Κυριακή 19 Ιανουαρίου το βράδυ, φτάνω νωρίς – απ’ ό,τι φαίνεται – στον Κάβουρα της Θεμιστοκλέους. Οι μουσικοί ακόμα δοκιμάζουν τον ήχο. Είναι ο Σπύρος Κουρκουνάκης με την ορχήστρα του και δύο τραγουδιστές: ο Κώστας Μάντζιος και η Γεωργία Γρηγοριάδου, που δεν την έχω ξανακούσει ως τώρα.
Απ’ τον προηγούμενο αιώνα είχα να ’ρθω στο μαγαζί. Καλύτερο μου φαίνεται τώρα. Λογικά, θα ’γινε ανακαίνιση. Πίσω από το πάλκο ο πέτρινος τοίχος διακριτικά φωτισμένος, ενώ σε κορνίζα δεσπόζει η κλασική ασπρόμαυρη φωτογραφία της Ρεμπέτικης Τετράδος. Ο πάγκος του μπαρ και τα τραπεζάκια αρχίζουν σιγά – σιγά να γεμίζουν. Σκηνικό παλιάς ελληνικής ταινίας, παλιάς Ελλάδας. Εδώ θ’ ακουστούν απόψε μόνο τραγούδια του Άκη Πάνου. Γι’ αυτό ήρθα. Και δε θα παιχτούν μόνο τα σουξέ του, αλλά και πολλά «κρυμμένα» αριστουργήματά του, αυστηρά επιλεγμένα από το μαέστρο – έτσι έλεγε σε ένα κείμενό του που διάβασα σε blogs.
Του ταιριάζει του Άκη Πάνου αυτό το σκηνικό. Από τότε που τον κατάπιε η ζωή του, μόνο μία συναυλία έγινε αφιερωματική σ’ αυτόν. Την οργάνωσε ο Στέλιος Ελληνιάδης το 2011 στο θέατρο Badminton, μα δεν πήγα. Μου φαινόταν αταίριαστος ο χώρος, αταίριαστοι και κάποιοι τραγουδιστές που συμμετείχαν. Και το 2007 το Φεστιβάλ Αθηνών είχε αναγγείλει μια συναυλία με τραγούδια του στην Τεχνόπολη με Γαλάνη – Λιδάκη, μα ακυρώθηκε γιατί η οικογένειά του δεν έδωσε τελικά την άδεια να γίνει. Ίσως καλύτερα.

SAM_4809mm SAM_4797mmmm
Σε ένα τραπέζι αναγνωρίζω το Μάριο Κώστογλου, ή σκέτο Μάριο. Υπήρξε στενός συνεργάτης του Άκη Πάνου και ως κιθαρίστας αλλά και ως τραγουδιστής σε ζωντανές εμφανίσεις. Δίπλα του, η σύζυγός του Φαίδρα Πάλλα. Είχαν τραγουδήσει και οι δύο στο Επειγόντως. Χάρη στο Μάνο Χατζιδάκι και στο Σείριό του, ηχογραφημένα αποσπάσματα εκείνου του προγράμματος κυκλοφόρησαν σε δίσκο που σήμερα αποτελεί πια ντοκουμέντο.
«Στα τέλη του `64 – αρχές του `65 συνεργάστηκα για πρώτη φορά με τον Άκη, κι από τότε ήμασταν πάντα stand by ο ένας για τον άλλο», μου λέει ο Μάριος και διηγείται ένα περιστατικό από τα 9 / 8, όπου συνεργάστηκαν για τελευταία φορά: «Ήταν τελείως διαφορετικά τα πράγματα: έβαλε μπροστά τους μουσικούς και πίσω τους τραγουδιστές και δεν επέτρεπε σε κανέναν να χορεύει όσο τραγουδούσαμε. Ακόμα και τη Μοσχολιού, που ανέβηκε να χορέψει ζεϊμπέκικο παρ’ όλο που εγώ της έκανα νόημα να μην ανέβει, ο Άκης την κατέβασε! Γινόταν όμως το αδιαχώρητο στο μαγαζί. Για να κλείσεις τραπέζι έπρεπε να περιμένεις 15 μέρες!»
Κοντεύει 9, το μαγαζί γεμίζει, το πρόγραμμα ξεκινάει. Η καλοκουρδισμένη ορχήστρα ελευθερώνει τις πρώτες νότες του συνθέτη. Στο λιτό, μονόφυλλο πρόγραμμα της βραδιάς, που αφήνεται στο τραπέζι, διαβάζω το σημείωμα του μαέστρου: «Θα ήταν πολύ εύκολο να ακολουθήσουμε την πεπατημένη, τα πασίγνωστα τραγούδια του που όλοι μας ξέρουμε, αλλά αυτό μπορεί να το κάνει ο καθένας χωρίς να κοπιάσει καθόλου. Πιστεύω όμως ότι ούτε ο ίδιος θα ήθελε κάτι τέτοιο. Μας άφησε τόσα σπουδαία και αδικημένα τραγούδια, που είναι κρίμα να μην παίζονται. Κάποια από αυτά θα προσπαθήσουμε να σας παρουσιάσουμε σήμερα».

Έτσι, πλάι στο «Κοίτα με στα μάτια», στον «Τρελό», στο «Η ζωή μου όλη», παίρνουν τη θέση τους και το «Κλε-», το «Πριν, τώρα, πάντα», το «Καζίνο», το «Μπουμ». Στο «Μπουμ» πείθομαι ότι η Γεωργία Γρηγοριάδου είναι πολύ σπουδαία τραγουδίστρια. Τραγουδά τα τραγούδια σα να γράφτηκαν γι’ αυτήν ή σα να τα ’γραψε η ίδια. Δικά της.

Ο μαέστρος κάποια στιγμή χαρακτηρίζει τον Άκη Πάνου προφήτη, κι αυτό δε μου ακούγεται καθόλου υπερβολικό.

«Οι δυο δουλέ- απ’ τους εφτά / από τα χρέ- τι να προφτά-;»

«Τελειώσανε τα πάντα / δεν υπάρχει ούτε δραχμή / φέρ’ του έφορου την τσάντα / να χορτάσουμε ψωμί.»

«Μοιάζω μ’ ένα καζάνι / που βράζει, βράζει, βράζει / κι η ώρα πλησιάζει / να γίνει το κακό. / Μοιάζω μ’ ένα καζάνι / που όπου να `ναι σκάει. / Κάποιος θα τηνε φάει / έτσι στο ξαφνικό.»

«Ιδού οι προοδευτικές και σύγχρονες ανέσεις / αέρας τα εμβάσματα, καπνός οι καταθέσεις / κι άμα δε βγούμε ζητιανιά εμένα να με χέσεις!»

Όσο μοναδικός και μοναχικός κι αν ήταν ο Άκης Πάνου, τον βλέπω πάνω σε μια γραμμή που χαράσσεται εδώ κι έναν αιώνα σχεδόν. Είναι η γραμμή Βαμβακάρης – Πάνου – Άσιμος – Αγγελάκας.

Τα τραγούδια του είναι χειροποίητα, δουλεμένα, λες, στον ίδιο πάγκο που σκάλιζε και τα μουσικά του όργανα. «Ηδονίζομαι όταν παλεύω με σκληρά υλικά. Ένα απ’ αυτά θεωρώ και τη γλώσσα» είπε κάποτε σε συνέντευξή του στη Μαλβίνα Κάραλη.

Από τις πιο δυνατές στιγμές της βραδιάς, οι ερμηνείες του Μάριου στο «Θέλω να τα πω» και στο «Πες μου παππού» – στο δεύτερο, μόνο με την κιθάρα του. Ο Μάριος μάς μαρτύρησε και ότι η εισαγωγή στο «Αδιόρθω– Αναρχί– »  είναι παρμένη από τον Εθνικό Ύμνο – κι έλεγα, κάτι μου θυμίζει…

Σήμερα ο Άκης Πάνου θα ήταν ένας παππούς 80 χρονών.

Αντί επιλόγου, το αγαπημένο μου ποίημά του, που, δυστυχώς, δεν ακούστηκε στον Κάβουρα.

000611 σάρωση0030-1024x816 ΑΘΗΝΑ-1024x732

Η ομορφιά

 

Ποια ομορφιά σκεπάζουνε ετούτα τα κουρέλια;

Ποια ομορφιά δικάζουνε ν’ αδικομαραθεί;

Την ομορφιά δε ντύνουνε με τούτα τα κουρέλια.

Μαλαματένια φορεσιά τής πρέπει να ντυθεί

η ομορφιά.

 

Κι αν δεν της φέρουνε χρυσά, μετάξι για ν’ αλλάξει,

κι αν την αφήσουν έρημη να σβήσει, να χαθεί,

της φτάνει τα κουρέλια της για λίγο να πετάξει

κι όπως την έπλασε ο Θεός μπροστά μας να σταθεί

η ομορφιά.

Το πρόγραμμα θα επαναληφθεί την Κυριακή 26 Ιανουαρίου και ίσως και μία Κυριακή ακόμα, στον Κάβουρα, Θεμιστοκλέους 64, τηλ.: 2103301177. Είσοδος: 10 ευρώ με ποτό.

Κείμενο και φωτογραφίες live: Χαρίλαος Τρουβάς

Οι φωτογραφίες είναι από το site http://akispanou.com.