Σύννεφα και ζέστη, ικανά να εξαντλήσουν το καλοκουρδισμένο βιολογικό ρολόι υγιών ανθρώπων. Μόλις έχουν πει στο Γ. πως το κουνέλι του πέθανε. Κάθεται με τη μάνα του στο τραπέζι της κουζίνας, ιδρωμένοι και οι δύο αλλά για διαφορετικούς λόγους. Ο Γ. είναι εξοικειωμένος με την αναπόφευκτη απώλεια και τους κύκλους της ζωής οπότε διαχειρίζεται τον θάνατο του Μπακ [έτσι έλεγαν το κουνέλι] με τρόπο που η μαμά του επιβεβαιώνεται πως ο γιος της έχει πρόωρη ωριμότητα. Ίσως μεγαλύτερη κι απ’ του πατέρα του. Η σιωπή που ακολούθησε στην πληροφορία, άγχωσε τη μάνα του Γ. και αναρωτιέται αν θα θάψουν τον Μπακ μπροστά στο ευαίσθητο μοναχοπαίδι τους.  Και τότε άρχισε αν βρέχει. Με ήλιο… Με ήλιο και ζέστη. Τον Μπακ τον έχουν σε ένα μικρό χαρτόκουτο δίπλα στο αμάξι τους. Αλλά ο Μπακ πέθανε. Η βροχή κράτησε γύρω στο πεντάλεπτο ίσα, ίσα για να ποτιστούν οι γλάστρες του μπαλκονιού που τις είχε αφήσει γενναιόδωρα η κυρία που τους νοίκιαζε το σπίτι. Ο Γ. σκέφτεται μεγαλίστικα για το αν θα πάρει καινούργιο κατοικίδιο. Γιατί ο Μπακ πέθανε…

«Γιορτή στο Limpway»

Θα ’ταν απροσδιόριστα έντεκα παρά, όταν ο κροκόδειλος αποφάσισε να επισκεφτεί το Jukebox, Jeff’s Jukebox για να ήμαστε ακριβείς. Έβαλε κάπως λυπημένα το παλτουδάκι του και κάπως ύποπτα ενθουσιασμένος τα γάντια του και τα livermaxx, αχρησιμοποίητα παπούτσια του.

Βγαίνοντας, αντιμετώπισε σοφά το κρύο μιας και η διορατικότητα του είχε χτυπήσει κόκκινο, αλλά παρόλα αυτά πήρε το αμάξι της μακαρίτισσας της αδερφής του. Το ραδιάκι ήταν ακόμη συντονισμένο στον πιο δημοφιλή σταθμό του Limpway και έπαιζε το “The Lonely Bachelor Ragtime” στη δεύτερη πολύ δημοφιλή εκτέλεση του. Ανάβοντας τσιγάρο, σκέφθηκε έναν αρχετυπικό αντικαπνιστή συνοδηγό να τον ειρωνεύεται με στυλ και γέλασε και αυτός λες και είναι συμφιλιωμένος με τις αδυναμίες του. Αλλά δεν είναι.

Φτάνοντας στο Jeff’s Jukebox και ενώ είχε παρκάρει λίγο πριν, παρατήρησε την διακριτική κιτρινωπή αφισούλα που ’ταν καμαρωτή στον χώρο που ας πούμε διαφημίζονται οι εκδηλώσεις.

Μπαίνοντας μέσα βρήκε ένα παγόνι και τον παλιόφιλο του, ένα ρακούν που πάντα έπινε παραπάνω και σχεδόν πάντα παρέμενε διαυγείς και σχεδόν πρωταθλητής των χιουμοριστικών μύθων για εργένηδες, καθιστώντας τον οριακά θρύλο στην σοβαρή νυχτερινή ζωή του Limpway. Limpway. «Πλέον ήμαστε ολοκληρωμένο αστείο» ψιθύρισε ο κροκόδειλος και οι άλλοι δύο τον άκουσαν και παρήγγειλε το πρώτο του ποτό.

«Μπαίνει ένας κροκόδειλο σ’ ένα μπαρ;» ρώτησε το ρακούν, ενώ καπνοί έβγαιναν απ’ το στόμα του, στόμα που κάπνιζε σχετικά αξιόλογα πούρα. Ας πούμε πούρα για γνώστες. «Τι κάνει ένα παγόνι να ανοιγοκλείσει τα φτερά του τρεις φορές;» ρώτησε το παγόνι, μάλλον και τους δυο τους και ενώ το ρακούν ξεκαρδίστηκε, ο κροκόδειλος αποφάσισε να μην τους ανοίξει την κουβέντα. Θα έπινε το ποτό του ήσυχα και μετά θα πήγαινε κάπου αλλού!

«Ιτ’ς νοτ λάϊκ γιου χάβεντ χεντ ιτ μπηφόρ…»

Η πόρτα άπορα στερεωμένη και υπάκουη ήταν και για τους δυο το μόνο παράθυρο του σπιτιού. Ήταν μεσημεράκι, ο ουρανός κίτρινος και το κρύο έκανε αισθητή την παρουσία του χωρίς φανφάρες και περιττές εισαγωγές.

«Ακόμα εντυπωσιάζομαι με το θάρρος σου να τα αφήσεις.» Ξεστόμισε ο Ζ. ενώ έκανε ερασιτεχνικές προσπάθειες να ξεκουράσει τη μέση του. «Και να ξαναβρείς συγκάτοικο; Ε, μα αυτά είναι» συνέχισε ενώ η Ν. που του χε γυρισμένη την πλάτη χαμογέλαγε και έψαχνε την επόμενη κούτα. Ψυχαναγκαστικά διάλεγε την σειρά και όχι πρακτικά.  Είχαν μείνει κάτι λιγότερο από τις μισές.

«Όταν σας πρωτογνώρισα, έβαλα στοίχημα που έχασα. Πίστευα πώς θα δενόμουν με την Π. Περισσότερο.» Η Ν. διάλεξε την κούτα με τα παιδικά βιβλία που της είχε αφήσει ο αδερφός της ενώ είχε αποφασίσει να δοκιμάσει την τύχη του στο Limpway. Λίγα ήταν αυτά που είχε από παιδί. Τα περισσότερα ήταν απ’ την περίοδο που τον φώναζε η Π. «σπάταλο συλλέκτη με γούστο φοβερό.» Η Π. ήταν η αφορμή για το Limpway. «Έχω περίεργη χημεία με την Π. νομίζω. Αν δεν έκανα υποχωρήσεις δεν θα μιλιόμασταν» συνέχισε χωρίς να είναι ξεκάθαρο αν τον ακούει, αν της είναι ευχάριστο ή τα χε ξαναπεί άλλες εκατό φορές και ακόμα είναι σαν την πρώτη φορά.