Πολλές φορές στην ζωή μας ανακαλύπτουμε ότι πιθανόν να γεννηθήκαμε σε λάθος χώρα και από ανθρώπους που δεν θα μας καταλάβουν ποτέ. Η αφήγηση της Ελισάβετ μιλάει για το ταξίδι της ανάμεσα σε ‘βλέμματα’ που την θεωρούσαν τεμπέλα, χοντρή και ονειροπόλα. Αναφέρεται σε «αυτούς» που την έβλεπαν σαν ένα «βάρος», μέχρι που μια μέρα ανακαλύπτει ότι υπάρχει μια χώρα, η Ιαπωνία, στην οποία βρήκε αυτό που της έλειπε. Αυτό που την έκανε να είναι  σίγουρη ότι το ταξίδι, σημαίνει να έχεις την απόλυτη ελευθερία να σκέφτεσαι, να αισθάνεσαι και να κάνεις ό,τι θέλεις.

246421_10200257390611047_369358500_n 10352749_10203489842140315_1259309432481970586_n

«Ονομάζομαι Ελισάβετ Τουφεξίδου. Στα 23 χρόνια ύπαρξής μου πότε δεν ένιωσα ότι το νεαρό της ηλικίας μου είναι κάτι για το οποίο θα πρέπει να ευγνωμονώ, είτε σε επίπεδο αθωότητας ή ομορφιάς. Είμαι παχύσαρκη και από μικρή παλεύω με το πάχος και το φαγητό, πράγμα που μου έχει προσφέρει  την δυνατότητα, από πολύ μικρή, να καταλάβω ότι στο σώμα υπάρχουν όρια. Το θέμα δεν είναι όμως το πόσο χρόνων είσαι, αλλά το τι κάνεις με αυτά τα χρόνια που έχεις. Θυμάμαι όταν πήγα 5 ετών για πρώτη φορά με τον αγαπητό παππούλη μου Ηλία στον γιατρό και μύρισα το αντισηπτικό, ένιωσα τη θανατίλα του νοσοκομείου και όλα όσα δίνουν μια γερη εικόνα της εφήμερης ύπαρξης που είναι ο καθένας μας. Δέχθηκα τότε ένα ερώτημα που η απάντησή του μας φέρνει όλων ανάμεικτα συναισθήματα. «Τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;» ρώτησε ο γιατρός καθώς ανέβαινα τα σκαλάκια για το κρεβάτι εξέτασης. Καθότι από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια και θέλοντας να το παίξω έξυπνη στο γιατρό, απάντησα μονολεκτικώς «Μεγάλη». Τα παιδιά έχουν την τάση να βλέπουν, να μαθαίνουν και ως εκείνη την στιγμή είχα πειστεί ότι για να σε παίρνουν στα σοβαρά πρέπει να είσαι μεγάλος γιατί μεγάλος σημαίνει αυτός που έχει γνώση, αυτό που ξέρει. Μετά από αυτό άρχισα να προσπαθώ να μπαίνω στις συζητήσεις και τσακωμούς των «μεγάλων» στο σπίτι, στο σχολείο να ρωτάω. Περιττό να πω πως δεν έπαιρνα απαντήσεις  ή στην καλύτερη περίπτωση έπαιρνα κάποιες αόριστες. Τα πράγματα δεν έφτιαξαν, ίσα ίσα κατάλαβα ακόμη καλύτερα ότι οι «μεγάλοι» δεν παίρνουν σοβαρά ο ένας τον άλλο και δεν τα ξέρουν όλα πόσο μάλλον να με πάρουν εμένα τη «μικρή» στα σοβαρά και να μου απαντήσουν. Ο μόνος άνθρωπος  που μου απευθυνόταν χωρίς να με αμφισβητεί και παραδεχόταν άφοβα πως ότι κάνει, το κάνει επειδή του αρέσει κι όχι επειδή «ξέρει τι κάνει» εκ των προτέρων ή να μου βάζει ερωτήσεις για να μου δώσει μετά τη «σωστή» απάντηση, ήταν ο παππούς μου, ο οποίος όμως τέλειωσε νωρίς όταν ήμουν περίπου 9 και έχασα το στήριγμα των παιδικών απόψεών μου. Μέχρι εκείνη την στιγμή ότι κι αν άκουγα επίπονο ή σκληρό για εμένα, για το βάρος μου, για το πόσο διαβάζω, για το αν είμαι «καλό παιδί» δεν με ενδιέφεραν γιατί σε κάποιου τα μάτια ήμουν κάποια, ήμουν αξιαγάπητη χωρίς φίλτρο. Παρόλο αυτά, κανέναν δεν απασχολούσε το «τι ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω» ή, έστω, το τι ήθελα. Ο μόνος που με είχε ρωτήσει ήταν ο γιατρός! Φυσικά, ο χλευασμός για το πώς είμαι και το γιατί δεν προσπαθώ να χάσω βάρος γινόταν όλο και πιο έντονος.  Άρχισα να κάνω την αδιάφορη. Θυμάμαι άτομα να με κάνουν σκουπίδι με την συμπεριφορά τους και οι «μεγάλοι» να κάνουν τα στραβά μάτια. Δεν θα ξεχάσω τους δικούς μου να με κοιτουν με απορία και στην συνέχεια με απαξιώση επειδή δεν νοιαζόμουν για τους βαθμούς μου. Είχα σταματήσει να προσπαθώ για το οτιδήποτε και να μην με νοιάζει τι θα κάνω στη ζωή μου. Όλοι ή δεν ενδιαφέρονταν ή που με κατέκριναν για το τι τρώω και πώς είμαι έτσι. Δεν ήθελα να ασχολούμαι άλλο με αυτήν την ζωή όπου θεωρούμουν τεμπέλα, χοντρή και ονειροπόλα. Απείχα από όλα. Μια μέρα, λοιπόν, ψάχνοντας στο youtube για το βαλς των λουλουδιών του Τσαϊκόφσκι βρήκα μια διασκευή στα γιαπωνέζικα. Οι πρώτες λέξεις ήταν «yonde iru koe» που σημαίνει «μια φωνή με καλεί». Με μάγεψε το σχέδιο και έκανα μια αναζήτηση του τι έβλεπα κι άκουγα. Έπεσα πάνω σε ένα άνιμε ονόματι Princesses Tutu. Άνιμε είναι ιαπωνικές σειρές ή ταινίες κινουμένων σχεδίων που απευθύνονται όχι μόνο σε μικρές ηλικίες και είναι εμπνευσμένες συνήθως από τα ιαπωνικά κόμικς, ονόματι μάνγκα. Όσοι το γνωρίζουν λοιπόν θα ξέρουν ότι είναι ένα πολύ καλό shoujo άνιμε (νεαρή κοπέλα στα ιαπωνικά από το κοινό στο οποίο απευθύνεται) το οποίο μιλά για την Αχίρου (=Παπί) η οποία προσπαθεί να βοηθήσει τον πρίγκιπα Μιούτο να ξυπνήσει από τη λήθη και να θυμηθεί ποιος είναι ο σκοπός του. Για να μην κάνω άλλο spoiler, το άνιμε αυτό μιλά για το ότι έχεις δύναμη όποιος κι αν είσαι, αχίρου ή πρίγκηπας κι η ιστορία σου γράφεται με γνώμονα την ελπίδα κι όχι με την τραγικότητα που έχει ως άποψη ένας συγγραφέας. Άρχισα να ψάχνω αυτήν την ελπίδα μέσα από τα άνιμε και παράλληλα να μαθαίνω μόνη μου ιαπωνικά. Οι πρώτες λέξεις που έμαθα ήταν «Ohaio gozaimasu» που σημαίνει «Καλημέρα σας». Δεν έκανα τίποτα άλλο. Άκουγα μουσική και έβλεπα άνιμε επί 16 ώρες την ημέρα από 2α εώς 3η λυκείου. Έμπαινα στην τάξη και είχα μάθει να με καλημερίζουν στα ιαπωνικά. Όμως δεν άργησαν οι αντιδράσεις από τους «μεγάλους». Οι καθηγητές με θεωρούσαν μια κακόμοιρη κακομαθημένη που δεν κάνει τίποτα, οι συμμαθητές κάτι ηλίθιο να περάσουν την ώρα τους, ενώ οι γονείς μου με έβλεπαν ως ένα αχαΐρευτο βάρος που δεν ξέρουν από πού προήλθε, καθώς φυσικά αυτοί δεν έφεραν ουδεμία ευθύνη. Η απόφασή μου να ξεκινήσω μαθήματα ιαπωνικών ήταν ανήκουστη. Άρχισα να απαιτώ να κόψουν τα λεφτά που πετούσαν για φροντιστήριο και να κάνω μαθήματα ιαπωνικών. Ήθελα μια μέρα να φύγω για Ιαπωνία. Θεωρούμουν και επισήμως πια παλαβή. Ο χρόνος περνούσε κι εγώ ένιωθα ότι δεν μπορώ να ανασάνω. Δεν διάβαζα πια τίποτα και δεν είχα καμία επαφή με το σχολείο. Οι δικοί μου θεωρούσαν ότι έπρεπε να σκοτωθώ στο «διάβασμα» για να περάσω σε μία σχολή. Κι όσο επέμενα ότι δεν με ενδιαφέρει τίποτα από αυτά που ήθελαν, τόσο πιο πολύ πίστευαν ότι είμαι τρελή.

20141007_101916 20141007_102854 20141007_103408 20141007_100803 20141007_161343 20141006_175903 20141007_134500 20141007_162404

Δεν πέρασα πουθενά. Το όνειρό μου ήταν κάτι άχρηστο στους δικούς μου ανθρώπους. Ριζοσπαστικά ο πατέρας μου ανέλαβε να μου δώσει τελεσίγραφο ότι αν θέλω ιαπωνικά θα πρέπει να κάνω και κάτι άλλο, να πάω σε μια σχολή. Αποφασίστηκε να κάνω τουριστικά. Δεν μου δινόταν άλλη επιλογή. Ο αδελφός μου διέκοψε κάθε επαφή μαζί μου. Θεώρησε ότι είναι άδικο εκείνος να πρέπει να διαβάσει για περάσει κάπου, ενώ εγώ να πάω σε ιδιωτική σχολή. Τα ιαπωνικά θα τα έκανα πάση θυσία, αν έπρεπε να κάνω και μια βλακεία παράλληλα δεν με πείραζε. Ξεκίνησε το πρώτο έτος και όλες μου οι εργασίες με τουριστικούς προορισμούς ήταν με την Ιαπωνία. Ανυπομονούσα να ξεκινήσω τη γλώσσα αλλά η οικονομική κρίση είχε χτυπήσει κατά έναν περίεργο τρόπο τα μαθήματα παντός τύπου εκτός σχολής. Περίμενα. Στη σχολή ήμουν πολύ καλή και αποφάσισα να κάνω πρακτική στην Κρήτη (όσο πιο μακριά μπορούσα από το σπίτι). Άρχισα να τσαντίζομαι με την αναμονή με τα ιαπωνικά.  Ήθελα να ξαναδώσω γιατί η βάση του δέκα καταργήθηκε. Πάλι τίποτα. Δίνω τελεσίγραφο και εγώ αρχές δεύτερου έτους ή κάνω ιαπωνικά ή ξεχνάμε το θέμα της σχολής. Πανικός. Εκείνη την περίοδο είχα χάσει γύρω στα 40 κιλά με καλή διατροφή επηρεασμένη από την Κρήτη. Ψάχνω για το τι με συμφέρει καλύτερα από πλευράς μάθησης και βρίσκω λοιπόν έναν άνθρωπο που μου άλλαξε την ζωή. Το Γιώρουγκο- Σένσει. Ο κ. Γιώργος είναι ένας αξιαγάπητος άνθρωπος ο οποίος έχει αφιερώσει την ζωή του στην ιαπωνική κουλτούρα. Ήταν απίστευτο το πόσο καλά ταιριάξαμε ως μαθήτρια και καθηγητής και το πόσο με επηρέασε. Επιτέλους, έβλεπα ότι υπήρχε κι άλλος άνθρωπος που έχει κάνει κομμάτι της ζωής του την Ιαπωνία. Μου έδωσε απίστευτη δύναμη. Ο καλός αυτός άνθρωπος λοιπόν, την επόμενη χρονιά από την γνωριμία μας, αφού είχε μαζέψει αρκετά χρήματα έφυγε για Ιαπωνία για να σπουδάσει και να βρει μία δουλειά εκεί. Με έκανε λοιπόν να σκεφτώ ότι με λίγη δουλειά και πολλή καλή θέληση όλα γίνονται. Στα χρόνια που πέρασαν και οι δύο μου γονείς αντιμετώπιζαν προβλήματα οικονομικά και υγείας, ενώ ήταν αδύνατο να βρω μια σταθερή δουλειά. Οι δικοί μου το εκμεταλλεύτηκαν. Έβαζα τα δυνατά μου να γνωρίσω από κοντά αυτό τον τόπο του οποίου η κουλτούρα και η εικόνα που έχω εγώ για αυτόν υπήρξε το στήριγμά μου αλλά είχα μεγάλη δυσκολία, μέχρι να νιώσω καλά με την επιλογή μου να φύγω. Ένιωθα εγωίστρια και αχάριστη. Όσο κι αν έλεγα πόσο θέλω να φύγω, δεν έφευγα.

Για μένα το ταξίδι στην Ιαπωνία, δεν είναι κάτι άλλο παρά μια εξερεύνηση του πόσο μακριά, μεταφορικά και κυριολεκτικά, μπορεί να φτάσει ο εαυτός μου. Όσο καλά και να ήξερα τη γλώσσα, τους τρόπους, τα ήθη μέσα μου δεν ήξερα αν αυτό που ήξερα ήταν πλασματικό ή υπαρκτό. Ο καθηγητής, μέντορας και καρδιακός φίλος μου Γιώργκο-σένσει πάντα ήταν σίγουρος για εμένα και έλεγε πόσο ήθελε να τον επισκεφτώ . Μαζεύοντας κάποια χρήματα, λοιπόν, κατάφερα έστω και για λίγο να τον συναντήσω και να γνωρίσω την χώρα των χρυσανθέμων. Τέσσερις μήνες πριν ανακοίνωσα ότι θα φύγω. Ψυχρολουσία  στην οικογένεια. Η δουλειά που έχω βρει δεν μου επέτρεπε να ζήσω εκεί για παραπάνω από δέκα μέρες, αλλά ήταν αρκετές. Ο δικοί μου, στροφή 180ο μοιρών. Κλείσαμε μαζί τα εισιτήρια, αγοράσαμε γιεν, το πάσο για μετακίνηση με τα εξπρές τρένα κι όλα αυτά με εγγύηση ότι δεν θα μείνω παραπάνω. Διαβεβαίωνα επανειλημμένως ότι πάω για διακοπές. Ακόμα και έτσι, όμως, ήταν ένα όνειρο που θα γινόταν πραγματικότητα. Θα έβλεπα από κοντά τον βραχόκηπο που εμπνεύστηκε ο συγγραφέας που λάτρεψε η μητέρα μου, την τεχνολογία που θαυμάζει ο πατέρας μου και την φιλοσοφία του σπαθιού που ενθουσιάζει τον αδελφό μου. Την μέρα που πήγαμε στο αεροδρόμιο κράταγα μόνο ένα σακ βουαγιάζ, τα δάκρυα που βάσταγα πίσω από τα μάτια μου όμως ήταν αμέτρητα. Ήθελα να ρίξω κάτι λυγμούς σπαρακτικούς που ήμουν σίγουρη ότι θα έμενα στον τόπο από τα αναφιλητά. Για αυτό και δεν έκανα τίποτα τέτοιο. Είχα άλλωστε και μια υπερηφάνεια απέναντι στου δικούς μου. Έδωσα τον σάκο στις αποσκευές και είπαμε να βρούμε κάπου να καθίσουμε. Η μάνα μου κι ο πατέρας μου ήθελαν ως γνωστόν να καπνίσουν απελπισμένα. Ο αδερφός μου, μού πρότεινε βόλτα  στα μαγαζιά του αεροδρομίου. Με είχε καλέσει στο πάρτι των γενεθλίων του μια εβδομάδα πιο πριν. Δεν το περίμενα. Χάρηκα. Αφού τελείωσε η βόλτα, φάγαμε κι ήπιαμε κάτι για πρωινό όλοι μαζί. Πήγαμε μπροστά από τα duty free για να χαιρετιστούμε και να μπω στο αεροπλάνο. Ο αδελφός μου μ’ αγκάλιασε αμήχανα και έκανε τον γνωστό αστεϊσμό του να μπω δηλαδή στο σωστό αεροπλάνο ή κάτι τέτοιο. Ο πατέρας μου με άφησε να τον αγκαλιάσω δημοσίως. Από το γυμνάσιο είχε να το κάνει. Η μάνα μου δεν μπόρεσε να κρατηθεί τόσο κι ένα δάκρυ, όμορφο στρογγυλό το έριξε. Ένα μόνο.

20141009_162303 20141009_181212 20141010_115510 20141010_115516 20141010_121338 20141010_122327 20141010_122342

Οι αναταράξεις κι ο τυφώνας οποίος πλησίαζε το Τόκυο που μας είχε ανακοινώσει ο πιλότος στην αρχή του ταξιδιού μου φάνηκαν αστεία στο μεγάλο ταξίδι για το Κάνσαϊ. Όταν ο πιλότος ανακοίνωσε ότι φτάνουμε στο αεροδρόμιο τινάχτηκα από την θέση μου και σε λίγο άρχισε να εμφανίζεται μπροστά στο παράθυρο μου μια χώρα μαγική. Βουνά και πεδιάδες ατελείωτες, λες και το χέρι Του Θεού τις είχε τοποθετήσει εσκεμμένα τόσο διαφορετικά από την δική μου χώρα. Έβλεπα το τοπίο που χανόταν μακριά και έλεγα ότι τώρα όπου να ’ναι θα σκάσει μύτη η δράκαινα μάνα του Τάρο από το ομώνυμο άνιμε που έβλεπα μικρή. Χασκογελούσα σαν βλαμμένη βλέποντας την γκρίζα θάλασσα και τα καραβάκια που έκαναν βόλτες στο λιμάνι της Οσάκα. Έφτανα. Από ψηλά το αεροδρόμιο ήταν ένα όμορφο, ραφινάτο, μεταλλικό κουτάκι αριστουργηματικά τοποθετημένο στην θάλασσα ώστε να δέχεται τον επισκέπτη. Δεν σου δίνει εξαρχής να καταλάβεις ότι οι Ιάπωνες είναι τέρατα τεχνολογικής αιχμής που έφτιαξαν ολόκληρο νησί για τις ανάγκες ενός σύγχρονου αεροδρομίου ζηλευτό παγκοσμίως. Το καταλαβαίνεις όμως μόλις προσγειωθείς. Άψογη οργάνωση και απίστευτη λειτουργικότητα.

Τα ιαπωνικά μου φάνηκαν πολύ χρήσιμα. Μπήκα στο τρένο στη θέση που μου αναγραφόταν στο εισιτήριο. Δεν είχα αγοράσει εισιτήριο, ήταν απλώς μια ένδειξη ότι έχω θέση. Όταν έφτασα στο γκριζαρισμένο μεγαλύτερο κι από το ΟΑΚΑ σταθμό του Κιότο με περίμενε ο πράος και ήσυχος Σένσεϊ που απόρησε με την έλλειψη αποσκευών μου, τουλάχιστον για κορίτσι. Είχα πάρει τα απαραίτητα. Δεν με ενδιέφεραν οι γκλάμουρ εμφανίσεις. Ξέρω τι δείχνει ο καθρέφτης. Ο Σένσεϊ μου έδειξε όλα τα κατατόπια, πώς λειτουργούν τα λεωφορεία, το σπίτι και το πρόγραμμά του για εκείνη την βδομάδα. Πάντα έβρισκε χρόνο για να κουβεντιάσουμε και μου πρότεινε μέρη που μπορούσα να επισκεφτώ. Στις επόμενες επτά ημέρες που έμεινα επισκέφτηκα τα ιαματικά λουτρά γνωστά ως όνσεν στην Κουράμα και ξέχασα το πορτοφόλι μου έναν σταθμό πριν επιστρέψω. Κόντεψα να μείνω στον τόπο, αλλά το ξαναβρήκα στη θέση του άθικτο! Πήγα στο στο μουσείο μάνγκα του Κιότο, οπού έλιωσα διαβάζοντας, το Καγουαραμάτσι Σίντζο και Σάντζο, δύο μεγάλες εμπορικές λεωφόρους που αγόρασα τα δώρα που έφερα πίσω, το Χρυσό Ναό του Κιότο, το Ρυόαντζι μοναστήρι γνωστό για τον βραχόκηπό του, το Τόκιο όπου έμεινα για δύο μέρες και επισκέφτηκα Σιμπούγια και Ουένο, το Ναό Πολιτισμικής Κληρονομιάς στο Νίκκο, τη Χιροσίμα, τη Μιγιατίμα όπου χάιδεψα και τάισα ελάφια και ξανά στο Κιότο. Έφαγα  περίεργα και μη φαγητά, από γιακιτόρι (καλαμάκια κοτόπουλου με σος από σάλτσα σόγιας) μέχρι ωμό χταπόδι με γουσάμπι ονοματι γουτάνκο νομίζω. Ξεφάντωσα με το γνωστό σε όλους καραόκε. Μίλησα με πολλούς Ιάπωνες για οδηγίες και πληροφορίες και είχα την ευτυχία την τελευταία μέρα να γνωρίσω την Τομόμι, την Μόκκα και τον Τάτσου με τον οποίο κρατάω ακόμα επαφές και αγαπά την βιντατζ μόδα. Αυτά που θα μου μείνουν από το ταξίδι είναι αμέτρητα. Τρία πράγματα όμως θα μου μείνουν πραγματικά, χαραγμένα στην μνήμη. Πρώτον, τα απίστευτα τοπία που εναλλάσονταν μπροστά στο τζάμι  του βαγονιού μου σαν μια τηλεόραση από την κοσμοσυρροή και το σύγχρονο, μέχρι την γαλήνη και το πατροπαράδο. Δεύτερον, οι άνθρωποι με τα καλοσυνάτα χαμόγελα και το χρέος να σε βοηθήσουν αφού σέβεσαι την γλώσσα και τα ήθη τους. Και τρίτον, ένα γεγονός που αν δεν είχα απαθανατίσει σε βίντεο ακόμα και τώρα θα αναρωτιόμουν αν έχασα κάθε λογική. Το Καγουαραμάτσι έχει μεγάλα μεγάφωνα που παίζουν μουσική για να κάνει της αγορές πιο ευχάριστες. Καθώς προχωρούσα λοιπόν κατά το βραδάκι ύστερα από έξι ώρες διαβάσματος στο μάνγκα μουσείο ξαφνικά την ακούω. Γνώριμη κι ελληνική. Μουσική. Φανταστείτε λοιπόν όταν ακούω το αγαπημένο μου ορχηστρικό του Μίκη Θεοδωράκη από την ταινία Σέρπικο του ’73, το «Δρόμοι Παλιοί». Κοκκάλωσα. Σάστισα. Ήθελα να πλαντάξω ξανά αλλά δεν είχα πια κουράγιο. Ο Θεός μου έκανε την πιο μεγάλη πλάκα. Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε».

20141010_122554 20141005_164329 20141010_122701 20141010_141503 20141010_160147 20141006_10474320141010_160353 20141011_141458 20141011_142022 20141011_144009 received_m_mid_1413293155694_9044c8dfe92cb27263_0

Κείμενο: Γιάννης Πανταζόπουλος, J.pantazopoulos@yahoo.gr

Ακολούθησε το ΓΚΡΕΚΑ στο facebook: https://www.facebook.com/grekamag
Ακολούθησε το ΓΚΡΕΚΑ στο instagram: http://instagram.com/grekamag