Ο «φύγε, Μαίρη» ήταν αυτό που λέμε «Πω πω, ένας γκόμενος!». Ψηλός σαν κυπαρίσι, με τριγωνικές πλάτες, θεληματικό πιγούνι και μάτι σε απόχρωση μενεξεδί. Μάτι που έσβηνε εκείνα της Λιζ Τέιλορ σε ένα του βλέμμα. Γύρω στα τριάντα πέντε, εκεί κάπου, μπορεί και λίγο μεγαλύτερος. Τι σημασία έχει; Τον συναντούσα συχνά πυκνά σε ένα μικρό καφέ στην Ξενοκράτους όπου σκότωνα τότε τα καλοκαιρινά μου απογεύματα. Ερχόταν με αέρα άντρα που ποζάρει για εντιτόριαλ. Διάβαζε την «Καθημερινή», έπινε τον εσπρέσο του και αποχωρούσε. Όλα αυτά γύρω στις έξι το απόγευμα. Ερχόταν σοβαρός και αγέρωχος με την εφημερίδα του υπό μάλης, και τα κοστούμια του τα καλοραμμένα, ενημερωνόταν και έφευγε. Και στο έμπα του αλλά και στο έβγα του έφερνε στους θαμώνες μεγάλη ταραχή. Όταν λέω θαμώνες εννοώ εμένα, το φιλοθεάμον κοινό του.

Τι να πω; Το ομολογώ, τον έβρισκα άντρα ιδανικό. Για τα μάτια του και μόνο, όφειλε να χυθεί πολύ λογοτεχνικό μελάνι. Πάντα πολύ κομψός, a quatres paingles που θα έλεγαν και οι Γάλλοι, με πολύ προσεγμένα παπούτσια που φαινόντουσαν χειροποίητα, με ωραία μανικετόκουμπα, με τα απ’ όλα του. Ήταν ο τύπος του άντρα που έδινε έμφαση στη λεπτομέρεια, το αρσενικό της κοκέτας. Δηλαδή κοκέτης. Γενικά, ήταν η χαρά του εκδότη που βγάζει αντρικό περιοδικό. Ένα τέτοιο αρσενικό πρέπει να έχει πάντα στο μυαλό του. Κι εγώ ένα τέτοιο είχα στο δικό μου. Ο «παίκτης» ήταν δυνατός, γιατί πέρα από το ακαταμάχητο παρουσιαστικό του, ήταν έτσι όπως πρέπει να είναι ένας άντρας. Κυνηγός, αγέρωχος, απροσπέλαστος, διακριτικός και αισθαντικός μαζί. Σίγουρα αν τον είχε δει η συχωρεμένη η Μπάρμπαρα Κάρτλαντ θα του είχε αφιερώσει τόμους και τόμους με Άρλεκιν. Δεν ξέρω αν είχε τσιμπήσει στο φτηνό μου δόλωμα ή αν τον κοιτούσα ξεδιάντροπα. Αλλά είχε αρχίσει κι εκείνος και έριχνε κλεφτές ματιές και μεταξύ μας είχε ξεκινήσει μια πολύ ενδιαφέρουσα ερωτική χορογραφία. Όλα παιζόντουσαν στην ένταση της ματιάς.

Με τα πολλά, τον είχα πρόωρα ερωτευτεί. Χαιρόμουν μόνο και μόνο γιατί υπήρχε. Φυσικά ξεροστάλιαζα κάθε απόγευμα στο καφέ μαζί με μια φίλη μου που την έπαιρνα για ξεκάρφωμα και συμπαράσταση στο αίσθημά μου, που ψήλωνε σαν τη μαγική φασολιά. Όταν ερχόταν, «γιορτή», αν δεν ερχόταν, είχα τις μαύρες μου, γιατί καθώς φαίνεται η ιδέα του έρωτα προϋπάρχει, πριν ακόμα γνωρίσεις το προσφιλές πρόσωπο.

Οι βδομάδες περνούσαν, το ίδιο και οι μέρες, και ήταν δύσκολο να τον γνωρίσω γιατί  ήταν πολύ συγκεκριμένος μέσα στο ρόλο του, και εγώ στον δικό μου.

Με τη φίλη μου, βέβαια, τα υποθετικά σενάρια φούντωναν. Τον έλεγαν Κρίτωνα; Μας άρεσε το όνομα, ή Αλέξανδρο, συνηθισμένο αλλά ωραίο. Μας έκανε για τραπεζίτης, μας έκανε για καρδιοχειρουργός, μας έκανε και για αρχιτέκτονας. Δεν τον είχαμε για παντρεμένο, όχι επειδή δεν φορούσε βέρα, αλλά γιατί έδειχνε ότι σκότωνε τον χρόνο του και το κινητό του δεν χτυπούσε ποτέ. Τον βλέπαμε που ερχόταν αλλά και που έφευγε πάνω σε μια εξαίσια μηχανή BMW, και ήταν στα υπέρ του αυτή η επιλογή, γιατί η μηχανή τού έδινε μια ωραία αλητεία.

Με τον καιρό αποχωρίστηκε και τα κοστουμάκια και ερχόταν ντυμένος πιο casual, αλλά πάντα προσεγμένος και ευπρεπής. Με κοιτούσε μεν, δεν γινόταν καμιά κίνηση δε. Όσο αυτός γινόταν πιο casual, εγώ φορούσα όλο και λιγότερα. Μόνο με μαγιό δεν είχα ακόμα πάει στο καφέ. Ώσπου, ένα γλυκό απόγευμα, έτσι που ήμουν ημίγυμνη, και αυτός διάβαζε πολύ συγκεντρωμένος την «Καθημερινή» και τον Χρήστο Γιανναρά του, και είχε διαβάσει την εφημερίδα και από την καλή και από την ανάποδη, και η ώρα περνούσε και τα βλέμματα γινόντουσαν «μιλητικά», πήρα όσο θάρρος είχα μέσα μου και του ζήτησα με «νόημα» τον αναπτήρα του. Μου λέει «συγνώμη, δεν καπνίζω» και εγώ απαντάω «ούτε κι εγώ». Αυτό ήταν, άδραξε την ευκαιρία, έπιασε δηλαδή το υπονοούμενο, και το ένα έφερε το άλλο. Έτσι, καθίσαμε επιτέλους σε κοινό τραπέζι. Εκείνο το απόγευμα μάθαμε ότι τον έλεγαν τελικά Νίκο και ότι έμενε πιο δίπλα στο Κολωνάκι. Ήταν γιατρός στο επάγγελμα (μέσα πέσαμε), αλλά ήταν ακόμα στην ειδικότητα, τελευταίο χρόνο, αιματολογία ή κάτι τέτοιο. Παράλληλα, δούλευε σε μια φαρμακευτική εταιρεία σαν εξωτερικός επισκέπτης σε γιατρούς, εξού και τα κοστουμάκια.

Όλα αυτά λεπτομέρειες, το περιτύλιγμα. Ο Νίκος ήταν μπουκιά και συχώριο, και είχε και φωνή βραχνή και μπάσα, πολύ σέξι. Όσο για τα χέρια του… Χέρια μαχαίρια, φτιαγμένα μόνο για να χαϊδεύουν. Τι να λέμε τώρα; Εγώ ήμουν ξελογιασμένη και ποιος να με μαζέψει; Ευτυχώς δεν έχασε χρόνο -τόσο καιρό το μαγειρεύαμε, άλλωστε- και μου πρότεινε να πάμε το βράδυ για ποτό. Κάπου τα δύο μας. Έτσι το είπε. Και μ’ άρεσε αυτό το «τα δυο μας». Αχ, αχ, αχ.

Τελικά, ο Νίκος ήταν παιδί του λαού, και όλα αυτά τα κοστούμια, τα ρολόγια και τα αξεσουάρ ήταν βιτρίνα. Μεγαλωμένος κάπου στην ορεινή Αρκαδία, σε ένα χωριό που δεν συγκρατώ το όνομά του, μπορεί και Άνω Δολιανά. Είχε δύσκολα παιδικά χρόνια, πατέρας μέθυσος, μητέρα βιοπαλαίστρια. Τον έστειλαν με το υστέρημά τους για σπουδές ιατρικής στη Ρουμανία. Ήταν η ελπίδα της οικογένειας. Ο γιος να γίνει γιατρός. Όμως, μου εκμυστηρεύτηκε κάπου στα μέσα της βραδιάς, μετά το πέμπτο τζιν τόνικ, ότι σκεφτόταν τελικά να την παρατήσει την ιατρική, ότι η ιατρική ήταν πια μεγάλη μούφα, γιατί τα λεφτά που παίρνουν πλέον οι γιατροί είναι της ντροπής και το πραγματικό παιχνίδι και τα καλά λεφτά είναι στις φαρμακευτικές εταιρείες.

Ήταν και πολύ θρήσκος και είχε και αγαπημένο άγιο τον άγιο Φανούριο, γιατί του τα φανέρωνε όλα και ο άγιος του φανέρωσε και μένα. Πολύ συχνά όταν μιλούσε έκανε το σταυρό του, δηλαδή λέγαμε κάτι και έλεγε «η Παναγιά να σε έχει καλά» και άλλα τέτοια. Ήταν οπαδός και του Καρατζαφέρη, γιατί όταν τον γνώρισα έπαιζε ο Καρατζαφέρης σήμερα θα ’ταν χρυσαυγίτης ναι, όπως το διαβάζετε. Για να μην το κουράζω με λεπτομέρειες, ο Νίκος ήταν όλα αυτά που δεν θέλω να ξέρω, όμως δεν έδινα βάση γιατί μου άρεσε στον υπερθετικό. Ήταν σαν να άκουγα να μου διηγείται ότι είχε πάθει ανεμοβλογιά στα εφτά του. Δεν με άγγιζε τίποτα. Δηλαδή αρνιόμουν να παραδεχτώ ότι μάπα το καρπούζι. Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι τι καλύτερο μπορούσε να μου τύχει, από τον άντρα τον βαρύ; Τον βιοπαλαιστή τον αρχέγονο; Είχα μπουχτίσει άλλωστε στον φλώρο, αφού τώρα μου έλαχε το διαφορετικό γιατί να μην το ζήσω; Και άλλωστε τι πειράζει που πίστευε ο άνθρωπας στην Παναγιά, όλοι στα δύσκολα στο θεό δεν στρεφόμαστε, άλλωστε; Ναι, το παραδέχομαι, είδα τοίχο αλλά δεν έστριψα, δεν έκανα πίσω, ενώ την είχα φάει τη γερή ξενέρα. Τα καμπανάκια δηλαδή είχαν αρχίσει να χτυπάνε προειδοποιητικά, αλλά εγώ είχα βάλει ωτοασπίδες.

Με τούτα και με κείνα με κάλεσε το επόμενο βράδυ σπίτι του, δίπλα στη Μονή Πετράκη και εγώ δεν έχασα την ευκαιρία να πάω, φορώντας πάλι τα λιγότερα. Θρήσκος οπαδός του τότε Λάος, αλλά κούκλος ο Νικολάκης, είπαμε, μπουκιά και συχώριο.

Με το που διάβηκα το κατώφλι, το πράγμα βρόμισε άσχημα. Δεν θα επεκταθώ σε εκτενείς περιγραφές, θα πω μόνο ότι ήταν μια γκαρσονιέρα μίζερη και συφοριασμένη. Όλα τα έπιπλα ήταν από τα 120 ενωμένα εργοστάσια επίπλου. Ένας καναπές σκληρός σαν τη συμφορά, με ντεσέν από λουλούδια σε χρώμα βεραμάν και μοβ. Ίουου. Ένα τραπεζάκι κανελί με τζαμάκι πάνω σαν σπίτι συνοικιακής κομμώτριας κάπου στο Ζεφύρι. Οι κουρτίνες λουλουδάτες και στον τοίχο κάτι έργα από χαλκό και κάτι κεντίδια. Πάλι ίου. Το αγλάισμα του κιτς. Φυσικά, δεν είδα πουθενά βιβλιοθήκη και ούτε μισό βιβλίο ιατρικής και ήταν απορίας άξιο τόσα συγγράμματα πού τα είχε κρυμμένα. Το σπίτι έμοιαζε να μην κατοικείται, πολύ άδειο, πολύ σκονισμένο. Έμοιαζε σαν δυστυχισμένος γαμηστρώνας που κανείς δεν έχει ρίξει ούτε μια δεκάρα στο Ικέα να το σουλουπώσει.

Αισθάνθηκα αμήχανα, όλα αυτά τα κοστούμια, τα μανικετόκουμπα, τα ακριβά perfume, ήταν σαν της Σταχτοπούτας ψεύτικα. Η ώρα πέρασε και ο Σταχτοπούτος έγινε κολοκύθα. Δεν ξέρω κι εγώ τι στα κομμάτια είχα στο μυαλό μου για δαύτον, και όχι ότι κρίνω κάποιον από το σπίτι του, αλλά αυτή η έλλειψη αισθητικής σχεδόν με πόνεσε. Το ίδιο και  το φτηνό κρασί τύπου ρετσίνα που μου σέρβιρε από πλαστικό μπουκάλι, σε χαμηλό ποτήρι του ουίσκι. Το καλύτερό όμως είναι μαζί  με την ρετσίνα και συνοδευτικό  παστουρμά και μου είπε «Φάε να δεις τι θα πει γεύση, μην ντρέπεσαι». Και αμέσως μετά είπε «φάε, φάε, μη φοβάσαι, δεν θα μυρίζει ο ιδρώτας και τα ούρα σου. Αυτά που λένε είναι μαλακίες. Τρώω συνέχεια παστουρμά». Δεν ήξερα τι να πω, για τη ρετσίνα, τον παστουρμά και την απενοχοποίηση της μυρωδιάς της μασχάλης και των ούρων. Αργότερα έφερε και λίγη τυροκαυτερή σε ένα μικρό πλαστικό μπολάκι με κριτσίνια. Μεγάλο τσιμπούσι. «Δεν είναι σπιτική», με προειδοποίησε, «η τυροκαυτερή είναι έτοιμη, αλλά σαν σπιτική, πολύ καλή, Creta Farme». Eίχα πάθει μια πρώτη μπιθουλίαση, σαν τη Μαντάμ Σουσού ένιωθα, όταν την έλεγε ο Παναγιωτάκης της Ζαργάνα. Είχα ξινίσει τα μούτρα μου. Αλλά ο μέσα εαυτός μου έλεγε: «Ντροπή σου να ‘σαι ψηλομύτα και σνομπ, τους είδες και τους άλλους με τα γκουρμέ και τα φουα γκρά, φάε τώρα τυροκαυτερή (και σκάσε) και γνώρισε τον πραγματικό τον άντρα». Έτσι βούτηξα ένα κομμάτι παστουρμά μέσα στην τυροκαυτερή, το έβαλα στο στόμα μου και το βούλωσα.

Η βραδιά κυλούσε, τα ποτήρια με τη ρετσίνα άδειαζαν και ξαναγέμιζαν. Κάποια στιγμή και μετά από κάτι φιλιά με γεύση παστουρμά, τον ακούω να μου λέει: «Κούκλα, δεν θέλω να σου λέω μαλακίες, την ιατρική την άφησα στον τρίτο χρόνο των σπουδών. Έπρεπε να γυρίσω Ελλάδα, πέθανε ο πατέρας μου και έπρεπε να δουλέψω, η οικογένεια με χρειαζόταν. Απλά το έχω ζόρι που το ‘κοψα, σαν αποτυχία, δεν το λέω σε όλες. Αλλά εσύ μ’ αρέσεις και θέλω να ξέρεις τον αληθινό Νίκο». Εγώ κούνησα με κατανόηση το κεφάλι και είπα «δεν βαριέσαι, πάντα η ζωή τελικά κάπου αλλού σε πηγαίνει, και εγώ κλασικό χορό ξεκίνησα να κάνω και τα άφησα». Τι ήταν να το πω;

Πάει σε ένα αραχνιασμένο cd player που είχε πάνω στην κομότα, και μου βάζει κάτι αμανέδες. «Χόρεψε, κοριτσάρα μου, να σε δω να με τρελάνεις», λέει και με κοιτά λάγνα και αυτό το μενεξεδί το μάτι του έχει έρθει και έχει σαλέψει από την έξαψη. Εκεί πάνω στο κοριτσάρα μου και στον καρσιλαμά, χτυπάει αποφασιστικά το κουδούνι.

-Περιμένεις κάποιον;

-Αμάν, η Μαιρούλα!

-Η Μαιρούλα, ποια Μαιρούλα; Αυτή της  Κιτσοπούλου;

-Ωχ, η πρώην μου θα ‘ναι.

-Η πρώην σου;

-Ναι, πρώην αρραβωνιαστικιά, έχουμε τελειώσει, αλλά εκείνη δεν το καταλαβαίνει, τον Χριστό της (εδώ η θρησκεία πήγε περίπατο να κόψει μαργαρίτες), είναι εντελώς κολλημένη, γαμώτο μου.

Το κουδούνι χτυπά τρελά.

– Άνοιξε της, εγώ θα φύγω από τη σκάλα, του λέω και το μέσα μου ήδη έχει αρχίσει να ουρλιάζει «Το έζησες κι αυτό».

-Μείνε, δεν έχεις να πας πουθενά, τώρα είμαστε ζευγάρι, εκείνη θα φύγει.

Τα έχω χάσει τελείως με το όλο σκηνικό αλλά και που μας θεωρεί ζευγάρι μόνο και μόνο επειδή δώσαμε ένα φιλί. Όλα γίνονται γρήγορα, σχεδόν αστραπιαία. Ανοίγει την εξώπορτα στη Μαίρη, ανεβαίνει εκείνη πάνω από τις σκάλες με τα τακουνάκια της, τάκα τάκα, της ανοίγει την πόρτα. Θεέ και κύριε, σκέφτομαι. Έγινα και εγώ θρήσκα εκεί μέσα, μ’ αυτά που ζούσα. Ευτυχώς δεν έχω οπτική επαφή με τη Μαιρούλα. Μόνο φόβο μην μπει μέσα και με ξεμαλλιάσει και έχω και μια αδυναμία στα μαλλιά μου παιδιόθεν. Ακούω κάτι κλάματα, κάτι «Μαίρη, ξεκόλλα, τα είπαμε αυτά». Η ζωή μου ελληνική ταινία του εξήντα. Μάρθα Βούρτση κατάσταση με Και τότε ακούω το ασύλληπτο, πόνεσε  και ο ακουστικός μου πόρος.

Ο άντρας ο σκληρός, ο μερακλής, λέει «Μαίρη, φύγε, δεν μπορείς να μπεις μέσα, έχω άλλη, δεν το καταλαβαίνεις; Άλλη τώρα είναι στο πλευρό μου».

Ξέρω,δεν με πιστεύετε, ούτε εγώ θα το πίστευα, αλλά είπε επί λέξει «έχω άλλη στο πλευρό μου». Μου  ήρθε ένα πόνος στα, στα, στα πλευράκια, που έλεγε και ο Λαζόπουλος.

Από τα πλευρά του Αδάμ έγινε η Εύα και ούτω καθεξής. Πού είσαι Ξανθόπουλε να δεις τι αστέρι υπάρχει στο σύγχρονο δράμα, να σε κάνει να ντρέπεσαι για όλες τις δραματικές ατάκες που έχεις πει στον κινηματογράφο. Η τέχνη τελικά αντιγράφει τη ζωή.

Η Μαίρη κλάμα, εγώ εγκεφαλικό, αυτός σκληρός και κακοτράχαλος. Φύγε και φύγε το πήγαινε. Ήθελα κι εγώ να αναλάβω ρόλο, να της πω «Φύγε, βρε κοριτσάκι μου, ο τύπος είναι για γιαούρτια, αυτά όμως τα πήλινα, μήπως τον βρει το πήλινο στο δόξα πατρί και συνέλθει». Από την άλλη, τι να έλεγα κι εγώ που σερνόμουν μήνες από τα μπατζάκια της γοητείας του. Δεν ήξερα πού να κρυφτώ, το μόνο που ήθελα να συμβεί είναι να γίνει αυτό που λένε «άνοιξε η γη και τον κατάπιε». Δεν μπορούσε να καταπιεί και μένα να τελειώνουμε; Κάποια στιγμή (που μου φάνηκε αιώνας) κλείνει η ρημαδοπόρτα, ησυχία στιγμιαία απλώνεται, έρχεται λοιπόν ο θεός προς το μέρος μου και λέει «Σόρι, ρε μπέιμπι για τη σκηνή, αλλά αν κολλήσετε οι γυναίκες, κολλάτε άσχημα». Θέλω να του πω ότι ο Καραγκιόζης μπροστά του είναι πολύ καθωσπρέπει κύριος, αλλά λέω «συγνώμη, να πάω λίγο στην τουαλέτα (να ξεράσω με την ησυχία μου)». Εκείνος λέει «πήγαινε, αλλά έχει χαλάσει το καζανάκι, έχω δίπλα κουβά». Είμαι σίγουρη ότι δεν θέλετε να σας περιγράψω την τουαλέτα. Αρκετές περιγραφές έκανα. Μα τόση βρόμα, τόση μάκα. Το βασίλειο της κατσαρίδας. Η Μονή Πετράκη σε μάρανε, κακομοίρη, και τα κοστούμια τα Comme des garcons. Ήθελα να τον κράξω.

Γυρίζω πίσω στον πιο άβολο καναπέ του κόσμου. Εκείνος με κοιτάζει και μου λέει, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα:

-Κουκλάρα μου, θα σε πάω τον Αύγουστο στο χωριό, να γνωρίσεις τον τόπο μου. Έλα μουνί στο τόπο σου θέλω να του πω.

Ο καθείς δηλαδή και ο χαβάς του. Εγώ κουνάω το κεφάλι, «ναι, ναι, τον Αύγουστο που είναι παχιές οι μύγες». Εκείνος δεν καταλαβαίνει και συνεχίζει.

«Θα σε πάω, μανάρι μου, σε ένα πανηγύρι που γίνεται στο χωριό μου να δείτε εσείς οι Αθηναίες πώς περνάει καλά ο κόσμος. Θα πάμε πρώτα να εκκλησιαστούμε», και την ώρα που το λέει κάνει το σταυρό του, κοιτώντας κάτι εικονίσματα που είχε στους άθλιους τοίχους του, «και μετά θα αρχίσει το γλέντι το σωστό. Να φας την γκιόσα σου (αυτό έμαθα αργότερα ότι σημαίνει γίδα) να αναστηθείς».

«Πρώτη φορά ακούω ότι με τη γκιόσα ανασταίνεται κάποιος» του λέω. «Μάλλον με γκιόσα ανέστησε ο Ιησούς τον Λάζαρο». Η νύχτα μου έχει πέσει στα πατώματα και σέρνεται. Καλά τα αγόρια του λαού, δεν λέω, και ίσως πράγματι τον άντρα να τον κάνει το πηλοφόρι. Αλλά αυτός εδώ ήταν μπουρτζόβλαχος ολκής. Και αυτό που λένε δήθεν δες φάτσα κόψε μέτρα, με τον Νικολάκη περί ου ο λόγος, δεν ίσχυε.

Με τα πολλά και αφού η νύχτα είχε φτάσει (για μένα τουλάχιστον) σε μεγάλο αδιέξοδο, προφασίστηκα ότι με έπιασε ξαφνικά κρίση ημικρανίας και όταν με πιάνει «κρίση» πρέπει να πάω να απομονωθώ σε μέρος σκοτεινό και ήσυχο. Είπε «έλα στην αγκαλιά μου, σε λίγο θα σε κάνω να κελαηδάς». Κατευθύνθηκα στην πόρτα και του είπα «Νίκο, φεύγω». Έκανε να με σταματήσει με κάτι φιλιά τύπου πολύ παθιασμένα, εγώ όμως που είχαν ξενερώσει μέχρι και οι ρίζες των μαλλιών μου τον έσπρωχνα και του έλεγα «φεύγω, φεύγω». Γενικά το ρήμα «φεύγω, φύγε» το κλίναμε για τα καλά σ’ όλους τους χρόνους εκείνο το αναθεματισμένο βράδυ.

«Ελπίζω», είπε, «να μη σε χάλασε αυτό με τη Μαίρη. Δεν θα μας ξαναενοχλήσει το βρομοθήλυκο, τώρα ξενέριασε». Από φιλολογική περιέργεια ρώτησα τι είναι το ξενέριασε. Είπε ότι είναι το χταπόδι που χτυπιέται.

E, voila. Η Μαίρη ξενεριασμένη, και η Τζούλη ξενερωμένη. Καθώς ξεμάκραινα, γύρισα και τον είδα για τελευταία φορά. Από εξαίσιος άντρας, έμοιαζε πλέον με ένα κακομοιριασμένο ανθρωπάκι.

Κείμενο: Τζούλη Αγοράκη