Το συνταραχτικό μοιρολόγι γυναικών στη Λίβινα της Αλβανίας, το αναστενάρικο πανηγύρι και η θρηνητική τελετή «Ασούρα» των Σιιτών Πακιστανών παρουσιάζονται με συγκλονιστικό τρόπο μέσα από εικαστικά κάδρα και μουσική, χωρίς καθόλου αφήγηση και σε βυθίζουν σε ένα trance συγκίνησης, πόνου, θρησκευτικού παραληρήματος και λύτρωσης που δύσκολα μπορεί να μεταφερθεί στο χαρτί. Λίγο πριν ξεκινήσει το ταξίδι της στα διεθνή φεστιβάλ η σκηνοθέτις μας μίλησε για τα γυρίσματα που κράτησαν δέκα χρόνια και τις δυσκολίες της ολοκλήρωσής της.

I-heard-god-crying-Frame-003 I-heard-god-crying-Frame-002 I-heard-god-crying-Frame-010 I-heard-god-crying-Frame-009 I-heard-god-crying-Frame-001
I-heard-god-crying-Frame-004
I-heard-god-crying-Frame-006

Η πιο μεγάλη απορία μου βλέποντας την ταινία ήταν πώς καταφέρατε να μείνετε αποστασιοποιημένη από όλα αυτά που συνέβαιναν γύρω σας; Δεν ήταν δύσκολο να καταγράφετε τόσο προσωπικές στιγμές;
Πολύ. Γι’ αυτό τα γυρίσματα διήρκησαν 10 χρόνια. Με βοήθησε -για να απαντήσω στην ερώτηση αυτή- ένα πράγμα: έχω καταγωγή από το Θέατρο, έχω σπουδάσει υποκριτική και έχω δουλέψει χρόνια στο Θέατρο Τέχνης και σαν βοηθός σκηνοθέτη και έχω διδάξει και στη σχολή κτλ. Ήμουν στην τελευταία χρονιά που είχε πάρει ο Κουν, τότε το Θέατρο και οι σχολές είχαν μια ιερότητα. Δηλαδή, έμπαινες μέσα και σε έπιανε ένας φόβος, ένα ρίγος, υπήρχε ένας άλλος σεβασμός που αργότερα οι επόμενες γενιές τον χάσανε. Γιατί αργότερα γύρισα στη σχολή σαν δασκάλα και αυτό το πράγμα δεν υπήρχε. Τι γίνεται λοιπόν;  Όταν έχεις μάθει να λειτουργείς με κάποιους άτυπους κανόνες θεάτρου -το θέατρο στην πραγματικότητα είναι κάτι μυστικό, κάτι μαγικό, κάτι ακριβό- μαθαίνεις ο ίδιος να λειτουργείς με έναν τρόπο. Αυτός ο τρόπος που έμαθα μέσα από το θέατρο με βοήθησε στο να μπορώ να παρακολουθώ, αρχικά σαν θεατής, τελετουργίες. Κι επειδή δεν ήταν εύκολο να βρω καμεραμάν που αντέχει τα ωράριά μου και να έχει τη συγκέντρωση την ώρα που χρειαζόταν,  μπήκα στη διαδικασία να πάρω εγώ κάμερα και να κάνω αυτή τη δουλειά. Η εμπειρία μου, λοιπόν, από το θέατρο με βοήθησε στο να είμαι στις τελετουργίες με συγκεκριμένο τρόπο: δηλαδή ήξερα πότε να εξαφανίζομαι. Ξέρεις, αυτό είναι και κάτι σωματικό, με το body language, έχεις μια αίσθηση του τι σε παίρνει και μέχρι πού. Το άλλο πράγμα που έχει να κάνει με την αποστασιοποίηση είναι στο μοντάζ πια, η επιλογή του τι διαλέγεις να δείξεις και τι απόσταση παίρνεις από τα πράγματα. Ήθελα τον θεατή που θα το δει να μην τον καπελώσω με κάτι, να αισθανθεί, αλλά να είναι και έξω από αυτό. Αυτοί ήταν οι στόχοι μου.

Πώς πείσατε τους ανθρώπους να είστε εκεί παρούσα;
Έχει μεγάλο ενδιαφέρον αυτή η ιστορία. Ξεκίνησα να ψάχνω το θέμα τον μοιρολογιών στον ελλαδικό χώρο, αλλά, βέβαια, τις εποχές που ξεκινήσαμε να τα ψάχνουμε, τα πράγματα ή δεν υπήρχαν, ή ήταν πολύ σπάνια και σποραδικά. Ας πούμε, τα μανιάτικα μοιρολόγια. Έψαχνα ανθρώπους να πηγαίνουν στην έκσταση για να μπορώ να έχω το συνδετικό νήμα με όλους τους υπόλοιπους, δηλαδή δεν ήταν απλώς να πεις ένα μοιρολόι. Πήγα στην Κάρπαθο, πήγα σε αρκετά μέρη για να φτάσω εκεί και κατέληξα στην Βόρεια Ήπειρο, σε μια περιοχή που λέγεται Βούρκος και ας πούμε ότι έχει ακόμα πολύ δυνατά πράγματα, γιατί έχουν βεντέτες ακόμα και είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας που μπορεί να ήταν πολύ παλιά η Ελλάδα. Στην Αλβανία είχα πάει αρκετές φορές και μάλιστα με τον φίλο μου τον Σωτήρη τον Δημητρίου, τον συγγραφέα. Έχουμε κάνει πολλά ταξίδια και σε ένα από αυτά είχαμε πάει σε ένα πανηγύρι στη Σμίνετσι, είναι από την απέναντι μεριά της Πόβλας από τη μεριά της Θεσπρωτίας και είχα γνωρίσει έναν κύριο τον Γιώργο τον Βήτο που είναι ταξιτζής τους. Στην Αλβανία οι δρόμοι είναι τρομεροί, ας πούμε δεν είναι απλά χωματόδρομος, πας και ξαφνικά βλέπεις ποτάμι μπροστά σου και το ποτάμι είναι ο δρόμος, προχωράς και το βουνό έχει πέτρες και είναι ο δρόμος και κινούνται με τα παλιά μερσεντές τζιπ που έχουν πάρει από την Γερμανία, τα οποία έχουν χρόνο ζωής τρία χρόνια. Τέλος πάντων, γνωριστήκαμε και του είχα πει τι ψάχνω, είχαμε συνεννοηθεί όμως γιατί ήμασταν σε πανηγύρι, είδε πώς παρακολουθούσα το γλέντι και κατάλαβε. Και αυτός ο άνθρωπος με πήρε, θυμάμαι ήταν Οκτώβρης, τηλέφωνο στην Αθήνα και μου λέει αν μπορείς να είσαι αύριο 5 η ώρα το απόγευμα εδώ, μπορεί και να καταφέρεις να βρεις αυτό που ψάχνεις.. Το πιο ενδιαφέρον στην Αλβανία και στη Βόρεια Ήπειρο είναι τα σκυλιά. Δηλαδή, ο ήχος τους. Αν μου πεις δώσε μου τον ήχο, τι σου μένει όταν κλείσεις τα αυτιά, ε, ακούς πολύ δυνατά τα σκυλιά, να γαβγίζουν πολύ έντονα. Επειδή έχει ερημιά. Φτάνω σε αυτό το χωριό και μου λέει ο Γιώργος , αύριο μοιρολογάνε και ξέρω ότι θα σου αρέσει η μουσική, η μια από τις κόρες μοιρολογάει πάρα πολύ ωραία, μουσικά, αλλά θα πρέπει εσύ η ίδια να πάρεις την άδεια. Πέφτουμε για ύπνο στις 9 και μισή γιατί πρέπει να ξυπνήσουμε στις 3 το πρωί. Μαύρος ο ύπνος, βέβαια, γιατί άκουγες τον ήχο από τα σκυλιά. Τρεις η ώρα ξυπνάμε να πιούμε τον καφέ και έρχεται ένας άνδρας, ο οποίος ήτανε ο θείος, -υπάρχει σε ένα πλάνο στην ταινία που είναι ένας άνδρας σε ένα κρεβάτι. Μου λέει τι θέλεις εσύ; Λέω θέλω να καταγράψω τα μοιρολόγια , μου μίλησε για τη δουλειά του –ήταν ταχυδρόμος-  συζητήσαμε και μου λέει μου αρέσεις, αλλά θα πρέπει να πάρεις την άδεια από το Σοφιώ, την μητέρα της νεκρής. Ήταν τρεις, πάει τέσσερις, μπαίνουμε σε αυτό το τζιπ, εμένα με βάζουν στην προεδρική θέση, δηλαδή πάνω στο χειρόφρενο, γιατί πίσω κάθισαν οι άνδρες και υπήρχε κενή θέση για τη Σοφιώ. Μπαίνει αυτή η γυναίκα μέσα και δεν λέει κουβέντα, ενώ κατά διαστήματα έβγαζε ένα «Ωχχχ», σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, τρισήμιση ώρες. Κάποια στιγμή μου λέει πώς σε λένε εσένα; Λέω Ελπίδα, α μου λέει έχουμε το ίδιο όνομα, γιορτάζουμε την ίδια ημέρα, γιατί εκείνη την έλεγαν Σοφία. Με ρωτάει  τι θες εδώ; Και της λέω να σε γράψω στο μοιρολόι. Και άτυπα μου έδωσε την άδεια. Όταν φτάσαμε στο νεκροταφείο όρμησε στον τάφο, εγώ πήγα πίσω με την κάμερα για να με συνηθίσει λίγο. Μετά πήγαμε στο σπίτι υπήρχαν ένα σωρό άνδρες, που ένα βλέμμα να πάει λάθος δεν είναι ότι έχεις φύγει, είναι ότι μπορεί να μαλώσουν και με αυτούς που σε έφεραν. Και είναι και τα παιδιά επίσης, εκεί πάντα δίνουν τσίπουρο το πρωί και καφέ. Εγώ ήθελα να πιω πολλά τσίπουρα, αλλά είπα «Ελπίδα, τώρα πιες καφέ». Μίλησα με τον άνδρα και κάπως επείσθη, ένιωσα δηλαδή ότι δεν μου πε ναι , αλλά δεν μου είπε και όχι. Μπήκα σίγα σιγά και είδα λίγο λίγο πώς είναι μέχρι να μπω στο κεντρικό δωμάτιο. Αλλά σε όλα αυτά υπάρχουν πράγματα που δεν λέγονται και υπάρχουν και πράγματα που εννοούνται και γίνονται με το βλέμμα. Είναι θέμα αίσθησης και επίσης βλέπεις ότι όταν υπάρχει βαθύς πόνος και οι άνθρωποι συνεννοούνται πέρα από επίπεδα, οπότε θα έλεγα ότι δεν υπάρχει συνταγή ή κανόνας.
Οι κινηματογραφικές μου αναφορές, δηλαδή οι σκηνοθέτες που αγαπώ πιο πολύ είναι ο Ντράγιερ, ο Λας Φον Τρίερ, ο Ταρκόφσκι, ο Παρατζάνοφ. Όταν κοιτούσα τις γυναίκες στο τραπέζι και γύριζα εκείνη τη σκηνή σκεφτόμουν ότι αν ο Μπέργκμαν τις είχε σε αυτό το γυμνό πράγμα, θα ήταν ευτυχής γιατί πάντα ζητούσε από τους ηθοποιούς του μέσα από την ψυχανάλυση να βγάλουν αυτό το αίσθημα.

I-heard-god-crying-Frame-018 I-heard-god-crying-Frame-017 fffe I-heard-god-crying-Frame-013 I-heard-god-crying-Frame-015 I-heard-god-crying-Frame-016 I-heard-god-crying-Frame-011
I-heard-god-crying-Frame-050

Όλες οι στιγμές της ταινίας είναι ιερές...
Το προσπάθησα- γι’ αυτό πήγα και ξαναπήγα πολλές φορές. Βασικά, στα αναστενάρια μπορεί να φαίνεται ένας χορός, μπορεί να είναι 30 διαφορετικοί.

Είναι πολλά τα γυρίσματα, αλλά δεν το καταλαβαίνεις.
Ναι, γιατί είναι πρόσωπα. Πήγα και ξαναπήγα γιατί ήθελα να βρω αυτά που πίστευα ότι θα ήταν πολύ δυνατά. Ήθελα να συγκινήσω, να φτιάξω ένα κινηματογραφικό ταξίδι, ένα trip.

Aπό την αρχή ως το τέλος η ταινία είναι τρανς.
Εμένα ο στόχος μου ήταν αυτός και σε αυτό βοήθησε πολύ και το δεξί μου χέρι, ο Ρουσέλος ο Αραβαντινός που έκατσε μαζί μου δέκα χρόνια και ξεσκονίζαμε το υλικό, το αλλάζαμε. Δηλαδή αυτοί οι δύο άνθρωποι, εκείνος και εγώ είναι η ταινία. Ο Ρουσέλος είναι πολύ νεότερός μου, αλλά με μια ματιά πιο φρέσκια -χρειάζεται να έχεις και τη ματιά του άλλου γιατί μπαίνεις και χάνεσαι και στο υλικό και στα πράγματα, οπότε υπάρχει πολύ μεγάλη βοήθεια να υπάρχει κάποιος με τον οποίο μαλώνεις.

Τι ρόλο παίζει η μουσική σε μια τελετουργία;
Η μουσική είναι πολύ σημαντική, ειδικά σε αυτές τις τελετουργίες, αλλά και σε όλες νομίζω. Στις συγκεκριμένες που η μουσική είναι και λόγος, όπως στης ταινίας, ουσιαστικά είναι το πάτημα που βρίσκει ο άλλος και βοηθάει τον πόνο να ανέβει και να φτάσει στην έκσταση, η μουσική είναι αυτή που πυροδοτεί την κατάσταση και βοηθάει. Στα μεν αναστενάρια μπορείς να πατήσεις στη φωτιά και χωρίς μουσική, γιατί αυτή την έχεις μέσα σου. Σε κάποια κονάκια η μουσική είναι συγκλονιστική. Ο Γιάννης ο Ντομπρίδης που παίζει την γκάιντα σε σκηνές της ταινίας είναι σπουδαίος μουσικός, το ίδιο και οι λυρατζήδες της Αγίας Ελένης. Έχει σημασία τι μουσική επιλέγουν, γιατί βλέπεις ότι στην πράξη τους βοηθάει και αυτούς να περάσουν στην άλλη όχθη. Ακόμα και στο μοιρολόι, η μια από τις γυναίκες, η Ουρανία πχ, έχει ήχο σαν ωραίο κλαρίνο. Αφού τελείωσε το μοιρολόι και πήγαμε στο νεκροταφείο και έφτασε η ώρα του φαγητού, συνήλθαν και πρόσεξαν ότι ήμουν όλη την ώρα δίπλα τους και άρχισαν να μιλάνε αλλιώς: «κοριτσάκι μου πρέπει να φας κάτι». Μίλησα με την Ουρανία και της λέω «γνωρίζω τον πόνο, αλλά μέσα σε όλα αυτά θέλω να σου πω και μια κουβέντα, τραγουδάς υπέροχα και αυτός ο ήχος, το κλαρίνο που τραγουδάς είναι από άλλη περιοχή δεν είναι από εδώ». «Ναι, γιατί εγώ μιμούμαι τον ήχο που έχει το κλαρίνο στην περιοχή του άνδρα μου, ήθελα να έχει το μοιρολόι μου τον ήχο εκείνου του μέρους». Υπάρχουν αυτές οι λεπτομέρειες που είναι σημαντικές. Και με τους Πακιστανούς το ίδιο.

I-heard-god-crying-Frame-028 I-heard-god-crying-Frame-027 I-heard-god-crying-Frame-026 I-heard-god-crying-Frame-025 I-heard-god-crying-Frame-024 I-heard-god-crying-Frame-023 I-heard-god-crying-Frame-022 I-heard-god-crying-Frame-021 I-heard-god-crying-Frame-020

Στην τελετουργία της ταινία είναι Πακιστανοί μόνο; Γιατί υπάρχουν και πρόσωπα που δεν μοιάζουν με Πακιστανούς…
Όχι, αλλά είναι Σιίτες, οι περισσότεροι όμως είναι Πακιστανοί. Στη Συρία ναι, είναι από το Λίβανο, είναι η μεγάλη τους συνάντηση, Σιίτες ακόμα και από τη Νέα Υόρκη.

Πόσο προσωπικός είναι ο πόνος; Μπορείς να τον μοιράζεσαι;
Νομίζω ότι ο πόνος είναι πάντα προσωπικός. Βρίσκω όμως κάποια κλειδιά σε παλιά πανηγύρια στην Ήπειρο, ας πούμε στο Πωγώνι που μου αποκαλύπτει πράγματα,  ο τρόπος που οι άνθρωποι πιάνονταν στο χορό θυμίζει τον χορό στην Αρχαία Ελλάδα, που γίνονται όλοι ένα σώμα. Δηλαδή, παύω να είμαι ο ένας και γινόμαστε όλοι, αυτή είναι η έννοια του χορού. Αυτό το πράγμα συμβαίνει στην τελετουργία, δηλαδή ο προσωπικός πόνος γίνεται συλλογικός, και αυτό το πράγμα δίνει μια ενέργεια και μια δύναμη και πηγαίνει σε ένα άλλο επίπεδο στο δρόμο για τη λύτρωση και την κάθαρση, οπότε νομίζω ότι είναι κάτι που μπορεί να γίνει.

Η ταινία θα βγει στις αίθουσες;
Η ταινία είναι υπό την αιγίδα της Ουνέσκο. Ο στόχος για την ταινία είναι να παιχτεί σε ιερούς χώρους, στη Μεσόγειο και στα Βαλκάνια.

Να πούμε για τα μέρη της ταινίας;
Ουσιαστικά ξεκινάει με την κάθοδο στον Άδη. Ακούγεται το τραγούδι που έχει διασκευάσει ο Γιάννης ο Αγγελάκας, η Μαργιόλα, ένα παραδοσιακό πολύ γνωστό κομμάτι που λέει:
Σήκω, Μαριόλα μ’, απ’ τη γη κι από το μαύρο χώμα, / Μαριώ – Μαριόλα μου.
Κι από το μαύρο χώμα, ψυχή, καρδούλα μου.
Με τι χεράκια η μαύρη να σ’κωθώ, χεράκια ν’ ακουμπήσω,  / Μαριώ – Μαριόλα μου,
Χεράκια ν’ ακουμπήσω, ψυχή, καρδούλα μου.
Κάμε τα νύχια σου τσαπιά, τις απαλάμες φτυάρια,  / Μαριώ – Μαριόλα μου,
τις απαλάμες φτυάρια, ψυχή, καρδούλα μου.
Ρίξε το χώμα από μεριά, τις πέτρες ‘πο την άλλη,  / Μαριώ – Μαριόλα μου,
τις πέτρες ‘πο την άλλη, ψυχή, καρδούλα μου.
Κι έβγα, Μαριόλα μ’, να σε ιδώ,  / Μαριώ – Μαριόλα μου,
κι άπλωσε το χεράκι σου και πιάσε το δικό μου.
Το μνήμα μ’ εχορτάριασε κι έλα να βοτανίσεις,  / Μαριώ – Μαριόλα μου,
κι έλα να βοτανίσεις, ψυχή, καρδούλα μου.
Να χύσεις μαύρα δάκρυα, ίσως και μ’ αναστήσεις,  / Μαριώ – Μαριόλα μου,
ίσως και μ’ αναστήσεις, ψυχή, καρδούλα μου.
Ουσιαστικά στο κομμάτι αυτό η γυναίκα έχει πάει στον κάτω κόσμο, και  ο αγαπημένος της τής λέει να βγει και ότι και εκείνος θα πάει κάτω να τη βρει. Το γύρισμα αυτό το έκανα στην Πρέβεζα, στον Βούρκο, ήταν και λίγο επικίνδυνο γιατί το έκανα τρεις-τέσσερις φορές. Ο Γιάννης έχει γράψει τα κομμάτια της αρχής και του τέλους, αλλά στις σκηνές της ταινίας έχει μιξαριστεί κλάμα από φάλαινες, από δελφίνια, γιατί ήθελα να δώσω την αίσθηση του βυθού και του ρευστού, όπως στην ταινία του Λας Φον Τρίερ «The Element of crime» που ήσουν συνεχώς σε έναν βούρκο, ήθελα να έχει αυτή την αίσθηση η ταινία.

Στην αρχή κάθε τελετουργίας υπάρχει ένας θάνατος.
Ο θάνατος δεν είναι πάντα ορατός.

Οι αναστενάρηδες τι θρηνούν;
Πιστεύω ότι εκεί ο καθένας έχει κάτι πολύ προσωπικό μέσα του. Υπάρχει κάτι άδηλο και κρύφιο και προσωπικά ο καθένας έχει κάτι που θρηνεί και βρίσκει έναν κοινό τόπο έκφρασης με τους άλλους. Ακόμα και ο χωρισμός είναι ένας μικρός θάνατος, κάποιοι άνθρωποοι κάνουν χρόνια να συνέλθουν. Ο θρήνος σήμερα αποφεύγεται. Έχουμε μάθει όλοι μας να είμαστε καθωσπρέπει, να μη δείχνεις ότι πονάς, να είσαι άτρωτος, και επίσης τα παιδιά πολλές φορές τα αποτρέπουν από την επαφή με τον θάνατο.

Όταν κλαίει ένας άνδρας είναι πιο συγκινητικό τελικά;
Βέβαια, γιατί έχουμε συνηθίσει, η κοινωνία μας έχει μάθει να μη βλέπουμε άνδρες να κλαίνε.