Ο κύριος Στέλιος είναι ο πιο παλιός οργανοποιός του Πειραιά. Είναι και ο μόνος που έχει απομείνει. Φτιάχνει μπουζούκια, κιθάρες, μπαγλαμάδες, βιολιά και άλλα πολλά έγχορδα, πάνω από 70 χρόνια. Παρόλο που είναι εδώ και χρόνια συνταξιούχος, είναι αδύνατο να καθίσει στο σπίτι του, αρρωσταίνει, μας λέει. Οι διακοπές δεν του αρέσουν και έχει μείνει ο τελευταίος των Μοϊκανών στην οδό Αλιπέδου 12, στο στέκι των οργανοποιών του Πειραιά. Είναι μέρος της παράδοσης και της ιστορίας της πόλης και τώρα αυτή η παράδοση έχει περάσει στον γιο του, τον Μιχάλη.

Νιώθω δέος μπαίνοντας στο μαγαζί του και σκέφτομαι πόσοι μεγάλοι άνθρωποι έχουν περάσει από εδώ. Με ενημέρωσε ότι κοντά στο σπίτι μου «καθόταν» ο συγχωρεμένος ο Κερομύτης. «Μπουζουξής. Πού να τον ξέρεις, έχει γίνει χώμα. Ήταν μεγάλη φίρμα, έπαιζε με τον Μάρκο. Αυτοί οι δύο ήταν σαν αδέρφια. Πηγαίναμε τακτικά γιατί ήταν φίλοι μου όλοι». Μάρκο εννοεί τον Βαμβακάρη. «Αυτή η κομπανία», μου λέει, δείχνοντάς μου μια ασπρόμαυρη φωτογραφία στον τοίχο, «ήταν όλοι οι παλιοί, πιο παλιοί και από μένα. Στα αριστερά είναι ο Κερομύτης, στην μέση είναι ο Μάρκος, ο Παπαϊωάννου…».

DSC_0163

Μεγάλη ιστορία αυτό το μαγαζί.
Ναι. Το κρατάμε σε αρχαία κατάσταση, όχι γιατί δεν μπορούμε να το ανακαινίσουμε, αλλά αυτή είναι η αξία του. Άμα ανακαινιστεί, θα την χάσει. Και στον Μιχάλη έχω πει όσο είμαι εγώ εδώ δεν θα βάλει χέρι. Δεν εγκρίνω την αλλαγή. Τώρα, μετά από μένα…

Τι λέει ο Μιχάλης;
Θα δούμε, μου λέει. Εγώ του έχω πει ότι καμιά φορά το να μένουμε κολλημένοι στο παρελθόν είναι δίκοπο μαχαίρι.

Εσείς δεν αλλάξατε το μαγαζί όταν το πήρατε από τον πατέρα σας;
Δεν ήταν αυτό το μαγαζί, είχαμε ένα στην παραπάνω γωνία. Έχει κατεδαφιστεί τώρα. Δουλεύαμε και έτρεχαν δίπλα μας τα ποντίκια. Ένα βράδυ είχα τελειώσει 4 μπουζούκια και τα άφησα πάνω στον πάγκο. Το πρωί που γύρισα τους είχαν φάει τα χέρια. Ήταν παλιό το οίκημα, έπιανε βροχή και έπρεπε να έχουμε ομπρέλες. Τώρα μιλάμε την εποχή που έφυγαν οι Γερμανοί. Ήμουν παιδί και πήγα να βοηθήσω τον πατέρα μου.

DSC_0121 DSC_0102 DSC_0086 DSC_0079

Μιχάλη, εσύ πότε ήρθες στο μαγαζί;
Από τα δεκαοκτώ μου, part time μαζί με τις σπουδές και από το 2006 είμαι εδώ μόνιμα. (Συγχρόνως βάζει τον πατέρα του να καθίσει). Δεν κάνει να κάθεται πολύ ώρα όρθιος.

Τώρα όμως ανέλαβε ο Μιχάλης. Εσείς γιατί δουλεύετε ακόμα;
Αυτός είναι τώρα το αφεντικό. Εγώ δουλεύω γιατί αγαπάω την θέση αυτή. Στέκομαι ακόμα στα πόδια μου γι’ αυτήν την δουλειά. Με αυτά τα πράγματα είμαστε ερωτευμένοι. Μόνο την Κυριακή μελαγχολώ που κάθομαι σπίτι, τις άλλες μέρες είμαι όρθιος από τις 6.30 το πρωί.

Δεν κουραστήκατε τόσα χρόνια;
Όχι, με ευχαριστεί η δουλειά και οι άνθρωποι που έρχονται στο μαγαζί. Η τρέλα των μουσικών μ’ αρέσει. Ξέρεις, οι μουσικοί είναι το πιο περίεργο είδος ανθρώπου, άμα δεν τους έχεις γνωρίσει δεν μπορείς να δουλέψεις. Καλλιτέχνες!

Από τους παλιούς ποιος ήταν ιδιόρρυθμος;
Όλοι. Ζαμπέτας, Μάρκος, Τσιτσάνης. Ο Κερομύτης που σου έλεγα πριν είχε φέρει μια φορά το μπουζούκι του για φτιάξιμο και επειδή δεν ήθελε να το πιάσει κάποιος από τους μάστορες που είχα εδώ, καθόταν όλη μέρα στο μαγαζί για να επιβλέπει. Πήγαινε το πρωί στην αγορά πιο κάτω και έπαιρνε μια σακούλα άσπρα στραγάλια, τα σκληρά, και καθόταν στο μαγαζί μέχρι το κλείσιμο. Και την επόμενη και την μεθεπόμενη. Έφευγε μόνο τα βράδια που έπιανε δουλειά. Μεγάλη τρέλα. Δεν το άφηνε το μπουζούκι του. Κι όταν πέθανε, του το πήρε από τα χέρια ο Τσιτσάνης.

Δεν φύγατε ποτέ από τον Πειραιά;
Εγώ είμαι Πασαλιμανιώτης, εδώ μεγάλωσα. Τα τελευταία χρόνια μένουμε στην Κηφισιά, όμως η Κηφισιά σαν μέρος δεν μ’ αρέσει. Μ’ αρέσει ο Πειραιάς. Κι ο δρόμος εδώ, η Αλιπέδου, γεννήθηκε για μουσικά όργανα. Κάποτε υπήρχαν εδώ 10 καταστήματα, το ένα δίπλα στο άλλο.

DSC_0148 DSC_0136 DSC_0127

Πότε ξεκίνησε αυτό;
Από το 1922 και έπειτα, που ήρθε ο πατέρας μου από την Μικρά Ασία. Όλα τα μαγαζιά εδώ τα είχαν Μικρασιάτες και Αρμένιοι και πήγαινε πάντα η δουλειά από πατέρα σε γιο. Τα τελευταία κλείσανε πρόσφατα, λίγο πριν την κρίση. Ήμασταν πολλοί, τότε ήταν πιάτσα μουσικών.

Από πατέρα σε γιο και από γιο σε πατέρα λοιπόν, το μαγαζί σας πέρασε στην τρίτη γενιά;
Το μαγαζί ναι, αλλά η δουλειά είναι παλιά, από τον προπάππου μου. Και στην Τουρκία, πριν έρθει ο πατέρας μου, κατασκεύαζε μπουζούκια. Εκεί μας έλεγαν Σκεντέρογλου, το Σκεντερίδης έγινε όταν ήρθαμε στην Ελλάδα. Για να καταλάβεις, το μπουζούκι που είναι στο μουσείο (Μουσείο Μουσικών Οργάνων), από το 1900, το είχε κατασκευάσει ο πατέρας μου στην Καισαρεία. Στην κατοχή πάνω, τον βρήκε ο ιδιοκτήτης του μουσείου στην ανάγκη και του το πήρε τσάμπα. Τώρα αυτό αξίζει πολλά λεφτά.

Διαφορετικός φαντάζομαι τότε ο Πειραιάς, με την Τρούμπα, τους ρεμπέτες, τα ναρκωτικά…
Εγώ τους είχα συνηθίσει. Όταν πρωτοξεκίνησα, πολύ μικρός τότε, μου λέει ο πατέρας μου «πάρε τον μπαγλαμά και πήγαινε δώσε τον στον Μπάτη, στην πλατεία Καραϊσκάκη. Να το δώσεις στον Γιώργη και να σε πληρώσει». Κακόφημο στέκι εκεί, εγώ πιτσιρικάς. Μπαίνω μέσα λοιπόν για να πάρω τα λεφτά και βλέπω ένα στρογγυλό τραπέζι και γύρω γύρω λουλάδες. Όλοι μέσα φτιαγμένοι. Βγήκα στα τέσσερα από τα ντουμάνια. Εκείνο ήταν το πρώτο μου μάθημα. Δύσκολοι οι μουσικοί.

Τι διαφορά έχουν οι μουσικοί τότε και τώρα;
Τώρα έχουν άλλες απαιτήσεις, είναι μορφωμένοι, το έχουν σπουδάσει. Κοιτάζουν μέχρι και την παραμικρή τρίχα. Τότε ήταν αμόρφωτοι, το μάθαιναν μόνοι τους. Όταν έφερε ο Χιώτης στα σαλόνια το μπουζούκι, το οχτάχορδο, ζορίστηκε η δουλειά και για εμάς. Κι επιβιώσανε όσοι ξέρανε να κάνουν καλύτερα την δουλειά τους.

Εσείς τα ελέγχετε όλα τα όργανα που πουλάτε;
Πάντα, ακόμα και τα πιο φθηνά. Πρέπει να μπορεί ο άλλος να κάνει την δουλειά του, όχι να το πετάξει. Δεν μ’ αρέσει η κοροϊδία στην δουλειά μου. Αυτές τις οδηγίες μου είχε δώσει ο πατέρας μου και αυτά λέω και στον γιο μου. Τα δοκιμάζω όλα εγώ. Εξάλλου, άμα δε ξέρεις τις βάσεις, δεν μπορείς να φτιάξεις ένα όργανο. Εγώ έπαιζα χρόνια κιθάρα και ακορντεόν, έχω δουλέψει και σε νυχτερινά μαγαζιά. Τον Μιχάλη τον έπαιρνα από μικρό μαζί μου. Εκεί μεγάλωσε.

DSC_0155 DSC_0071DSC_0081 DSC_0143

Μου είπατε για τον παλιό Πειραιά, τώρα σας στεναχωρεί που βλέπετε την πόλη να αλλάζει;
Τι να κάνουμε; Εξέλιξη. Καλά ήταν τότε, αλλά καμιά φορά έρχεται η φθορά του χρόνου. Ο παλιός Πειραιάς ήταν όμως άλλο πράγμα. Τώρα τα πιο πολλά μαγαζιά έχουν κλείσει, στην Δραπετσώνα, στο λιμάνι και στην άκρη του Περάματος. Την εποχή εκείνη μπορεί να ήταν ωραία, αλλά δεν μπορούσες να επιζήσεις εύκολα. Φτωχογειτονιά, πιο αλητεία, είχε τα καλά της, είχε και τα κακά της.

Αγαπάτε την παράδοση και στον Πειραιά και στο μαγαζί …
Δεν μου αρέσει το καινούριο. Αυτός ο πάγκος έχει περάσει έναν αιώνα (τον χτυπάει). Είναι ωραίο να κρατάμε την παράδοση. Γι’ αυτό το κρατάω έτσι και το μαγαζί. Μπορούσα να δώσω 5 δραχμές να το κάνω πιο όμορφο. Αλλά δεν θέλω. Θέλω και την αράχνη του, τα θέλω όλα (γέλια).

Το μαγαζί του κύριου Στέλιου και Μιχάλη Σκεντερίδη βρίσκεται στην οδό Αλιπέδου 12 στον Πειραιά, δίπλα στον ηλεκτρικό σταθμό, 210-4177556.

Κείμενο: Εβίτα Μαντζαβίνου
Φωτογραφίες: Πένυ Ζαχαροδήμου