perakis2

Αν και το σπίτι της ήταν σχεδόν το διπλάσιο, εκείνη την περίοδο κοιμόντουσαν στο δικό του.

Είχαν ξαπλώσει πλάι, πλάι και ενώ εκείνη αδυνατούσε στο να ξεκουράσει τον εύστροφο εγκέφαλο της, εκείνος φαινόταν να απολαμβάνει άλλο ένα όνειρο που κολάκευε το πολύχρωμο υποσυνείδητό του.

Ήθελε να τον ρωτήσει αν όντως κοιμάται, ελπίζοντας πως η απάντηση θα ήταν αρνητική.

Το τηλέφωνο της έδωσε την ώθηση που έλειπε.

«Κοιμάσαι;» του ψιθύρισε χαϊδεύοντας τον αριστερό κρόταφο.

«Περίπου, περίπου… Βασικά ήμουν μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, αλλά το τηλέφωνο δεν άφησε και πολλά περιθώρια» είπε και γύρισε προς τη μεριά της και το μειδίαμά του ήταν μια ευχάριστη έκπληξη.

«Θα το σηκώσεις;;» ρώτησε συνεχίζοντας να “παίζει” με τα μαλλιά του, απλά τώρα άλλαξε μεριά.

«Γιατί να της κάνω τη χάρη; Όχι, δεν θα το σηκώσω. Μάλλον ούτε σήμερα θα το σηκώσω. Αλλά ξέρεις τι σκοπεύω να κάνω;» ρώτησε, ανασηκώθηκε και άναψε τσιγάρο.

Την εντυπωσίασε για άλλη μια φορά με τη λεπτολογία του και σχημάτισε νοητά, αλλά χωρίς να τον ακουμπήσει, μια καρδούλα στην πλάτη του.

«Τι;» ρώτησε εκείνη, χωρίς να ενδιαφέρεται για την απάντηση.

Της έφτανε που την είχε ερωτευτεί, της έφτανε που ήταν αμοιβαίο και της έφθανε που η χημεία τους δεν τρόμαξε κανέναν τους.

«Θα σου πω τι θα κάνω. Θα το βγάλω από την πρίζα και αύριο θα αλλάξω νούμερο», απάντησε χωρίς να την κοιτάξει, αν και είχε δεδομένο πως τον κοίταζε περήφανα.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι τους και πήγε στις μύτες στην κουζίνα, το έβγαλε από πρίζα, σχεδόν το τράβηξε με όλη του δύναμη. Όχι όμως από νεύρα, αλλά με θεατρικότητα. Ήθελε να υπογραμμίσει με κάποιο τρόπο την τελευταία της απόπειρα να μπει ανάμεσά τους.

Η καύτρα του τσιγάρου του τον μελαγχόλησε στιγμιαία, αλλά δεν ήθελε να αυτοψυχαναλυθεί και να καταλάβει το γιατί.

Στράβωσε λίγο το στόμα του, σφήνωσε το τσιγάρο στο τασάκι και πήγε προς το μπάνιο. Πριν ανάψει το φως κοίταξε προς το κρεβάτι της Λ. που κανονικά θα ’πρεπε να κοιμάται γιατί και αύριο θα’ χει μάθημα. Ήταν καθιστή αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει, λόγω σκοταδιού, το βλέμμα της.

«Σε ξύπνησα;» την ρώτησε, άναψε το φως και άνοιξε ελάχιστα την πόρτα του μπάνιου μπας και φώτιζε λίγο το πρόσωπό της.

«Όχι εσείς, αλλά ένας αστείος εφιάλτης που με γλίτωσε το τηλέφωνο» είπε η Λ. με την μόνιμα αστεία φωνούλα της, αλλά χωρίς κάποια ευδιάκριτη σύσπαση στο στρογγυλό και παιδικό πρόσωπό της.

Εκείνος σκοτείνιασε για λίγο που του μίλησε και πάλι στο πληθυντικό, αλλά γοητεύτηκε από το “αστείος εφιάλτης” γιατί είναι κάτι που θα μπορούσε να το ‘χε πει και ο μπαμπάς της ασυζητητί.

«Θα τα καταφέρεις να ξανακοιμηθείς; Πρέπει να χορτάσεις ,αλλιώς θα σε πάρει πάλι ο ύπνος πάνω στο θρανίο…» είπε, άνοιξε διάπλατα την πόρτα και έκατσε δίπλα της.

Της χάιδεψε το κεφάλι, εκείνη τον κοίταξε ανέκφραστη και μετά άρχισε να σφυρίζει το θέμα του νονού. Εκείνος δεν το έπιασε αμέσως. Σίγουρα το ’χε ξανακούσει αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα.

«Α! Το θέμα του νονού δεν είναι;»

Γύρισε το κεφάλι προς το μέρος του και του ‘γνεψε καταφατικά.

«Δεν έχω δει τη ταινία, απλά ο μπαμπάς έχει σπίτι μια συλλογή του Nino Rotta» απάντησε χωρίς να τον κοιτάξει, παρατηρούσε τα πόδια της που τα ‘χε ελαφρώς σηκωμένα.

«Σας φαίνεται πως το αριστερό μεγάλο δάχτυλο είναι ποιο μεγάλο από το δεξί μεγάλο δάχτυλο;» ρώτησε και τον κοίταξε περιμένοντας την αλήθεια και μόνο την αλήθεια.

«Πώς σου ‘ρθε αυτό γλυκιά μου;» ρώτησε εκείνη, που τους χαμογελούσε λίγο έξω από την πόρτα.

Ούτε εκείνος αλλά ούτε και Λ. την είχαν ακούσει να ‘ρχεται.

«Πάω για λίγο στο μπάνιο και θα ‘ρθω να μου τα πεις όλα εντάξει;»

Δεν περίμενε απάντηση, χώθηκε στο μπάνιο και η Λ. πήρε την πρώτη της έκφραση εκείνο το βράδυ.

«Μου υπόσχεσαι πως θα τα πείτε για λίγο και μετά θα κοιμηθείς; Το πολύ σε τρεις ώρες πρέπει να ξαναξυπνήσεις» της είπε και κοιταχτήκαν ανέκφραστα.

Εκείνη βγήκε από το μπάνιο και έκατσε μαζί τους.

«Απλά έβλεπα ένα εφιάλτη πως ήμουν μεγάλη και πήγα σε μια δουλειά και με βάλανε να βγάλω τα παπούτσια μου, αλλά δεν πήρα την δουλειά, γιατί το αριστερό μεγάλο δάχτυλο ήταν πιο μεγάλο από το δεξί μεγάλο δάχτυλο και η υπεύθυνη μου είπε πως είναι στρατηγική της εταιρείας να μην προσλαμβάνουν φρικιά και εγώ της είπα πως τότε θα πάω να δουλέψω στο τσίρκο και έφυγα και ξύπνησα.

Εκείνη την έπιασε νευρικό γέλιο, αλλά το έπνιξε για να αποφύγει την πιθανότητα να στενοχωρήσει την μικρή τους φιλοξενούμενη.

«Πάντως, όπως τα βλέπω τώρα, μου φαίνονται και τα δυο στο ίδιο μέγεθος. Οπότε μην ανησυχείς, δεν θα χρειαστεί να δουλέψεις στο τσίρκο» της είπε, της χάιδεψε και μετά της φίλησε το κεφάλι.

«Άντε, αφήστε με τώρα γιατί αν δεν κοιμηθώ τώρα που μου ξανάρθε θα με πάρει ο ύπνος πάνω στο θρανίο. Καληνύχτα».

Σηκώθηκαν και οι δύο κάπως μουδιασμένα, έκλεισαν το φως του μπάνιου και την πόρτα, την κοίταξαν για λίγο χωρίς να μπορούν να την διακρίνουν, πιάστηκαν απ’ το χέρι και πήγαν στο δωμάτιο του.

Ξάπλωσε με γυρισμένη τη πλάτη. Εκείνος έκατσε για να κάνει ένα τσιγάρο για καληνύχτα.

«Όλα τα παιδιά είναι τόσο περίεργα ή απλά η Λ. κληρονόμησε τη λόξα του μπαμπά της;» την ρώτησε χωρίς να την κοιτάξει, απλά κάπνιζε και περίμενε.

Εκείνη δεν σκόπευε να του απαντήσει αν και είχε βρει χαριτωμένη την ερώτηση. Του χάιδεψε τη πλάτη και μετά κούρνιασε στη μεριά της, έκλεισε τα μάτια και αναρωτήθηκε αν θα προλάβουν να κάνουν ένα ολόδικό τους παιδάκι.

Έσβησε το τσιγάρο ανατριχιασμένος απ’ το χάιδεμα της και θα ξάπλωνε και αυτός αν δεν θυμότανε το τσιγάρο της κουζίνας. Πήγε, αλλά όχι στις μύτες αυτή τη φορά, και χάρηκε γιατί είχε σβήσει από μόνο του.

Κοίταξε το τηλέφωνο και αποφάσισε να κάνει ένα πείραμα. Το ξαναέβαλε στη πρίζα και περίμενε. Πέρασαν πέντε λεπτά, πέρασαν δέκα λεπτά και όταν σχεδόν πλησίαζαν δεκαπέντε λεπτά, το πήρε απόφαση πως μάλλον δεν θα τους ενοχλούσε άλλο εκείνο το βράδυ.

Γύρισε στο δωμάτιο αλλά εκείνη κοιμότανε. Χαμογέλασε έτσι όπως την είδε σε εμβρυακή στάση και για πρώτη φορά μετά το πρώτο τους ραντεβού αναγνώρισε το πόσο τυχερός ήταν που την γνώρισε.

Που είχαν καλό timing και ερωτεύθηκε ο ένας τον άλλο χωρίς πολλά, πολλά.

Ένιωσε μια παρόρμηση να την ξυπνήσει και να γιορτάσουν μεγαλείο τους, αλλά κρατήθηκε (και όχι καταπιέστηκε) διότι σεβόταν την δυσκολία της με τον ύπνο.

Έκατσε όσο πιο μαλακά μπορούσε στο κρεβάτι, χωρίς να σταματήσει τις όμορφες σκέψεις.

«Κοιμάμαι; Πες μου αν κοιμάμαι, αλλά αν κοιμάμαι σε παρακαλώ να μη με ξυπνήσεις…» του είπε χωρίς να γυρίσει προς το μέρος του. Δεν θα της απαντούσε, παρόλο που ‘χε βρει τόσο όμορφη την ερώτηση.

Άναψε τσιγάρο και έκατσε στο πάτωμα. Δεν θα συνέχιζε τον ύπνο του. Θα περίμενε να ξυπνήσει, κοιτάζοντας την, απολαμβάνοντας κάθε λεπτό βαθύ ύπνου. Και όταν με το καλό ξυπνήσει, θα την αναγκάσει ευχάριστα να του διηγηθεί αποσπάσματα από τα όνειρα που είδε.

Ήταν αποφασισμένος να μην πάει ούτε στη τουαλέτα, αλλά του φάνηκε πως άκουσε τη Λ. να κλαίει. Έσβησε το τσιγάρο και πήγε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε στο σαλόνι.

«Ανάψτε το φως, το λαμπατέρ δηλαδή» είπε η Λ. με λυγμούς, εκείνος υπάκουσε και μετά την πήρε στην αγκαλιά του και τη φίλησε στο κεφάλι.

Δεν θα την ρώταγε, απλά θα περίμενε να του πει από μόνη της.

«Έχουμε ένα καθηγητή, που τα άλλα παιδιά δεν τον παίρνουν σοβαρά και δουλεύουν και δεν γίνεται μάθημα. Είδα στον ύπνο μου, πως ξυπνάει ένα πρωί και λέει στη γυναίκα του πως δεν θέλει να πάει για μάθημα και όταν εκείνη τον ρωτάει γιατί, εκείνος δεν της λέει την αλήθεια. Τελικά έρχεται για μάθημα και κατηγορεί εμένα πως ξεσηκώνω τα άλλα παιδιά για να τον κοροϊδεύουν» είπε χωρίς λυγμούς αλλά με δάκρυα και πέφτει στην αγκαλιά του.

Δεν ήξερε τι να της πει, παρόλα αυτά ένιωθε την ανάγκη να την παρηγορήσει με εύστοχο τρόπο.

Συνέχισε να κλαίει με λυγμούς στην αγκαλιά του και τα δάκρυα της τον ανατρίχιασαν. Προτιμούσε να το συζητήσει με τον πατέρα της πρώτα, ότι έβλεπε δηλαδή εφιάλτες που της προξενούσαν ανησυχία, αλλά όχι μαζί της, γιατί φοβότανε πως θα την επηρέαζε αρνητικά και δεν το ήθελε. Όχι μόνο επειδή ήταν φιλοξενούμενη του αλλά κυρίως επειδή δεν ήθελε να μοιραστεί την αλήθεια του μαζί της.

«Αν καταφέρω να ξανακοιμηθώ και ξαναξυπνήσω από εφιάλτη, μου υπόσχεσαι πως θα με παρηγορήσεις;» ρώτησε χωρίς λυγμούς, χωρίς δάκρυα αλλά με αγνή απορία.

«Ναι, στο υπόσχομαι… Αλλά θα μου υποσχεθείς και εσύ πως θα προσπαθήσεις να ξανακοιμηθείς χωρίς να ξαναδείς κάποιο εφιάλτη. Μου το υπόσχεσαι;» ρώτησε κοιτώντας την.

Τον φιλάει στο μάγουλο και ξαναπέφτει στο προσωρινό κρεβάτι της.

Εκείνος κλείνει το φως και περιμένει. Δεν ήξερε τι ακριβώς, απλώς περίμενε τον επίλογο της.

«Καληνύχτα» του είπε και εκείνος την εμπιστεύτηκε και έφυγε ελπίζοντας πως δεν θα ξαναξυπνήσει πριν έρθει η μοιραία ώρα που θα πάει στο σχολείο.

Πήγε στο δωμάτιο του σχεδόν ευγνώμων που τον περίμενε εκείνη και σχεδόν χάρηκε που την είδε ξύπνια και να καπνίζει.

«Μην μου πεις τίποτα γιατί απλούστατα τα άκουσα όλα» του είπε σχεδόν χαμογελώντας.

Έκατσε δίπλα της και της έγλυψε το αυτί και εκείνη “γουργούρισε” από ευχαρίστηση.

«Δεν ξαπλώνουμε και μείς;» την ρώτησε παίρνοντας το τσιγάρο απ ‘το χέρι της.

Το τηλέφωνο χάλασε τη στιγμιαία απόλαυση τους.

Εκείνος σηκώθηκε αφήνοντας το τσιγάρο στο τασάκι, αν και εκείνη τον παρακάλεσε τρυφερά να μην πάει.

«Πρέπει να γκρεμίσω τις γέφυρες με το παρελθόν» σήκωσε το τηλέφωνο, σίγουρος πως δεν θα του μιλούσε κανείς.

Ήταν όμως ο πατέρας της Λ. και του είπε αγχωμένα πως είχε ξεχάσει να βάλει στη τσάντα της το σταθεροποιητικό της.

«Έχει μανιοκατάθλιψη; Και γιατί δεν μου το ‘χες πει;» ρώτησε και ο πατέρας της Λ. άρχισε να κλαίει, ανήμπορος πια να αρθρώσει λέξη.

«Σε παρακαλώ, πρόσεχε την γιατί είναι κρίσιμη η κατάσταση της. Μου το υπόσχεσαι;»

Εκείνος υποσχέθηκε και ‘βαλε το μπαμπά της να του υποσχεθεί πως αύριο θα στείλει τα φάρμακα της για να αποφύγουν τα χειρότερα.

«Ναι σίγουρα, αλλά υποσχέσου μου και εσ’υ πως δεν θα κοιμηθείς και θα της κάνεις παρέα, γιατί αποκλείω να καταφέρει να κοιμηθεί ομαλά. Μου το υπόσχεσαι; Είναι πολύ κρίσιμη η κατάσταση της. Και αύριο πρωί, πρωί θα στείλω με courier τα φάρμακα της» είπε ο μπαμπάς της Λ. και εκείνος τον καθησύχασε, τον καληνύχτισε, το κλείσανε και μετά αγχώθηκε.

Πήγε στο δωμάτιο του, μόνο και μόνο για να πάρει ένα τσιγάρο και χάρηκε στιγμιαία που εκείνη είχε καταφέρει να ξανακοιμηθεί.

Πήγε στο προσωρινό δωμάτιο της Λ. με το τσιγάρο αλλά και με ένα τασάκι, αλλά και με βίαιο άγχος για το πώς θα εξελιχθεί η βραδιά.

Ευτυχώς εκείνη κοιμότανε αν και φαινόταν πως είχε ανησυχία.

Έκατσε όσο πιο μαλακά μπορούσε, σκέφτηκε να καπνίσει αλλά δεν το έκανε και ένιωσε την ανάγκη να της χαϊδέψει το κεφάλι και να της πει πως η τρέλα είναι αδόκιμος όρος. Πως οι αντιξοότητες κάνουν πιο νόστιμη τη ζωή, πως αργά ή γρήγορα το συναίσθημα της θα σταθεροποιηθεί, αλλά ακόμα και αν δεν γίνει, να φροντίσει να ‘χει ανθρώπους γύρω της που την αγαπούν για να γίνει λίγο πιο ανώδυνο.

Η συνείδηση του χτύπησε καμπανάκι και αναρωτήθηκε από το που πηγάζει όλη αυτή η σοφία δύο αιώνων. Χαμογέλασε και παραλίγο να τον πιάσει νευρικό γέλιο, αλλά το σχετικά ιδρωμένο κούτελο της Λ. τον χαστούκισε στην πραγματικότητα.

Σκληρή, μαλακή, νοσηρή, αδιέξοδη, ότι και αν ήταν έπρεπε να την αντιμετωπίσει αποφεύγοντας τις ευκολίες της στιγμής. Πόσο σκληρή ήταν από τώρα η ζωή για τη Λ. Αντί να τρέξει, να παίξει, να ρωτήσει, να γελάσει και να ρευτεί μπροστά σε ένα αντιπαθητικό ενήλικα έπρεπε να αντιμετωπίσει το παράλογο και να καταφέρει να το ισορροπήσει, να μη γίνει δυσλειτουργική και να ερωτευθεί παράφορα όταν έρθει εκείνη η ώρα.

Όλες αυτές οι σκέψεις τον φόρτισαν συναισθηματικά που μεταμορφώθηκε σε άγχος.

Έτσι, σηκώθηκε μαλακά, βγήκε απ ‘το δωμάτιο και άναψε τσιγάρο ρισκάροντας, ρισκάροντας και ξαναρισκάροντας.

Την άκουσε να βήχει, η Λ. ευτυχώς όχι, και άφησε για λίγο το πόστο του, πηγαίνοντας αθόρυβα να την αγκαλιάσει.

«Τι σε ‘πιασε; Μου λες;» του ψιθύρισε, ανίκανη να κρύψει την χαρά της.

Ήθελε να κλάψει, να γελάσει, να την φιλήσει, να κυνηγήσει τα όνειρα του, τελος πάντων να γιορτάσει με εγκράτεια ότι είναι ζωντανός και τυχερός που ζει έναν έρωτα. Δεν σκόπευε να της τα πει όλα αυτά λόγο φόβου ότι καταφεύγει στη μετριότητα για να επουλώσει το υπαρξιακό του άγχος.

Ένιωθε την ανάγκη να την εντυπωσιάζει εύστοχα σε κάθε του κουβέντα. Για να νιώθει ασφάλεια μαζί του, ότι είναι σημαντικός, ένας εν δύναμη μεγάλος άντρας με ανθρώπινη μάσκα. Αλλά τώρα ήταν τόσο επιεικής και γενναιόδωρος με τις αδυναμίες του που ένιωθε την παρόρμηση να δείξει ότι η απλότητα δεν είναι δα και ασημαντότητα.

Αλλά πως θα το έπαιρνε εκείνη; Θα του το συγχωρούσε; Θα δεχόταν ότι ο εραστής της είναι κατώτερος του τόσο ικανού πατέρα της; Τον κούρασε στιγμιαία η περιπλοκότητα της κατάστασης και τέλειωσε το τσιγάρο σε δύο τζούρες.

«Λοιπόν; Έχεις πάλι τρικυμία εν κρανίω;».

Κείμενο και σκίτσο: Μάριος Περράκης.