Η μοναξιά γίνεται μοναχικότητα και είναι ωραία μόνο όταν ο άνθρωπος την επιδιώκει. Οι γιορτές τελείωσαν, ο χρόνος κυλά και η καθημερινότητα επανήλθε στα κανονικά επίπεδα. Υπάρχουν άνθρωποι όμως που δεν συμμετείχαν σε αυτή την τελετουργία των εορτών, που για αυτούς δεν άλλαξε τίποτα αυτές τις  μέρες και απλά συνέχισαν την μοναχική τους πορεία. Άνθρωποι που κάνουν πράξεις τις επιλογές τους και  που όλοι τους είδαμε κάπου τριγύρω αλλά απλά τους προσπεράσαμε. Είναι οι μοναχικοί των εορτών που αναζητούν συντροφιά στην θάλασσα, σε ένα παγκάκι, στο ψάρεμα, σε ένα βράχο ή σε μια βόλτα.

Είναι αυτοί που στα βλέμματά τους αναγνωρίζεις ότι κάτι τους λείπει ή κάτι  έχουν χάσει, που θέλουν να τους αφήσεις στην ησυχία τους, που διστάζουν να φωτογραφηθούν, που σου λένε ότι ‘δεν έχουν τίποτα να σου πουν’ και όμως έχουν τόσα πολλά κρυμμένα μέσα τους, που είναι ο βασικός λόγος για να αφεθούν δίπλα από την θάλασσα.

20150103_131947

Λίγο μετά την αλλαγή του χρόνου, κάνοντας μια παραθαλάσσια διαδρομή στην Πάτρα αντίκρισα μπροστά μου ανθρώπους που ο χρόνος για αυτούς θεωρείται νεκρός και έχουν μάθει να κυβερνούν τις ζωές τους με δικά τους ρολόγια. Θα σταθώ μόνο σε αυτά που μου είπαν, στις λίγες και ουσιαστικές κουβέντες που ανταλλάξαμε, εισβάλλοντας, έστω και στο ελάχιστο, στο δικό τους τρόπο ζωής.

Λίγο πιο πέρα από την Μαρίνα της Πάτρας, αφήνω πίσω τις γεμάτες από παρέες καφετέριες. Ξεπερνώ γοργά τα παραλιακά εστιατόρια όπου οι οικογένειες είχαν μαζευτεί για να γιορτάσουν το νέο έτος και συναντώ ανθρώπους που ζουν σε διαφορετικά περιβάλλοντα από αυτά που είχα δει πίσω μου. Ψαράδες, μετανάστες που μένουν μέσα σε παλιά σκαριά, νέους  που αναζητούν ‘το μήνυμα που δεν έρχεται’, ανθρώπους που απολαμβάνουν ένα τσιγάρο στο τιμημένο παγκάκι της ζωής μας.

Κατεβαίνω στους βράχους, σπεύδω να καθίσω δίπλα από μια ηλικιωμένη κυρία που έχει βρει μια ωραία γωνιά. Ένα ξεχασμένο τραπεζάκι, δύο πλαστικές καρέκλες που πάνω τους έχουν εφημερίδες, για να μην σου χαλάσει η αλμύρα τα ρούχα σου και η κυρία Ντίνα, όπως μου συστήνεται, ξεκινά δειλά να μου αφηγείται το μεσημέρι της.

20150103_132012

«Κάθισε αγόρι μου, να ψαρέψεις μαζί μου. Έρχομαι κάθε μεσημέρι εδώ, μου αρέσει, πάντα ήθελα να έχω πολύ ελεύθερο χρόνο και τώρα που έχω παραπάνω από ό,τι χρειάζομαι, δεν ξέρω τι να τον κάνω. Είναι ωραία να ψαρεύεις, βλέπεις την θάλασσα και ξεχνιέσαι. Θα αναρωτιέσαι αν ζω μόνη μου για να έρχομαι  εδώ, χρονιάρες μέρες. Η οικογένεια μου ζει στο Αγρίνιο, εμένα δεν μου αρέσει εκεί, δεν θέλω να μπλέκονται στα πόδια μου. Τώρα έχουν πάρει την διαδρομή τους, τι να με κάνουν εμένα; Άκουσε αγόρι μου, ο άνθρωπος από την φύση του είναι κοινωνικό ον. Ακόμη και την ώρα της μοναξιάς του, θέλει να ανταλλάξει μια ‘καλημέρα’ να πει ένα ‘γεια’, να συζητήσει, αυτό είναι το οξυγόνο του και μετά θα ξαναγυρίσει στον κόσμο του. Οι άνθρωποι που επιλέγουν να είναι μόνοι τους, ξέρουν τι κάνουν, είναι πολύ πιο δυνατοί από τους άλλους που νομίζουν ότι είναι με πολλούς». Λίγη ώρα μετά και αφού μου χει πει γελώντας ότι η κουβέντα μας της διώχνει τα ψάρια για αυτό δεν έχει πιάσει τίποτα, της ζητώ να την φωτογραφίσω και μου κάνει εντύπωση όταν μου απαντά «όχι νεαρέ μου, οι φωτογραφίες είναι για αυτούς που θέλουν να φαίνονται».

Παρακάτω συναντώ τον κ. Δημήτρη, έναν άνθρωπο που σε ξαφνιάζει, γιατί σου μιλάει και κοιτάει συνεχώς την θάλασσα, χωρίς να σου ρίξει ούτε μια ματιά. Δεν αργώ να τον ρωτήσω αν στην ‘θάλασσα ερχόμαστε για να αφήσουμε ή να πάρουμε’ και ανάβοντας ένα τσιγάρο μου λέει «η θάλασσα είναι το καλύτερο φάρμακο για τον άνθρωπο. Αν έρθεις, αφήσεις το βλέμμα σου, ξεχνάς τα πάντα. Ό,τι πρόβλημα έχεις στο μυαλό σου, διαλύεται. Γλιτώνεις από την γκρίνια, δεν συναντάς την μιζέρια ή την μαυρίλα. Εδώ το πολύ-πολύ να έρθει κανένας άλλος να πούμε τα νέα μας, να γελάσουμε, να σαχλαμαρίσουμε και να πιούμε τα ουζάκια μας. Άρα, δεν ενοχλείς κανέναν και δεν σε ενοχλεί κανείς. Ούτε έχεις να χάσεις αλλά ούτε να κερδίσεις. Εγώ πλέον δεν ξέρω τι θα πουν τα όνειρα. Δεν ξέρω τι θα ξημερώσει η επόμενη μέρα, επομένως, γιατί να μην αράζω δίπλα από την θάλασσα και τουλάχιστον, αυτή δεν σου ζητάει τίποτα και ποτέ».

20150103_151831

Στην συνέχεια διακρίνω έναν κύριο να κάθεται σε ένα παγκάκι, έχοντας αφήσει το αυτοκίνητό του λίγο πιο πέρα. Κάθομαι δίπλα του, εξακολουθεί να έχει γυρισμένη την πλάτη του ώσπου τον ρωτώ αν χρειάζεται κάτι. Γυρνώντας αργά το βλέμμα του, μου λέει με διάθεση εντελώς αρνητική  ένα κοφτό όχι και φεύγω βιαστικά για να τον αφήσω στην ησυχία του.

Η επόμενη συνάντηση μου είναι με  μια νεαρή κοπέλα- καρφωμένη στην οθόνη ενός κινητού- που ξεχωρίζει από μακριά, αφού  οι περισσότεροι που έχουν ‘σταθμεύσει’ είναι άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Κάθομαι σχεδόν δίπλα της, ακουμπώντας στα χαλίκια και προσπαθώ να εκμαιεύσω κάποιες λέξεις της. ‘Το μήνυμα που δεν ήρθε ποτέ’, την ρωτώ. «Και συ για τον ίδιο λόγο είσαι εδώ;», μου απαντά και όταν της εξηγώ ότι υπάρχουν πολλά μηνύματα που δεν έρχονται αλλά συμβαίνουν να σε στενοχωρήσουν το ίδιο και κάποια που τελικά έρχονται, τότε την βλέπω να χαμογελά και να μου λέει «δίκιο έχεις. Περίμενα να μου στείλει για την αλλαγή του χρόνου αλλά δεν έστειλε. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να στείλω εγώ πρώτη ή να δείξω αδιαφορία. Όλη την ημέρα δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο, στο σπίτι δεν μπορώ να καθίσω γιατί έχουμε κόσμο, για αυτό ήρθα εδώ δίπλα από την θάλασσα, μήπως σκεφτώ πιο καθαρά». Αφού η συζήτηση συνεχίστηκε για λίγη ώρα ακόμη, μιλώντας για την παθογένεια των ανθρώπινων σχέσεων, για την αγάπη, για τους ανθρώπους που ξεχνούν, που μας πληγώνουν και  που νομίζαμε ότι ξέρουμε, την αποχαιρετώ, ευχόμενος να λάβει πολλά μηνύματα που θα την κάνουν να ζήσει μια ζωή γεμάτη στιγμές.

Λίγο πριν την επιστροφή, πηγαίνω να συναντήσω τον κ. Νίκο, όταν τον βλέπω να χτυπά συνεχόμενα ένα χταπόδι που μόλις έχει φέρει μαζί με την υπόλοιπη ψαριά του. ‘Καλά ακόμη  και σήμερα, δεν σταματάτε να ξεκουραστείτε, ψάρεμα όλες τις ημέρες;’, είναι οι πρώτες απορίες μου.  «Το ψάρεμα δεν έχει γιορτές, είναι 24 ώρες, 365 μέρες τον χρόνο. Αν σταματήσω ποιος θα μου δώσει να φάω;. Τώρα που τελείωσα θα βρω τα φιλαράκια μου και θα πάμε για κανένα τσιπουράκι και αύριο πάλι το ίδιο. Το ψάρεμα είναι από τα πιο μοναχικά επαγγέλματα, πρέπει να είσαι δυνατός χαρακτήρας για να αντέξεις. Όλοι εσείς νομίζετε ότι είναι ρομαντικά αλλά έλα μια μέρα να σε πάρω να δεις την γλύκα. Να είσαι μες στο κρύο, να μην ξέρεις αν θα γυρίσεις γεμάτος και να μην ξέρεις αν θα έχεις λεφτά αύριο για να βάλεις βενζίνη στην βάρκα. Σίγουρα το πιο ωραίο είναι ότι ηρεμείς, ανοίγεσαι στην θάλασσα, παρακολουθείς κάθε βράδυ διαφορετικές εικόνες, βλέπεις τα φώτα της πόλης από μακριά και αισθάνεσαι πιο μόνος από ποτέ». Δεσμεύομαι  να πάμε αυτή την βόλτα κάποια στιγμή και τον αφήνω να συνεχίζει να χτυπάει το χταπόδι με μανία, ώστε  να πάει γρήγορα στην παρέα του και να συναντήσει ανθρώπους που θα ενώσουν τις μοναξιές τους.

20150103_153744 20150103_155034 20150103_154740 20150103_154612 20150103_154053

Επιστρέφοντας, βλέπω και άλλους να πλησιάζουν, ερχόμενοι να απολαύσουν την θέα της γέφυρας. Στο δρόμο του γυρισμού, νέες εικόνες προστίθενται. Μετανάστες που μένουν σε κάτι ερημωμένα καρνάγια, πλένοντας αυτοσχέδια τα ρούχα τους και απλώνοντας τα, πάνω σε ξύλα και σίδερα ενώ  τρέχουν να κρυφτούν  όταν βλέπουν ότι θες να τραβήξεις μερικές φωτογραφίες.

Αυτή ήταν μια πλευρά ανθρώπων που προτιμούν να είναι μόνοι τους. Φυσικά και υπάρχουν πάρα πολλοί και περισσότεροι που δεν είναι δική τους επιλογή. Όμως σημασία έχει πότε  αισθάνεσαι καλύτερα; Απολαμβάνοντας την θέα της θάλασσας και  κάνοντας πράγματα που σου αρέσουν ή καθισμένος σε ένα τραπέζι με άλλους, παρέα με  την μιζέρια να  κατακλύζει τα πάντα, τσακωμοί, δήθεν προβλήματα  με   αποτέλεσμα να  νιώθεις περισσότερο από ποτέ, την απόλυτη μοναξιά; Όπως είχε πει και ένας έλληνας συγγραφέας «να διαλέγεις την μοναξιά που θα σε μάθει να αγαπάς τον καθένα».

20150103_161928 20150103_155856

Κείμενο-φωτογραφίες: Γιάννης Πανταζόπουλος, j.pantazopoulos@yahoo.gr