spitm

Ο «Φτου μην σε ματιάσω» είναι τραγουδιστής. Όταν λέω τραγουδιστής δεν εννοώ σκύλος της εθνικής οδού. Είναι του έντεχνου. Παίζει κιθάρα και κάτι ακόμα όργανα που τώρα δεν τα θυμάμαι. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι μόνος του είχε γράψει τους στίχους και τη μουσική σε ένα σουξέ της εποχής. Το ρεφρέν ειδικά είχε γίνει σλόγκαν και το σιγοτραγουδούσαν ακόμα και αυτοί που λένε ότι δεν ακούνε ελληνικά. Τον συνάντησα στο Φίλιον. Με έστειλε ο αρχισυντάκτης μου να του κάνω μια «γουστόζικη» συνέντευξη. Ο «Φτου μην σε ματιάσω» μου έριχνε δέκα, δεκαπέντε χρόνια, αλλά τι σημασία έχει, αφού δεν ήταν καθόλου του γούστου μου. Ξανθός, κοντούλης με σχεδόν λευκόξανθα φρύδια και καθόλου ματοτσίνορα. Και όμως, πέθαιναν στο όνομά του ακόμα και οι θηλυκές γάτες. Κάτι σαν χλωμός Ρουβάς. Σε εκείνον άρεσα με το καλημέρα. Μου το είπε μάλιστα πάνω στη συνέντευξη, ανάμεσα στις επιρροές Νταλάρα και Χατζηδάκι μου δήλωσε ότι ανέκαθεν είχε μια αδυναμία στις μινιόν και μου έκλεισε με νόημα το μάτι. Το μινιόν, βέβαια, μου φέρνει πάντα σύγχυση γιατί μου θυμίζει το πολυκατάστημα Μινιόν, τότε, που είχα χαθεί όταν είχα αφήσει απερίσκεπτα το χέρι της μανούλας. Τέλος πάντων, ο τροβαδούρος βρήκε ότι είχα και χιούμορ, μου έλεγε ότι δεν κατάλαβε πώς πέρασε μαζί μου η ώρα και κάτι τέτοια και εγώ σκεφτόμουν, μα καλά πέφτουν οι γκόμενες με τέτοιες ατάκες; Και όπου φύγει-φύγει. Γλυκό παιδί, δεν λέω, αλλά τη σιροπιάζει πολύ την τουλούμπα. Η συνέντευξή του τελικά μπήκε γραμματόσημο και ας του είχαμε υποσχεθεί κεντρικό σαλόνι, γιατί εκείνες τις μέρες η ειδησιογραφία ήταν στα πάνω της και είχαμε πιο σοβαρά θέματα να ασχοληθούμε. Όμως, ο τραγουδιστής είχε τσιμπήσει το δόλωμα. Όχι μόνο την χάρηκε τη συνέντευξη, αλλά μου έστειλε και μια ανθοδέσμη από αυτές που έχεις ξοδέψει μισό μηνιάτικο και είσαι η χαρά του ανθοπώλη, ήθελε μάλιστα να μου κάνει και το τραπέζι για να μου δείξει πόσο εκτιμάει τις 25 αράδες που του έγραψα αλλά και τα πολύ λαμπερά μου, τότε, 25 χρόνια. Τον απέφευγα με τακτ. Έχω και τρόπους. Αλλά παρόλο που δεν μου άρεσε, με κολάκευε. Δεν με χαλούσε, δηλαδή, που είχα μια διάσημη καβαντζούλα και όλες μου οι φίλες έσκαγαν από τη ζήλια τους.

Φευ, κανείς δεν γνώριζε τι θα επακολουθούσε. Η ζωή φέρνει εκπλήξεις. Απρόοπτα και, κυρίως, ευτράπελα. Μια μέραπου καλή δεν την λες και όλα πάνε στραβά και ανάποδα, εγώ και ο τότε δεσμός μου, άνθρωπός μου, μισό μου πορτοκάλι, γίναμε μπίλιες.

Ο «φτου μην σε ματιάσω» ήταν τυχερός, σαν να με μυρίστηκε και με πήρε τηλέφωνο ακριβώς το λεπτό που είχα κλείσει το ακουστικό σιχτιρίζοντας, και μου πρότεινε να βρεθούμε. Το «ναι» νομίζω το είπα μηχανικά. Ένα αντιδραστικό «ναι» που μέσα του έκρυβε θυμό και μια light απόγνωση. Τώρα θα δεις, είπα στο μισό μου πορτοκάλι, θα σε κάνω γλυκό του κουταλιού.

Ο σουξε(διάρης) είχε όρεξη να μου μαγειρέψει, σπίτι του, γιατί πέρα από πολύ καλός τραγουδιστής, στιχουργός, ερωτύλος ήταν, όπως χαρακτηριστικά είπε, και καλός μάγειρας. Ας είναι. Το πράγμα είχε κατρακυλήσει και ήταν αργά να το μαζέψω. Εγώ και η απερισκεψία μου πήγαμε κατ’ εκεί.

Έμενε σε μια μονοκατοικία στο Χαλάνδρι. Από αυτές τις πολύ παλιές, τις ετοιμόρροπες που δεν έχει γίνει ακόμα ανακαίνιση, και μυρίζεσαι κληρονομική διαμάχη για να δοθεί για αντιπαροχή. Όταν με είδε είπε: «Φτου μην σε ματιάσω». Και ήταν προφητικός ο λόγος του για ό,τι θα ακολουθούσε, μα δεν έδωσα  βάση στον χρησμό, ίσως γιατί με παρέσυρε η διακοσμητική παραζάλη. Τη διακόσμηση την είχε κάνει μόνος του και ήταν περήφανος για αυτό το παλατάκι του κιτς. Μου έδειχνε  όλες τις γωνιές  του σπιτιού και την είχε δει ξεναγός και μου εξηγούσε κουραστικά το κάθε τι, σαν να μου έδειχνε τον διάκοσμο της Καπέλα Σιστίνα. Το hit ήταν ένα παλιό σκρίνιο της συγχωρεμένης του γιαγιάς που το είχε βάψει σε μια κρίση διακοσμητικού παροξυσμού με πράσινη λαδομπογιά. Εντός του σκρίνιου υπήρχε μια συλλογή με πήλινα γουρουνάκια που έκαναν σεξ σε διαφορετικές στάσεις. Ένα γουρουνό-Κάμα Σούτρα δίχως προηγούμενο. Τα εν λόγω τερατουργήματα, τα είχε αγοράσει από τα ταξίδια του στα νησιά. Ήταν περήφανος για τη συλλογή του και δεν είχε ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά περίπου πενήντα τέτοια σεξουλιάρικα-γουρούνια. Ο καναπές και αυτός σε τόνους του ευκαλύπτου, συνδυασμένος με πολύχρωμα κόκκινα και κίτρινα και μπλε μαξιλαράκια-βαρκάκια. Η αισθητική είχε αρχίσει να μου ψιθυρίζει ότι θα ήταν ένα δύσκολο βράδυ.

Το ρομαντικό δείπνο ξεκίνησε υπό το φως μεν των κεριών, αλλά αντί για λινή πετσέτα, είχαμε χαρτί τουαλέτας μαζί με το ρολό πάνω στο τραπέζι γιατί ο τραγουδιστής, είχε ξεχάσει να πάρει χαρτοπετσέτες. Έτσι και αλλιώς, μ’ αυτή την κίνηση είπε ότι θα έσπαγε ο πάγος, γιατί ως γνωστόν το χαρτί υγείας είναι παγοθραυστικό. Το φαγητό ας το αφήσουμε καλύτερα: Δεν ήξερε ότι ζυμώνουμε τον κιμά με λίγο ψωμάκι ή έστω λίγη φρυγανιά και βάζουμε και κανένα κρεμμύδι μέσα να νοστιμέψει. Το μπιφτέκι ήταν σκέτος κιμάς, τσιμέντο. Όμως, με το ρολό τουαλέτας το βήμα είχε γίνει και είχαμε έρθει πιο κοντά. Γελούσαμε, μιλούσαμε, εντάξει, ξανθός κοντός, αλλά τις είχε τις ατάκες του. Και αφού τελείωσε το τσιμεντένιο δείπνο, πήρε την κιθάρα και άρχισε να σολάρει. Δεν ξέρω γιατί, αλλά όποιος  μου τραγουδάει στο πριβέ με κάνει και ντρέπομαι, για λογαριασμό του. Σαν να τραγουδάω εγώ ένα πράγμα. Τα είπε όλα. Και τις επιτυχίες του, και παλιά και καινούργια και αγαπημένα κομμάτια ανθρώπων που τον επηρέασαν. Θα έπαιζε καμιά ώρα non stop, και όταν τελείωσε το ελληνικό ρεπερτόριο έπιασε τα ιταλικά. Στο A Casa d ‘ Irene είχα ήδη μετανιώσει που τον συνάντησα, και ήθελε να γυρίσω μετανιωμένη στο «αίσθημα». Στο lasciate mi cantare σκεφτόμουν ας τον σταματήσει επιτέλους κάποιος και όντως, τον σταμάτησε η έξαψη. Ακουμπάει με μπρίο την κιθάρα σε μια πολυθρόνα, με τραβάει αποφασιστικά πάνω του, πλησιάζει σε απόσταση αναπνοής το πρόσωπό μου, και με φτύνει, τύπου «ροχάλα». Τότε ήταν, νομίζω, που ψέλλισε και το πρώτο ακατάληπτο: «φτύσε με», προσταγή σε απόχρωση αηδίας. Ένα τόσο δα «φτύσε με» που χωρούσε μέσα όλη τη διαστροφική λαγνεία αυτού του παράξενου κόσμου. «Φτύσε με στο πρόσωπο», ψιθύριζε ο πόθος του, και έφτυνε και εκείνος ανεξέλεγκτα το δικό μου. Πριν προλάβω να καταλάβω τι γίνεται, και πώς να βρω την έξοδο κινδύνου, ή, τέλος πάντων, να βάλω τα μπρατσάκια μου, ήρθε ένα νέο κύμα από σάλια και αηδία, και με έπνιξε. Οι σιελογόνοι αδένες του παρήγαγαν ανεξέλεγκτα σάλιο με τους κουβάδες. Ένα γιγάντιο εργοστάσιο παραγωγής αηδίας. Κάτι που μπορείς να το πεις και γλώσσα ή αλλιώς ένα βιονικό σαλιγκάρι άρχισε να μου καθαρίζει σχολαστικά το πρόσωπο. Μπλιαξ. Η έμφαση ήταν στη λεπτομέρεια. Η γλώσσα είχε γίνει μπατονέτα και εισχωρούσε και μέσα στα βλέφαρα, και  στα ρουθούνια και στα αυτιά και παντού. Φυσικά η βελόνα είχε κολλήσει στο «φτύσε με» που το επαναλάμβανε σαν μυσταγωγικό μάντρα και υπνώτιζε τις αισθήσεις. Αυτό δεν ήταν φυσικά γαλλικό φιλί αλλά η αφρικανική τελετή των Μασάι για να ανοίξουν οι ουρανοί και να βρέξει. Η συνείδησή μου είχε μουλιάσει μέσα στη συσσωρευμένη του αηδία και τότε ξεκίνησε η πιο κωμικοτραγική στιγμή: Το αυτοφτύσιμο.

Επειδή εγώ δεν ανταποκρινόμουν στις προσταγές του και στα «φτύσε με» και ό,τι είχα να δώσω ήταν κάτι μικρά και ντροπαλά «πτου», σχεδόν δίχως σάλιο, σοκαρισμένη και λοβοτομημένη από την παράξενη ερωτική κατάσταση, κι επειδή δεν του έβγαζα γούστα, ο Σαλιέρι  ή αλλιώς ο βασιλιάς της αηδίας, άρχισε να φτύνει μόνος του τις παλάμες του και έκανε σαν να πλένει-νίβει το πρόσωπό του (σαν γάτα) με το ίδιο πάντα του το σάλιο, που καθώς φαίνεται του περίσσευε. Τόση αηδία σε ποιο αστείο να χωρέσει; Αυτό το μπιφτέκι το αζύμωτο, που να πρωτοξεράσεις; Όλο αυτό δεν ξέρω, φυσικά, πόσο διήρκεσε. Κάτι περισσότερο νομίζω από την ίδια τη ζωή μου. Ήμουν ναυαγός στο πιο κατεστραμμένο ερωτικό ναυάγιο, βυθισμένη μέσα στην υγρή του πραγματικότητα. Καθόμουν στη φοβική καρέκλα του οδοντιάτρου, μόνο που ο γιατρός είχε βγάλει αυτό το πλαστικό πραγματάκι, τον αναρροφητήρα σάλιου, και τον είχε κάνει σιντριβάνι. Γιατί δεν έφυγα, με  ρωτάνε όλοι. Μα όταν έρχεται το τσουνάμι, πού να πας; Με είχε πλακώσει η βαριά του διαστροφή. Είναι κάτι ώρες που δεν μπορείς να πας ούτε μπροστά ούτε πίσω. Όταν δεν έχω πού να πάω με φοβάμαι, αλλά εκείνη την ώρα δεν είχε φιλοσοφία. Βασίλευε η έκκριση του στόματος.

Την τελευταία σκηνή, τραγωδία, θα τη ζήλευε και ο Αισχύλος. Μόνο που στο δικό μας δραματάκι, την κάθαρση την έφερνε το φτύμα. Οι Ερινύες είχαν αρχίσει τον φοβικό του χορό και μου ψιθύριζαν το αποκρουστικό φινάλε. Στην κρίση πάνω της λαγνείας του, ή τέλος πάντων του πράγματος που εκείνος ονόμαζε λαγνεία, με τράβηξε αποφασιστικά μέχρι το σκρίνιο της συγχωρεμένης γιαγιάς όπου υπήρχε ένας καθρέφτης, λίγο πασαλειμμένος στις άκρες με πράσινη λαδομπογιά. Έφτυσε και τον δόλιο καθρέφτη, έπιασε αποφασιστικά το κεφάλι μου και ακούμπησε το μάγουλό μου στη… σιχαμένη επιφάνεια. Εκεί κάπου πρέπει η ψυχή να βγήκε από το σώμα μου. Άλλη τα έζησε. Άλλη και τα διηγείται. Ο Θεός όμως, που εκείνη τη στιγμή άρχισα να πιστεύω την ύπαρξη Του, έβαλε το χέρι Του και του πέρασε το ντελίριο σεξιστικής σιχαμάρας, μέσα από μια δική του ερωτική εκτόνωση, που ήρθε από το πουθενά. Αφού του βγήκε από μέσα του ο γλοιώδης «έξω από εδώ», μου είπε έλα να κάνουμε ένα τσιγάρο, μην ντρέπεσαι, φτάνει να εξοικειωθείς με το… σάλιο. Το μόνο που μπόρεσα να πω ήταν ότι έχω τη γιαγιά μου με εγκεφαλικό στον Ευαγγελισμό και έπρεπε να φύγω άρον-άρον, γιατί πήρα μήνυμα ότι είχε επιδείνωση. Άνοιξα την πόρτα του και έκανα ότι δεν ακούω, όταν είπε «ένα  ακόμα φιλάκι για καληνύχτα;». Στις ταινίες έχω δει όλες τις βιασμένες που τρίβονται μέσα σε ένα μπάνιο, να βγάλουν σχεδόν το δέρμα τους. Εγώ ήθελα να μουλιάσω σε μια μπανιέρα με Detol. Πέρασε καιρός, φυσικά δεν απαντούσα στα επίμονα τηλέφωνά του, και τότε ο θεός μου έστειλε το ασύλληπτο sms: «Βρε μωράκι, γιατί με έχεις  φτύσει»;  Ουδέν σχόλιο.

Η ιστορία τελειώνει κάπως έτσι. Δεν τον είδα ποτέ ξανά. Ούτε καν τυχαία. Αλλά μετά από ένα χρόνο έβγαλα φρονιμίτες, και ο ένας ήταν έγκλειστος και με παίδεψε πολύ γιατί έκανε οίδημα και δεν μπορούσα  να καταπιώ από την φλεγμονή ούτε το σάλιο μου. Και τότε το ομολογώ, για μια στιγμή, τον σκέφτηκα. Ήθελα να του τηλεφωνήσω και να του πω: «βάλε τα καλά σου έρχομαι και έχουμε πάρτι». Θα έφτυνα και θα έφτυνα δίχως τελειωμό. Είμαι σίγουρη ότι θα ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής. Κοιτώντας πίσω λέω: Το ‘ζησα και αυτό. Και μεταξύ μας, πάντα γελάω.