρήσουν ένα πρόσωπο, καταλήγουν σε ένα ντόμινο ανεξέλεγκτων παρεκτροπών. Πρόκειται για μια σουρεαλιστική κωμωδία με μαύρο χιούμορ γεμάτη θάνατο και ατίθασες ορμές.

Αποφάσισες να κάνεις λοιπόν μια μαύρη κωμωδία, να παίξεις με το θάνατο και τη λύτρωση. Είναι ο ίδιος ο θάνατος μια λύτρωση, μια τελείωση όπως στις αρχαίες τραγωδίες;
Εδώ χρησιμοποιώ έναν θάνατο ως αφορμή. Ένα τραγικό γεγονός που είναι το εφαλτήριο των καταστάσεων στις οποίες θα βρεθεί η ηρωίδα του έργου. Στο έργο υπάρχουν και τα δύο. Υπάρχουν θάνατοι που μας αγγίζουν και θάνατοι που μας είναι αδιάφοροι. Ε, εδώ τα βλέπουμε όλα. Ωστόσο εν προκειμένω, η μη αποδοχή ενός και μόνο θανάτου οδηγεί στις καταστάσεις που θα ζήσουν οι θεατές μαζί με την ηρωίδα μας.

Εσύ πώς αντιμετωπίζεις το θάνατο; Είσαι κυνικός απέναντί του;
Έχω χάσει τρία πολύ αγαπημένα μου πρόσωπα ως τώρα. Είναι σα να μην ήμουν εκεί. Είναι σα να συμβαίνουν αλλού. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο είχα ήδη μέσα μου σκοτώσει καιρό πριν τα άτομα αυτά. Ή μάλλον πιο σωστά είχα συμβιβαστεί με την τελική έκβαση. Έφυγαν από αρρώστια, οπότε ίσως για αυτό να μπόρεσα να είμαι έτοιμος εκείνη την ώρα. Θυμάμαι είχα μεγάλη δυσκολία να εκφράσω την στεναχώρια μου. Πολύ πιθανόν να παρεξηγήθηκα κιόλας, με την έννοια ότι ήμουν ανέκφραστος κ ψύχραιμος απέναντι σε όλο αυτό. Στην παράσταση τουλάχιστον ναι, είμαι κυνικός απέναντι στον θάνατο. Στην ζωή τώρα, έχω μια επιφύλαξη.

Γιατί πρέπει και ο θεατές να φοράνε μαύρα; Είναι υποχρεωτικό;
‘Ήθελα να δημιουργήσω ένα conceptual σκηνικό. Μία παράσταση παιχνίδι, όχι μόνο για τους συντελεστές άλλα και για τον υπόλοιπο κόσμο. Όλα έχουν σχέση και σύνδεση. Αν δεις το τρέιλερ, την αφίσα, αν ακούσεις το ραδιοφωνικό σποτάκι, είναι όλο ένα σουρεάλ τρίπτυχο. Δεν θα μπορούσε να λείπει το κοινό από όλο αυτό το παιχνίδι. Έρχονται εις μνήμην ενός τεράστιου πάθους, καλεσμένοι σε κάποιο 3ο ετήσιο μνημόσυνο για να δουν τι γίνεται μετά, πίσω από τις πόρτες όταν εκείνες κλείνουν. Και φυσικά ακολουθούμε τα έθιμα των μνημόσυνων. Υπάρχει μια  στημένη ατμόσφαιρα σε όλο το θέατρο και μάλιστα ξεκινά από τον γκισέ με τα εισιτήρια. «Σουρεαλίζουμε» λοιπόν τον θάνατο πριν καν αρχίσει το έργο. Μπαίνει αυτόματα και το κοινό στο κόλπο. Θέλουμε να είναι μια παράσταση που ο κόσμος θα περάσει τέλεια και θα φύγει με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά.

10665832_10203692758814434_762926034905116926_n

Πες μου λίγα λόγια για τους συντελεστές της παράστασης. Πώς μάζεψες όλους αυτούς τους ανθρώπους, πώς ήταν η συνεργασία;
Έχω την τύχη και την τιμή να αγκαλιάσουν αυτήν την ιδέα μου με τόση υποστήριξη και δοτικότητα οι συνεργάτες μου και  τους οφείλω ένα τεράστιο ευχαριστώ. Είναι μια ομαδική δουλειά, χωρίς εκείνους δεν θα γινόταν τίποτα και ο ένας συμπληρώνει την δουλειά του άλλου. Άρχισα να ψάχνω λοιπόν σχεδόν από το μηδέν. Είχα ήδη συνεργαστεί θεατρικά με την σκηνογράφο/ενδυματολόγο μας σε προηγούμενη δουλειά. Η Ξανθή Κόντου λοιπόν ήταν η αρχή. Έχει κάνει τα κοστούμια στην τηλεοπτική σειρά «Το Νησί». Άρχισα να ρωτάω φίλους και γνωστούς για άτομα κατόπιν περιγραφής του πως τα φανταζόμουν. Έκανα κάποια προσωπικά ραντεβού και έπειτα ακρόαση παράλληλα με την γραφή, όταν εκείνη έφτανε στο τέλος της. Όταν δίνεις πραγματικά τον εαυτό σου, τότε συμβαίνει κάτι μαγικό και τραβάς κόσμο μαζί σου. Σα να τους καλείς με την ενέργειά σου. Η Χρυσούλα Ψυλλάκη ήταν το physic που έψαχνα και μετά από ανάγνωση του κειμένου, είδα ότι θα μπορούσε να βγάλει αυτό που ήθελα. Στα φώτα και τον ήχο, είναι ο Νίκος Μαρκάκης. Η Ελένη Καρμπαδάκη αυτόματα έχει χρηστεί executive promotion «Εις μνήμην» manager διότι χωρίς την πολύτιμη συνεισφορά της πολλά θα είχαν κολλήσει. Είναι το κορίτσι των διασυνδέσεων μας και την αγαπάμε πολύ. Φυσικά και ο Νάσος Αθανασόπουλος μας έχει προσφέρει εξίσου πολύτιμη βοήθεια στον τομέα αυτόν. Η Ευδοξία Οικονομάκη στο μακιγιάζ. Ο Μανώλης Λεβεντέλης διεύθυνση φωτογραφίας στο τρέιλερ μας. Όπως είπα όλοι είναι ένα. Ο ένας έφερε τον άλλον.

Ο κόσμος στην επαρχία είναι όντως πιο ενθουσιώδης με το θέατρο από ότι στην Αθήνα ;
Απλά ο κόσμος εδώ δεν έχει την ίδια πρόσβαση σε θεατρικά δρώμενα όπως οι κάτοικοι της Αθήνας και για αυτόν τον λόγο το αγκαλιάζει πιο εύκολα. Υπάρχει μεγάλη ζύμωση στα Χανιά. Πολύς κόσμος έχει μεράκι, ιδέες, δυνατότητες και ικανότητες. Απλά κανείς δεν παίρνει το ρίσκο για να κάνει κάτι. Εγώ το πήρα και ελπίζω αυτό να αποτελέσει αφύπνιση και μια νέα αρχή στο να γίνονται πράγματα επιτέλους.

Είσαι ενθουσιασμένος άρα που κάνεις κάτι δημιουργικό στον τόπο σου;
Και βέβαια είμαι ενθουσιασμένος που κάνω κάτι στην γενέτειρά μου με ανθρώπους από εδώ. Και συγκινούμαι απίστευτα που αγκαλιάστηκε αυτή η προσπάθεια από τόσους ανθρώπους που ούτε καν με γνώριζαν. Είναι πολύ συγκινητικό. Έχουμε δουλέψει πολύ με πολλή αγάπη και γι’ αυτό συμβαίνει αυτό. Δεν είναι μια αρπαχτή ο στόχος. Αλλά μια αρχή για ακόμα πιο ωραία πράγματα.

Πιστεύεις ότι η Κρήτη είναι να μια ανεκμετάλλευτη κοιτίδα πολιτισμού;
Η Κρήτη σφύζει από αγάπη για έκφραση και δημιουργία. Πιστεύω πάρα πολύ στην αποκέντρωση της τέχνης. Για αυτόν τον λόγο αποφάσισα να το ξεκινήσω από εδώ το όλο εγχείρημα. Ναι είναι ανεκμετάλλευτη στον τομέα αυτόν. Το συνειδητοποίησα με αυτή την προσπάθεια.

10393709_10203692756934387_368293574102037637_n 1525526_10203730735163819_593228431335047425_n afisa

Να περιμένουμε την παράσταση στην Αθήνα;
Στόχος είναι να έρθει και Αθήνα αλλά και να ταξιδέψει γενικότερα. Είναι μια δουλειά με αθηναϊκά πρότυπα που άρχισε με κέφι και μεγάλη δόση τρέλας από τα Χανιά. Γιατί λοιπόν να μείνει μόνο εκεί;

https://www.facebook.com/video.php?v=10203728450826712

Από 23 Οκτωβρίου στο Θέατρο Βλησίδη,Ακτή Μιαούλη, Χανιά. Οι παραστάσεις θα ανέβουν στο θέατρο Δημήτρης Βλησίδης στα Χανιά, στις 21.15 την Πέμπτη 23/10 και την Παρασκευή 24/10 και στις 19.00 και 21.15 το Σάββατο 25/10 και την Κυριακή 26/10

Τιμή εισιτηρίου: Κανονικό 10 ευρώ. Ειδικό 7 ευρώ (άνεργοι,φοιτητές, ΑΜΕΑ, πολύτεκνοι, τρίτεκνοι)

Κείμενο: Φιλίππα Δημητριάδη