Manos-esties-05

Στις εστίες της Πατησίων, ο Μάνος αποτελεί την πιο χαρακτηριστική φυσιογνωμία, έναν άνθρωπο που δεν έχει φύγει από το δωμάτιό του ογδόου ορόφου εδώ και σαράντα οχτώ χρόνια. Κάθεται πάντοτε στο ισόγειο δίπλα στο τραπέζι του πινγκ πονγκ και πίνει black ice. Το δωμάτιό του είναι σκοτεινό και μουντό, με αποκόμματα εφημερίδων, κάτι παλιά τρόπαια, έναν καθρέφτη που έχει χρόνια να γυαλιστεί, έναν υπολογιστή της δεκαετίας του ’90 και πολλή σκόνη. Σκόνη και δυσάρεστες αναμνήσεις που δεν μπορεί να τινάξει από πάνω του. Όταν άνοιξα το μαγνητοφωνάκι, με παρακάλεσε να μην του ζητήσω να θυμηθεί πολλά γιατί συγκινείται και στενοχωριέται όταν θυμάται το παρελθόν του. Πρόκειται για τον πιο ευαίσθητο άνθρωπο που έχω γνωρίσει μέχρι τώρα στη ζωή μου. Μετά την μαμά μου.

Ο Μάνος είναι 62 ετών, κατάγεται από την Τρίπολη, έχασε τους γονείς του το 1963, δεν παντρεύτηκε ποτέ και ήρθε στις εστίες της Πατησίων το 1967, φοιτητής στη Νομική τότε. «Επί Χούντας, με πιάσανε και με πήγανε στην Γιάρο» λέει. «Γύρισα μετά την μεταπολίτευση και από τότε είμαι σε αυτό το δωμάτιο. Είμαι εδώ σαράντα χρόνια. Εδώ έχω ζήσει τα πάντα. Πήρα το πτυχίο της Νομικής και μετά δούλεψα στο Έθνος, το Alter και στο κανάλι πέντε ως πολεμικός ανταποκριτής. Από το 1978 μέχρι τη λήξη της συμφωνίας στο Βελιγράδι το 1995. Πηγαινοερχόμουν, πήγαινα και στην Βαγδάτη και στην Μέση Ανατολή. Στο Μπιχάτς, με βρήκαν δυο σφαίρες από μουσουλμάνο ελεύθερο σκοπευτή στον αριστερό μηρό και λίγο πάνω από τον πνεύμονα» λέει και βγάζει από το πορτοφόλι του το απόκομμα της εφημερίδας που περιέγραφε το περιστατικό.

Manos-esties-02

«Μου άρεσε αυτή η δουλειά, δεν φοβόμουν πήγαινα κατευθείαν στην πρώτη γραμμή. Έβαζα τη στολή μου, έπαιρνα τις φωτογραφικές μηχανές, την κάμερα, το δορυφορικό τηλέφωνο και πήγαινα. Δυστύχησα όμως πολύ. Κάποια στιγμή στο Βελιγράδι είχα μείνει έξω στην Βάλια Ρούγκα με βομβαρδισμό και δεν είχα λεφτά να φάω κάτι γιατί δεν μου είχαν στείλει. Πριν οχτώ χρόνια σταμάτησα. Παλιοί φίλοι μου που έμεναν στην εστία, μού στέλνουν ένα χαρτζιλίκι για να την περνάω. Παίρνω και εκατό ευρώ τον μήνα από την ΕΣΗΕΑ. Εδώ κάθομαι με τα παιδιά και κάνω παρέα γιατί μου δίνουν πολλή ζωή, κουβεντιάζουμε, πάω καμιά βόλτα, πάω στης Δημητρούλας το χωριό. Η Δημητρούλα είναι μια φίλη μου που μένει εδώ. Πριν, έμενα και με τον μπαμπά της στις εστίες. Δεν θα μπορούσα να φύγω από εδώ, το θεωρώ σπίτι μου. Και παλιά ακόμα, που δούλευα, έμενα εδώ. Έχω βέβαια και άσχημες αναμνήσεις. Δεν θέλω να τις θυμάμαι γιατί αρρωσταίνω. Είχα φύγει μια φορά και τα παιδιά ήρθαν και με πήραν. Είχα νοικιάσει σπίτι στην Βικτώρια και με έφεραν πίσω. Από εδώ θα φύγω μόνος μου μια μέρα. Θα κλείσω, θα κλειδώσω την πόρτα και θα φύγω».

Ο Μάνος μιλάει και με δυσκολία καταλαβαίνω αυτά που λέει λόγω της άρθρωσής του. Ούτε αυτός ακούει βέβαια τις ελάχιστες ερωτήσεις που προλαβαίνω να κάνω. Ξεκινάει να μου αφηγείται όσα πέρασε στη Γιάρο, το θάνατο του εντύπου και το πώς έχουν αλλάξει οι φοιτητές με το πέρασμα των χρόνων. «Όταν ήρθα ήταν διαφορετικές οι συνθήκες. Τα κάναμε όλα γυαλιά καρφιά για τα δικαιώματά μας. Αντιταχθήκαμε τότε μαζί με άλλα παιδιά που σήμερα είναι βουλευτές. Κάναμε διάφορες κινητοποιήσεις τότε για να γκρεμιστούν τα σίδερα που υπήρχαν γιατί ήταν σαν φυλακή. Ζητούσαμε να μπαίνουν και να βγαίνουν τα παιδιά ό,τι ώρα θέλουν. Γι’ αυτό με έστειλαν στην Γιάρο. Επειδή από μικρό μου άρεσε η ελευθερία».

Manos-esties-04

«Ήταν καλύτερα στην εστία παλιά» μας λέει και ξεφυσάει. «Κάναμε πολλά στο ΔΣ, οργανώναμε πολιτιστικά, είχαμε αθλητικές ομάδες, αιμοδοσία, ομάδες μπάσκετ και βόλεϊ, χορευτική και μουσική ομάδα. Τώρα δεν έχουμε. Ειδικά από τότε που μπήκε η ΑΣΟΕΕ, ο πρύτανης δεν ήθελε να υπάρχει αιμοδοσία και τέτοιες δραστηριότητες. Χωρίς τον πολιτισμό όμως δεν υπάρχει κοινωνία. Εγώ όταν ήμουν ακόμα ανταποκριτής, έκανα διάφορες εκδηλώσεις με Σερβάκια, με Κούρδους και μου άρεσε αυτό. Έγραφα κιόλας. Ακόμα γράφω την ζωή μου. Στην εστία λοιπόν, είχα έρθει σε σύγκρουση με διάφορους επειδή είχα κάνει αυτές τις εκδηλώσεις.

Τώρα πια η κατάσταση όλο και χειροτερεύει. Όταν μπαίνω στο πανεπιστήμιο καμιά φορά κλαίω. Δεν με νοιάζει για εμένα, για τα παιδιά με νοιάζει. Τους προσέχω όσο μπορώ, πηγαίνω και σε κινητοποιήσεις μαζί τους. Όταν ήμασταν εμείς νέοι, μας πρόσεχαν πιο πολύ. Τώρα βέβαια δεν ενδιαφέρονται ούτε τα ίδια τα παιδιά. Όλο για πολιτικά τσακώνονται. Έτσι δεν λύνεις τα θέματα που απασχολούν την εστία. Δεν εξαρτάται μόνο από το πανεπιστήμιο αλλά και από το πόσο θα ενδιαφερθείς εσύ να αλλάξεις ορισμένα πράματα. Θα μπορούσαν να μην είναι όλοι κομματικοποιημένοι γιατί όλοι για τα ίδια δικαιώματα και συμφέροντα αγωνιζόμαστε. Όταν βλέπω νεαρά άτομα που δεν αγωνίζονται και που φεύγουν έξω, στενοχωριέμαι. Δεν πρέπει να φύγεις έξω, πρέπει να αγωνιστείς για το σύνολο της κοινωνίας, να ανατρέψεις τα πράγματα γιατί η χώρα σε χρειάζεται. Ο ρατσισμός, η ανεργία, είναι στο χέρι σου να τα καταρρίψεις. Γι’ αυτά κλαίω. Γιατί βλέπω ότι ο κόσμος δεν διεκδικεί αυτά που δικαιούται. Δεν μπορούν να έρχονται οι Γερμανοί που τόσα κακά έχουν κάνει στην ανθρωπότητα και να είναι τα αφεντικά. Όλοι είμαστε ίδιοι απλά έχουμε γεννηθεί αλλού. Άλλος είναι μαύρος, άλλος κίτρινος αλλά όλοι είμαστε ένα, μια κοινωνία. Το πώς έχεις τα μαλλιά σου ή το πόσα σκουλαρίκια έχεις, δεν παίζει ρόλο. Ρόλο παίζει μόνο η καρδιά».

Manos-esties-03

Ο Μάνος έχει βουρκώσει. «Πάμε κάτω γιατί εδώ στεναχωριέμαι πολύ» μας λέει και προσπαθεί να χαμογελάσει με όσα δόντια του έχουν απομείνει. «Η δουλειά σας είναι δύσκολη» μας λέει στο τέλος. «Να προσέχετε».