Φθινόπωρο του 2011. Έχουμε βγει για δουλειά στο κέντρο και ο Διονύσης κουβαλάει ένα σωρό τσάντες που του έχω φορτώσει με γυναικεία επιχειρήματα. Μόλις έντεκα το πρωί, έχουμε ήδη ρίξει στα στομάχια μας δυο είδη σουβλακίων (Κώστα και Κώστα) και ανεβαίνουμε τη Σταδίου για να του δείξω το Galaxy, όταν περνάμε δίπλα από 2 μεσήλικες που κάνουν τη βόλτα τους. Το μάτι μου πέφτει απευθείας στον έναν από τους δύο. Στητό ανάστημα, καλοντυμένος, περπάτημα όλο χάρη και ηρεμία, κάνει τη Σταδίου να μοιάζει με πάρκο. Από αυτά τα εντυπωσιακά. «Μα τι ωραίος, τι έτσι, τι αλλιώς»,  βομβαρδίζω το Διονύση. «Πήγαινε να τον φωτογραφήσεις», μου λέει. Να πάω να μην πάω, τελικά βρίσκομαι μπροστά του. «Μα τι ωραίος που είστε!», του λέω και του ζητάω να ποζάρει. Αυτός ευδιάθετος και χαμογελαστός μου λέει «Βεβαίως!» και στήνεται αρχοντικά για τη φωτογραφία. Αμέσως μετά βγάζει την ατζέντα του, γράφει όνομα και διεύθυνση, σκίζει το χαρτί, μου το δίνει και με ρωτάει αν μπορώ να του «αλληλογραφήσω» τις φωτογραφίες.

kountourisdieuuynsh

«Βεβαίως», του απαντάω, όταν μια περαστική, εντυπωσιασμένη κι αυτή από την εικόνα του, σταματάει να του μιλήσει. Τής λέει ότι ήταν βαρύτονος στη Λυρική, και κατάγεται από Ζακυνθινή αριστοκρατική οικογένεια. Τον λένε Βασίλειο Κουντούρη Φλαμπουριάρη. Αφού χαιρετιόμαστε, οι δρόμοι μας χωρίζουν. Μετά από ένα μήνα του στέλνω τις φωτογραφίες, μαζί με ένα γράμμα ευχαριστιών και πρόταση για συνέντευξη. Είναι Χριστούγεννα και καταφτάνει ένας  φάκελος με το βαρύγδουπο τίτλο «Αξιότιμον Δίδα Μαντώ Σταματίου». Μέσα έχει μια κατακόκκινη ευχετήρια κάρτα και πάνω γράφει «ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ» με μεγάλα χρυσά γράμματα. Την ανοίγω.

kountouris fakeloskountouris

Λίγες μέρες πριν την πρωτοχρονιά, νομίζω ότι ήταν 29 Δεκεμβρίου, τον πήρα τηλέφωνο γύρω στις 10 το βράδυ. Στο ακουστικό είχε τη φωνή τριαντάρη, πολύ ευγενικός και έβγαζε την ίδια ηρεμία όπως τότε στη Σταδίου. Από τότε που ήμουν μαθήτρια ο μπαμπάς μου πάντα μου έλεγε: «Δεν με νοιάζει να είσαι καλή μαθήτρια, με νοιάζει να είσαι καλός άνθρωπος». Και αυτό είναι κάτι που έχω κρατήσει, ακόμα κι αν είναι δύσκολο να ορίσεις την έννοια του καλού. Νομίζω όμως ότι με κάποιο τρόπο το ξέρεις μέσα σου. Και αυτό μου το θύμισε ο κύριος Κουντούρης. «Για να βρεις ανθρώπους σήμερα, μου είπε, πρέπει να ψάχνεις με το λύχνο του Διογένη», λέγοντάς μου ότι είμαι ένας από αυτούς και φυσικά με έκανε να φουσκώσω από περηφάνια. «Έχω μεγάλο πρόβλημα με τα αρθριτικά μου και φριχτούς πόνους στη μέση. Είναι ο λόγος που πρέπει να μείνω στην Αθήνα μέχρι το τέλος της ζωής μου. Η γυναίκα μου μένει στη Ζάκυνθο και εγώ πηγαίνω εκεί μόνο ένα μήνα το καλοκαίρι. Η υγρασία της Ζακύνθου είναι απαγορευτική. Δεν έχω παιδιά και είμαι ο τελευταίος της οικογένειας Κουντούρη. Στις 18 Φεβρουαρίου γίνομαι 76 χρονών». Ενθουσιάζομαι γιατί έχω γενέθλια στις 17. Υδροχόος, ε; Του είπα. Σκέφτηκα πόσο ωραία θα ήταν να τον επισκεφθώ στα γενέθλια του.  Ήμουν σίγουρη ότι αυτό θα του έδινε πολλή χαρά και ακόμα μεγαλύτερη σε μένα. «Παρόλα αυτά δεν ξέρεις τι γίνεται, είμαι μεγάλος και μπορεί σύντομα να πεθάνω», μου λέει. Προσπάθησα να τον καθησυχάσω. «Αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε να ξέρουμε. Ακόμα κι εγώ που δεν το περιμένω σύντομα μπορεί αύριο κάτι να μου συμβεί, οπότε καλύτερα να μην το σκεφτόμαστε». Συμφώνησε μαζί μου. Μιλήσαμε αρκετή ώρα ακόμα. Μου είπε πολλά πράγματα. Κλείνοντας του είπα ότι θα τον πάρω σύντομα να πάμε για αυτόν τον καφέ στου Ζόναρς.  Γύρω στις 8 Ιανουαρίου τον πήρα πάλι τηλέφωνο, αλλά δεν το σήκωσε. Συνέχισα να τον παίρνω κάθε μέρα,  για περίπου δέκα μέρες και διαφορετικές σε περίπτωση που έλειπε από το σπίτι, αλλά τζίφος. Στην αρχή δεν ανησύχησα πολύ, μάλλον γιατί δεν ήθελα να πιστέψω ότι μπορεί να συνέβη κάτι κακό. Κάποια στιγμή ανυποψίαστη, αποφάσισα να τον googlαρω και από κει έμαθα ότι είχε πεθάνει στις 5 Ιανουαρίου. Το διάβασα πάρα πολλές φορές και έψαξα και αλλού. Νόμιζα ότι είχε γίνει κάποιο λάθος ή ότι ήταν κάποια συνωνυμία, ή τουλάχιστον αυτό ήλπιζα. Ουσιαστικά ήταν ο χρόνος που χρειαζόμουν για να το συνειδητοποιήσω. Στεναχωρήθηκα πολύ. Ήταν σαν να έχασα έναν πολύ κοντινό μου άνθρωπο και δεν είχα προλάβει καν να τον συναντήσω δεύτερη φορά. Ίσως να ακούγεται και αστείο, αλλά στα αλήθεια έχασα την ελπίδα εκείνες τις μέρες. Ήταν σπάνιος άνθρωπος και δεν χρειάστηκα περισσότερο χρόνο για να το καταλάβω. Αποφάσισα ότι αφού δεν μπόρεσα να πάω στην κηδεία, θα πήγαινα στο μνημόσυνο. Ήταν ευκαιρία και να γνωρίσω και ανθρώπους που τον ήξεραν, να μάθω περισσότερα πράγματα για εκείνον. Βρήκα το τηλέφωνο ενός φίλου του και με πληροφόρησε ότι ήταν στις 18 Φεβρουαρίου, την ημέρα των γενεθλίων του. Όταν το είπα στο Διονύση μου είπε αμέσως να πάμε μαζί. Ένιωσα πολύ όμορφα με αυτό. Εξάλλου είναι σχεδόν υπεύθυνος για αυτήν τη γνωριμία.

Είναι πλέον 18 Φεβρουαρίου, μια πολύ ηλιόλουστη Κυριακή, από τις λίγες του χειμώνα. Αφού έχουμε χαθεί πέντε φορές ανάμεσα σε Κηφισιά και Μαρούσι, φτάνουμε αργά στο νεκροταφείο και ανακαλύπτουμε ότι το μνημόσυνο έχει γίνει εδώ και μέρες. Παρόλα αυτά κράτησα αυτό που είχα σκεφτεί την ημέρα που μιλήσαμε στο τηλέφωνο, να τον επισκεφθώ στα γενέθλια του και ήμουν χαρούμενη για αυτό. Ο Διονύσης όντας μεγάλος λάτρης του τρίτου προγράμματος, απόφοιτος μουσικού σχολείου και κάτοχος μεγάλης κουλτούρας (μερικές φορές μου απαγγέλει και ποιήματα), έτυχε εκείνη τη μέρα να έχει στο κινητό του Μαρία Κάλλας. Βρήκε ένα κάρβουνο και λίγο λιβάνι και μετά από κοινή απόφαση του κάναμε τρισάγιο βάζοντας να παίζει Mon Coeur S’ouvre à Ta Voix. Σκεφτήκαμε ότι θα το εκτιμήσει σαν βαρύτονος της Λυρικής που ήταν. Σταθήκαμε εκεί σιωπηλοί όσο κράτησε η μουσική και όταν τελείωσε δεν ήθελα να φύγω. Καθίσαμε και είπαμε φανταστικές και ρεαλιστικές ιστορίες, πιθανά τέλη και αρχές, ίσως, αν και, σίγουρα. Είπαμε ακόμα και για την πιθανή εξέλιξη της κατασκευής των τάφων που θα σου λέει «κλάψε εδώ» και «σε ευχαριστώ που έκλαψες για μένα», ενώ θα παρελαύνουν προσωπικές φωτογραφίες σου με τον αποθανόντα από το παρελθόν, σε LCD οθόνη. Πέρασε και μια κυρία και μας έδωσε κουλουράκια για να συγχωρεθεί ο γιός της. Φεύγοντας πήρα μια πέτρα από τον τάφο του κύριου Κουντούρη. Μπορείς να με πεις βάνδαλη ή τρελή, δεν πειράζει. Πάντως ρώτησα το Διονύση και μου είπε ότι δεν είναι κακό. Την έχω πάντα μαζί μου. Φεύγοντας περάσαμε δίπλα από δυο διπλανούς τάφους σε ένα από τα πιο κεντρικά σημεία του νεκροταφείου. Ο ένας είχε σημαίες του ολυμπιακού και ο άλλος του παναθηναϊκού. Ακόμα και πάνω στους σταυρούς. Ήταν μια πολύ όμορφη μέρα.

petra2

Κείμενο-φωτογραφία: Manteau Stam