Με το χέρι στην καρδιά ανασύρουμε με ενθουσιασμό τέσσερα άλμπουμ που έδωσαν συναρπαστική τροπή στο ρεύμα της Ηλεκτρονικής Μουσικής (και όχι μόνο) και τα οποία φέτος έκλεισαν 40, 30, 20, 10 χρόνια από τη στιγμή που πρωτοκυκλοφόρησαν. Με χρονολογική σειρά: Tangerine Dream, Michael Shrieve (με τον Kevin Shrieve και τον Klaus Schulze), Global Communication και Christian Fennesz.

v2010-phaedra-front

TANGERINE DREAM – Phaedra
[1974, Virgin]

Οι Edgar Froese, Chris Franke και Peter Baumann, από τα τέλη κιόλας των ’60s επένδυαν τους συλλογισμούς τους με απόκοσμους ήχους και δαιδαλώδη συμπλέγματα μελωδιών, παραμορφώσεων, βόμβων και ρυθμών. Περνώντας το κατώφλι του 1974, ιδιαίτερα, η γερμανική τριάδα καταθέτει το πλέον σημαίνον μέχρι εκείνη την περίοδο δείγμα της γραφής της. Ένα καθόλα ιδιοσυγκρασιακό γαϊτανάκι από συνθετικά μοτίβα προερχόμενα ως επί το πλείστον από πληκτροφόρα αναλογικά όργανα ηλεκτρονικής φύσης mellotron, VCS3 synthi, Moog synthesizer και διάφορα ακόμη keyboards (με ή δίχως sequencer), με την υποστήριξη οργάνου, ηλεκτρικού πιάνου, φλάουτου και κιθαρομπάσου, επιστρατεύονται για να αποδώσουν ένα καθηλωτικό σύνολο ιδεών που προσφέρεται για …διαλογισμό.

Με εμμονή στη λεπτομέρεια, ισορροπημένη διαχείριση των εντάσεων, έμφαση στον αυτοσχεδιασμό (αλλά με σχετική αυτοσυγκράτηση συγκριτικά με το πρόσφατο παρελθόν ήτοι τα LPs Electronic Meditation, Alpha Centauri, Zeit και Atem) και την ψυχεδελική αύρα σε πρώτο πλάνο, οι Tangerine Dream καταστρώνουν το τέταρτό τους άλμπουμ Phaedra. Σε δυο πλευρές βινυλίου, τριανταοκτώ περίπου λεπτά και τέσσερα μουσικά θέματα, λοιπόν, εφορμούν εικόνες, που συναρπάζουν και ωθούν το δέκτη σε ένα ανενδοίαστο χάσιμο. Οι μελωδίες «λιώνουν» η μία μέσα στην άλλη, οι ανεμικοί ρυθμοί παρεισφρέουν ο ένας μέσα στον άλλο, οι  ψυχρές και θερμές αποχρώσεις των ποικίλων εφέ εναλλάσσονται διαρκώς… Κοντολογίς, με τις εκπλήξεις εδώ κι εκεί, οι οποίες οφείλονται σε μια τεχνοτροπία διαστρωμάτωσης των ήχων που επιθυμεί να κρατά σε εγρήγορση και την ίδια στιγμή να υπνωτίζει τον ακροατή, οι Tangerine Dream παραδίδουν ένα «διαγαλαξιακής» χροιάς ambient κολλάζ που προσιδιάζει σε …ζωντανό οργανισμό. Προτού ο Brian Eno εκστομίσει τον όρο ambient, οι υποφαινόμενοι εφηύραν τον ήχο αυτού…

Μέσα από τη χαώδη σε επίπεδο όγκου κυκλοφοριών δισκογραφία τους, που ανέρχεται σε σχεδόν αναρίθμητα έργα και η οποία επεκτάθηκε και σε δεκάδες μουσικές επενδύσεις κινηματογραφικών παραγωγών, αυτή η πρωταρχική ροπή του γερμανικού συγκροτήματος προς τα ηλεκτρονικά όργανα (κι εγένετο Berlin School Electronica!) με τον ταυτόχρονο παραμερισμό των κιθάρων, στέκει αγέρωχη απέναντι στα σημεία των καιρών. Για 40 και πλέον συναπτά έτη…

——————————————————————————————————-

Michael Shrieve With Kevin Shrieve & Klaus Schulze - Transfer Station Blue - Booklet

MICHAEL SHRIEVE w KEVIN SHRIEVE & KLAUS SCHULZE – Transfer Station Blue
[1984, Fortuna]

Από τις αληθινά σημαντικές φυσιογνωμίες στο χώρο της fusion μουσικής, ο Αμερικανός Michael Shrieve ξεκίνησε ως session περκασιονίστας στα οκτώ πρώτα άλμπουμ του Carlos Santana για να εξελιχθεί σε έναν εξαιρετικό συνθέτη που συνταίριαζε τις δυτικές του καταβολές με ηχητικά συστατικά από διάφορα μέρη του κόσμου (δες λχ εκείνα της Αφρικής και της Άπω Ανατολής), καταλήγοντας να παρουσιάζει ένα πραγματικά ενδιαφέρον υβρίδιο από πειραματισμούς με φυσικά και ηλεκτρονικά όργανα.

Στην προσωπική του συγκομιδή περιλαμβάνονται και έργα στα οποία δέχτηκε την αμέριστη συμπαράσταση φίλων, όπως αυτό που ακούει στο όνομα Transfer Station Blue και το οποίο βγήκε στο φως το 1984. Κατά τη διάρκεια του προκείμενου LP, συνδράμουν αποφασιστικά τόσο επινοώντας όσο και εκτελώντας μέρη σε διάφορα όργανα οι Kevin Shrieve (αδερφός του Michael) και Klaus Schulze (γνωστός τόσο μέσα από τις προσωπικές του ηλεκτρονικές εποποιίες όσο και από εκείνες με τους Tangerine Dream, Cosmic Jokers, Ash Ra Tempel). Μάλιστα δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιος από τους δύο τελευταίος τακιμιάζει μουσικά με τον Michael Shrieve για τις ανάγκες ενός άλμπουμ (βλέπε για παράδειγμα το Go του 1976).

Οι τρεις τους, λοιπόν, θα παρουσιάσουν ένα πολυσυλλεκτικό ηχογράφημα που βρίθει σε χρώματα, γεύσεις και αρώματα, δίχως λεκτικό έρεισμα (ήτοι στίχους κλπ) από ανθρώπινη φωνή (με εξαίρεση μια αφήγηση ελάχιστων δευτερολέπτων), παρά μόνο φράσεις από τα πάσης φύσεως μουσικά εργαλεία. Ο Michael Shrieve θα επωμιστεί τις ρυθμικές ευθύνες, αυτοσχεδιάζοντας σε φυσικά και ηλεκτρονικά ντραμς, καθώς και σε timbales (tom-toms τύμπανα), ενόσω ο Kevin Shrieve θα παραθέσει τις κιθαριστικές του αρετές (μαζί με μερικές ιδέες σε Wurlitzer ηλεκτρονικό πιάνο) και ο –γνωρίζω άπταιστα οτιδήποτε εμπεριέχει πλήκτρα– Klaus Schulze την επιδεξιότητά του στα συνθεσάιζερ (Yamaha CS 80, Fairlight GDS, PPG Wave 2.3).

Το αποτέλεσμα τους δικαιώνει αναντίρρητα, μιας και απηχεί μια ολόκληρη εποχή, συμπεριλαμβάνοντας σε μια electro-αισθητική, ‘70s κοσμικές ηλεκτρονικές μνήμες (λέγε με και kosmische musik) από τη γερμανική σκοπιά των πραγμάτων, προοδευτική ροκ αντίληψη, ντίσκο-φανκ περάσματα (ελέω ‘80s) και αφρικανική μυσταγωγία και μυστικισμό μέσω της ρυθμολογίας του. Στην ουσία πρόκειται για μια συστοιχία από επαναλαμβανόμενα ηχητικά σχήματα, αμιγώς ψυχεδελικά, ιδιαιτέρως εκστατικά και με σαγηνευτικό αντίκτυπο, στα οποία κυριαρχεί η αίσθηση του απροσδιόριστου και του αφηρημένου καθώς ο χρόνος κυλάει χωρίς να λογίζεται στην εξίσωση… Σαν μια ολοκληρωμένη από κάθε άποψη εμπειρία με διαχρονικό αλλά και συνάμα άχρονο χαρακτήρα.

Το μεγαλείο του Transfer Station Blue, θα έλεγα πως, εκτός των άλλων, εδράζεται στο ότι κάθε φορά που έρχεσαι σε επαφή μαζί του, ανακαλύπτεις και νέες πτυχές του. Κάθε επόμενη φορά που το ακούς, οι αλλεπάλληλες τυμπανοκρουσίες του Michael Shrieve κουδουνίζουν διαφορετικά, τα πλήκτρα του Schulze απλώνουν αλλιώτικες αποχρώσεις στον ορίζοντα σου, οι χορδές στις κιθάρες του Kevin Shrieve αντηχούν (μέσω delay πεταλιών) ένα άλλο σύμπαν. Μπείτε…

——————————————————————————————————-

71iFpGdWjcL._SL1395_

GLOBAL COMMUNICATION – 76:14
[
Dedicated, 1994]

Βρισκόμαστε λίγο πριν από τα μέσα των ‘90s, κι ενόσω η άνθιση της ηλεκτρονικής μουσικής και των παραφερναλίων της καλά κρατούσε λόγω της επέλασης της «εγκεφαλικής» electronica της Warp Records, ένα ντουέτο από τη Γηραιά Αλβιώνα βάλθηκε να επιστρέψει δύο περίπου δεκαετίες πίσω στο μουσικό χωροχρόνο… Ήταν οι Global Communication, αποτελούμενοι από τους Mark Pritchard και Thomas Middleton, που εν τέλει ελάχιστα ενδιαφέρονταν για να ανέβουν στο βαγόνι των εξελίξεων και να καρπωθούν κι αυτοί από το τότε μομέντουμ.

Στο παρθενικό τους καταστάλγμα ήχων, με τίτλο 76:14, υπό μια ονομασία άρρηκτα συνδεδεμένη με τα λεπτά που αυτό διαρκεί (κάτι που συμβαίνει και για τους τίτλους των εκάστοτε κομματιών του LP), οι Global Communication μεταφέρουν την πραγματικότητα και τις παραστάσεις τους, τα όνειρα και τις προσδοκίες τους, με αρκούντως ευφάνταστο τρόπο. Σε δέκα μακροσκελείς (με μέση διάρκεια τα εξίμισι λεπτά), στην πλειοψηφία τους, συνθέσεις αποπειρώνται να μας μυήσουν σε μια βουτιά στο υποσυνείδητο, σε μια ενδοσκόπηση με επίκεντρο τις αθέατες πλευρές του νου και της ψυχής. Αυτό που πραγματώνουν σε κάτι παραπάνω από 76 λεπτά, παραπέμπει σε μουσικά έργα προσανατολισμένα στην ψυχική θεραπεία (Meditation Music), δίχως, εντούτοις, να καταλήγει να ακούγεται στείρα ακαδημαϊκό και …αποστειρωμένο.

Το αμάλγαμα που κάνει την εμφάνισή του στο παρόν άλμπουμ του ‘94, ισοδυναμεί με ένα σύνολο υπνωτικών ηχητικών στιγμιοτύπων, χωρίς την εισχώρηση φωνητικών και στίχων, για τη δημιουργία του οποίου (συνόλου) αξιοποιείται μια γλώσσα λιτή και αφαιρετική. Με τη χρήση αναλογικών και ψηφιακών πληκτροφόρων (όπως synths διαφόρων λογιών) και μη (όπως drum machines) εργαλείων καθώς και υπολογιστών, οι Pritchard και Middleton επιτυγχάνουν στη μορφοποίηση μοτίβων, τα οποία έχοντας ως βασικό τους πυλώνα την επαναληπτικότητα, φτάνουν να αναπαριστούν κάτι διαρκώς εξελίξιμο και κλιμακωτό… Με ευθείες αναφορές στους Tangerine Dream (εξ ου κι η τιτλοφορημένη ως “8:07” διασκευή τους στο “Love On A Real Train” των τελευταίων), τον Klaus Schulze, τον Manuel Göttsching και τη λεγόμενη Berlin School Electronica, στην προσωπική παρακαταθήκη του Βαγγέλη Παπαθανασίου (της Blade Runner φάσης), στον Larry Heard (και την ρυθμολογία του) και ασφαλώς στη μειλίχια ευαισθησία του Brian Eno, το δίδυμο καταθέτει ένα φουτουριστικό κομψοτέχνημα που δεν το προσπερνά ο χρόνος.

——————————————————————————————————-

venice

FENNESZ – Venice
[2004, Touch]

Ανήκοντας σε μια συγκινητική αλληλουχία μουσικών έργων όπως αυτή του Christian Fennesz, το Venice του 20ο4 στέκεται επάξια πλάι στο θεσπέσιο Endless Summer, το οποίο προηγήθηκε χρονικά.

Ηχογραφημένο τόσο σε στούντιο της Βενετίας όσο και της Βιέννης, ο τέταρτος δίσκος του Fennesz σηματοδοτεί μια επιτυχημένη απόπειρα κατασκευής ενός περισσότερο προσεγγίσιμου, προσβάσιμου υλικού, σε σχέση με όσα μας εφοδίασε μέχρι την κυκλοφορία του ο Αυστριακός δημιουργός. Το αντάμωμα μελωδιών, βόμβων, bleeps και drones κατά τη διάρκεια του LP, διαχέει μια πιότερο ξεκάθαρη ζεστασιά συγκριτικά με εκείνες των προκατόχων του, οι αρμονίες ξεπροβάλλουν πιο διαμπερείς παρόλη τη φανερή θαμπάδα τους, οι δομές και οι αναπτύξεις αποκτούν μια σαφήνεια που ανάλογή της δεν είχε παρουσίασε έως τότε ο εν λόγω συνθέτης. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο λυρισμός τοποθετείται ξανά στο επίκεντρο της προσοχής, οικοδομώντας ένα ηλεκτρονικό πυρήνα διάστικτο από συναισθηματικές μεταβάσεις.

Η glitch/ambient εσωστρέφεια του Fennesz κατανέμεται σε δώδεκα πράξεις και προωθείται ξανά από θορυβώδη ψηφιακά εφέ, αναδυόμενα κυρίως από λάπτοπ και λοιπά στουντιακά εργαλεία, και δευτερευόντως (σε δύο κομμάτια) από κιθάρες συνδεδεμένες σε πετάλια ή/και περασμένες από φίλτρα. Σε μία εξ αυτών των πράξεων («Transit»), συναντάμε και την ερμηνευτική αισθαντικότητα του David Sylvian (με τον οποίο συμπράττει επιτυχημένα και πάλι), ο οποίος άδει συγκλονιστικά εν μέσω θρυμματισμένων μελωδιών, επίμονων βόμβων και αρρυθμίας, δηλαδή μέσα σε ένα σκηνικό που παρίσταται σε ολόκληρο το άλμπουμ. Σε άλλα δύο κομμάτια («Circassian» και «Laguna»), προσθέτει κιθαριστικές ιδέες ο Burkhard Stangl, συμπληρώνοντας με όμορφο τρόπο τις γλυκόπικρες αντηχήσεις από τα γεμάτα delay riffs του Fennesz.   

Αυτή είναι «περιβαλλοντική» μουσική για τις στιγμές που ο νους αναζητά ερεθίσματα για να πιαστεί…

——————————————————————————————————-

Κείμενο: Παναγιώτης Σταθόπουλος