Τα έργα του Μιλτιάδη Πεταλά σε ταξιδεύουν σε όνειρα, στο ασυνείδητο και σε μεσαιωνικούς καιρούς που ούτε ο ίδιος δεν μπορεί να εξηγήσει πώς τρυπώνουν στο μυαλό του. Τον βρήκαμε στο Taf για να μας μεταδώσει λίγη από την γαλήνη που τον διακατέχει και να μοιραστεί μαζί μας το ταλέντο του.

«Έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στην Κυψέλη, στην Κολιάτσου που είναι δύσκολη περιοχή. Ο πατέρας μου κατάγεται από την Καρδίτσα και η μητέρα μου από την Μύκονο. Ο μόνος όμως λόγος που είμαι αστικό παιδί είναι επειδή έχω μεγαλώσει στην Αθήνα» μου λέει. «Η Αθήνα δεν μου αρέσει καθόλου. Από μικρό δεν μου άρεσε. Οι άνθρωποι είναι κλειστοί, λείπει η δημιουργικότητα. Μου αρέσει ο ανοιχτός ουρανός. Όταν ήμουν πιτσιρίκι, τον μισό χρόνο τον περνούσαμε στην Μύκονο, στο χωριό της μαμάς μου. Εκεί είχαμε άπλα, τρέχαμε, παίζαμε. Έζησα βέβαια μια διαφορετική Μύκονο γιατί ήμουν στο χωριό και όχι στην χώρα. Θα ήθελα πολύ να γυρίσω στο νησί, όμως η επαρχία είναι δύσκολη».

xarakths-09xωρις τιτλο s-am 'ΗΛΙΟΣ. ''ΓΕΡΩΝ.. ΜΠΟΥΡΟΥ.... ματαιοτης

«Δεν σχεδιάζω ποτέ τον πραγματικό χώρο» μου εξηγεί όταν του λέω ότι τα έργα του τα βλέπω στον ύπνο μου. «Με ενδιαφέρει το ονειρικό, το μεταφυσικό, το ασυνείδητο. Δεν έχω θεματολογία σε αυτά που φτιάχνω. Η φαντασία μου βγαίνει αυτόματα. Είναι σαν να υπάρχει ένας σκληρός δίσκος μέσα μου που δεν ξέρω πώς ανοίγει και απλά πετάει εικόνες. Το μυστικό είναι η μουσική. Ζωντανεύει και κάνει τα έργα μου τρισδιάστατα. Εικονοποιώ τον ήχο. Μου αρέσει η μεσαιωνική, η αναγεννησιακή, η βυζαντινή, η οθωμανική μουσική, τα σεφαραδίτικα εβραϊκά. Όλα αυτά μου δημιουργούν εικόνες. Με την μουσική νιώθω ότι ακούω και τους ανθρώπους εκείνης της εποχής και τα συναισθήματά τους. Αυτομάτως κάνω ένα ταξίδι. Ξαφνικά πάω σε έναν άλλο κόσμο και αφήνω την μουσική να με παρασύρει. Θέλω να πιστεύω ότι περνάω και την παράδοση μέσα από τα έργα μου. Ακούω τα βαριά κρητικά πάρα πολύ, τα ριζίτικα. Βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα μια σχολή που την αφορίζουν οι Κρήτες, αυτή του Πετράκη που πηγαίνει την παράδοση σε ένα άλλο επίπεδο. Η παράδοση δεν είναι κάτι στατικό, εξελίσσεται γιατί την δημιουργούν άνθρωποι. Δεν μπορώ τα φολκλόρ, νομίζω πως είναι η άσχημη πλευρά της παράδοσης».

Μαγεμένη τον ακούω να μου εξιστορεί όλα όσα περνάει μέσα από την τέχνη του, όλα όσα καταγράφει. «Μου αρέσει ο Μεσαίωνας, ο μανιερισμός, ο ρομαντισμός, η art nouveau, οτιδήποτε ενέχει παράδοξα και φαντασιακά πράγματα. Μου αρέσει πολύ και το Βυζάντιο. Θέλω να περνάω και μια θεολογία μέσα από τα έργα μου, το μεταφυσικό και το υπερβατικό. Είμαι χριστιανός ορθόδοξος, άνθρωπος που πιστεύει, όμως δεν παύω να αναγνωρίζω τα προβλήματα των θεσμών. Έχω πρόβλημα με τους θεσμούς έτσι όπως έχουν γίνει. Δεν νομίζω όμως ότι το εσωτερικό θέμα πίστης συνδέεται με την εκκλησία σαν οργανισμό. Αυτό είναι μια αθλιότητα που έχει γίνει ίδια με τον θεσμό της πολιτικής».

xarakths-08xarakths-04 xarakths-03 xarakths-06 xarakths-07

Αναρωτιέμαι κοιτάζοντας τα έργα του αν όλο αυτό το ταλέντο το είχε από την παιδική του ηλικία. «Η μητέρα μου ήταν ζωγράφος, είχε δουλέψει με τον Μόραλη. Με έβαζε από μικρό να διαβάζω, να ζωγραφίζω. Μου άρεσε πολύ αλλά δεν ήμουν σίγουρος ότι θέλω να ασχοληθώ με αυτό. Το ήξερα στο περίπου. Ήθελα πολύ να κάνω συντήρηση έργων τέχνης. Λόγω χρημάτων δεν μπορούσα να πάω στην Φλωρεντία και στην Βενετία που είχε πολύ ωραίες σχολές στο είδος. Έτσι, στο λύκειο ξεκίνησα σχέδιο με στόχο την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Πέρασα από αρκετά εργαστήρια και μπήκα στην σχολή την τέταρτη φορά που έδωσα εξετάσεις, μετά από πολλή ταλαιπωρία. Είναι θέμα συγκυριών η εισαγωγή στην Καλών Τεχνών. Δεν είναι σαν τις πανελλήνιες που διαβάζεις και περνάς. Εδώ μπορεί να ξέρεις το καλύτερο σχέδιο και να μην σε περάσουν. Μπήκα λοιπόν το 1998, το 2003 τελείωσα το πρώτο πτυχίο στην ζωγραφική και το 2011 τελείωσα το δεύτερο πτυχίο στην χαρακτική. Θα πάρω σύνταξη από την σχολή στο τέλος» μου λέει και χαμογελάει πλατιά.

«Δεν με ενδιαφέρει να κάνω μια τέχνη που θα σοκάρει ή που θα εντυπωσιάσει» μου εξηγεί. «Θέλω να υπάρχει μια ειλικρίνεια. Η ειλικρίνεια του καλλιτέχνη είναι να δείχνει τον εαυτό του και να μην κρύβεται για να αρέσει. Το έχω κάνει και αυτό αλλά εκεί σε κλωτσάει και ο ίδιος σου ο εαυτός. Δεν γίνεται να αρέσουμε σε όλους. Αυτό φαίνεται και από την καθημερινότητά μας. Θα ήταν βαρετό να αρέσουμε σε όλους».

Ρωτάω τον Μίλτο αν βιοπορίζεται από την δουλειά του. «Δεν μπορώ να πω ότι βγάζω λεφτά από αυτή την δουλειά. Στην Ελλάδα για να επιβιώσεις μόνο από την τέχνη πρέπει να έχεις πολλές γνωριμίες και πολλά λεφτά. Υπάρχει θέμα και με τις γκαλερί εδώ. Ζητούν αποκλειστικότητες. Στο εξωτερικό υπογράφεις συμβόλαιο και σε χρηματοδοτεί η γκαλερί. Εδώ όλα είναι στις πλάτες του καλλιτέχνη. Όχι ότι έξω δεν γίνονται διάφορα. Θα ήθελα πολύ να φύγω έξω όμως δεν γίνεται λόγω οικονομικών. Σε ευρωπαϊκή πόλη θα μπορούσα να ζήσω πολύ εύκολα. Υπάρχει μεγαλύτερη άπλα, πάρκα και μπορείς να ξεχαστείς. Εδώ η ίδια η πόλη δεν σε αφήνει να ξεχαστείς».

Σκέφτομαι πόση απήχηση έχει η δουλειά του στην βόρεια Ευρώπη από όπου ήρθαν και τα περισσότερα βραβεία του. «Θα μπορούσα να έχω πάρει και άλλα βραβεία αλλά δεν ασχολούμαι. Παλαιότερα έστελνα σε διάφορους διαγωνισμούς. Πλέον βαριέμαι και δεν παίρνω μέρος» μου λέει και γελάει. «Με προβληματίζει η ελληνική αγορά γιατί η δουλειά μου είναι καθαρά ευρωπαϊκή και είναι δύσκολα αποδεκτή εδώ. Με αποκαλούν βορειοευρωπαίο έλληνα πολλές φορές. Είναι άδικο όμως για έναν καλλιτέχνη να παγιδεύεται στην καταγωγή του. Η Ελλάδα έχει πολλά ταμπού, ειδικά στον χώρο της τέχνης».

xarakths-02 orama2 rofos 2koπελα με ασπρο σκουφο

Φεύγοντας, τον ρωτάω ποια είναι τα αγαπημένα του έργα στον κόσμο. «Είναι το «The Espolio» του El Greco που δυστυχώς, δεν το έχω δει από κοντά. Ένα ακόμα έργο που με συγκινεί είναι ένας επιτάφιος θρήνος του Tiziano. Είναι ένα από τα τελευταία του έργα και το έχει ζωγραφίσει με τα δάχτυλα. Από κοντά δεν το καταλαβαίνεις, από μακριά όμως είναι τρομερό. Βλέπεις την αγωνία ενός ανθρώπου που είναι ογδόντα εφτά χρονών, παλεύει με τον θάνατο και παρόλα αυτά, έχει ενέργεια».

Τον ρωτάω πού θα πάει τα Χριστούγεννα. «Λογικά θα πάω στο Άγιο Όρος όπως κάθε χρόνο. Πηγαίνω για να αποφύγω όλο αυτό που γίνεται εδώ. Εκεί όταν πηγαίνω, δεν σχεδιάζω καθόλου. Πηγαίνω και καθαρίζει το μυαλό μου» μου λέει και χαμογελάει ξανά.

Τον χαιρετώ και φεύγω με χαραγμένη στην μνήμη μου την εικόνα του έργου του «Ονειρευόμενος» και το ειλικρινές χαμόγελό του.

Κείμενο: Μαίρη Βαμβακά
Φωτογραφίες:
Elizabeth Rovit